256/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10172/1997 προδικαστική και 4426/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 875/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated256/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 256 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Nικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Κωνσταντίνο Διασίτη με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10172/1997 προδικαστική και 4426/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 875/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 875/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1210/30.10.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 857/15.2.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 5737/27.6.1996 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσα από συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση δανείου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 10172/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της, η 4426/2005 οριστική αυτού απόφαση, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 11393/22.12.2005 έφεση της εναγομένης, η 875/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Με τους πρώτο και τρίτο κατά σειρά λόγους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη νομική και ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, προβάλλει τις αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ισχυρισμό τον οποίο δεν πρότεινε με το δικόγραφο της εφέσεως, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτού, με άμεση δικονομική συνέπεια αρνητικά να αξιολογούνται οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, προεχόντως ως απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 562 παρ. 2).
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 806 ΑΚ, δάνειο είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (δανειστής) μεταβιβάζει στον άλλο συμβαλλόμενο (οφειλέτη) αντικαταστατά πράγματα κατά κυριότητα, ο δε οφειλέτης υποχρεούται να επιστρέψει πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, πραγματικά περιστατικά τα οποία εννοούνται με το νομικό όρο του δανείου.
Ο ακριβής χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως δανείου δεν αποτελεί κατ' αρχήν αναγκαίο πραγματικό περιστατικό για την εφαρμογή των άρθρων 806 επ. ΑΚ, εφόσον το στοιχείο αυτό δε συνδέεται με έννομη από την αιτία αυτή συνέπεια. Κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενη αποφάσεως "Η εναγομένη, δικηγόρος Αθηνών, Χ μαζί με τους Αλβανούς υπηκόους Α και Β συνέστησε στην Αλβανία την 23 Ιουνίου 1994, κατά το ισχύον τότε εκεί Αλβανικό δίκαιο "εταιρεία περιορισμένης υπευθυνότητας" με την επωνυμία "......" η οποία, κατά το καταστατικό της, είχε ως σκοπό "την αγορά και την πώληση διαφόρων βιομηχανικών ειδών, τροφίμων, εισαγωγών, εξαγωγών, φαρμακευτικών ειδών, οικοδομικών υλικών καθώς και τις πρώτες ύλες που χρειάζονται για τα ως άνω προϊόντα, μετακόμιση και πώληση αυτών χονδρικώς και λιανικώς καθώς και κάθε επιχείρηση που θεωρείται συμφέρουσα για την ως άνω δραστηριότητα και που θεωρείται κατάλληλη και προσοδοφόρα για την περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη της εταιρείας".
Έδρα της εταιρείας ορίστηκε η αλβανική πόλη της ...... . Οι ως άνω εταίροι κατά τη σύσταση της εταιρείας, πέραν του σκοπού που αναφέρεται στο καταστατικό αυτής, αποσκοπούσαν στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως οικοδομικών υλικών μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας. Προς εξυπηρέτηση των αναγκών λειτουργίας της εταιρείας οι εταίροι μετά από χρηματοδότηση από τον ενάγοντα, αγόρασαν μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο.
Ειδικότερα, την 1 Ιουλίου 1994 ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη, με την οποία τον συνέδεε παλαιά φιλία και είχε συνεργασθεί στο παρελθόν στην εφημερίδα που αυτή εξέδιδε, το ποσό των 10.000.000 δραχμών ως δάνειο, προκειμένου αυτή να προχωρήσει στην αγορά του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου για τις δραστηριότητες της εταιρείας.
Την ίδια ημέρα η εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος και παρέδωσε σ' αυτόν προς εξασφάλισή του, επιταγή ύψους 10.000.000 δραχμών. Το δάνειο χορηγήθηκε με προφορική συμφωνία περί της προθεσμίας αποπληρωμής του, η οποία ορίστηκε να είναι η 31 Δεκεμβρίου 1994. Όμως, παρά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό του δανείου.
Μετά από αλλεπάλληλες προφορικές οχλήσεις του ενάγοντος προς εξόφληση του ποσού αυτού, η εναγομένη την Ι3 Σεπτεμβρίου του έτους 1995 του κατέβαλε το ποσό των 2.300.000 δραχμών, ενώ την 6 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους του είχε παράσχει εξουσιοδότηση, προκειμένου να αναλάβει από τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η ίδια στην Εθνική Τράπεζα σε ξένο νόμισμα, το ποσό των 1.500 Γερμανικών μάρκων.
Περαιτέρω του πρότεινε και τη μεταβίβαση ενός διαμερίσματός της που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό ...... και στον αριθμό ..., προς τούτο δε ξεκίνησαν και τις σχετικές φορολογικές διαδικασίες. Η ερμηνεία που δίδεται από την εναγομένη και επιβεβαιώνεται και από τους μάρτυρες αυτής, σχετικά με τα περιστατικά αυτά (που ενισχύουν εμφανώς την θέση του ενάγοντος), ήτοι ότι αυτή προέβη στην προσφορά του τραπεζικού βιβλιαρίου καταθέσεών της και της μεταβιβάσεως του διαμερίσματός της προκειμένου να απαλλαγεί από τις φορτικές πιέσεις του ενάγοντος και όχι προς αποπληρωμή του ως άνω δανείου, δεν κρίνεται πειστική για το Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε κάποια σχέση του ενάγοντος, ο οποίος ήταν συγγραφέας και ιστορικός, με τους λοιπούς Αλβανούς εταίρους, με τους οποίους η εναγομένη συγκατοικούσε επί μακρόν στην ίδια πολυκατοικία, ούτε άλλωστε και με τις δραστηριότητες της εταιρείας, και τούτο παρά την επωνυμία της εταιρείας, η οποία συμπίπτει με το όνομα του ενάγοντος (......).
Επίσης ο ενάγων δεν αναφέρεται στο καταστατικό, αλλά ούτε και σε κάποιο άλλο έγγραφο της εταιρείας. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη δεν εκπροσωπούσε τον ενάγοντα στην εταιρεία ως παρένθετο πρόσωπο, όπως η ίδια ισχυρίζεται.
Συνεπώς το γεγονός της καταβολής του χρηματικού ποσού των 10.000.000 δραχμών στην εναγομένη από τον ενάγοντα δεν μπορεί να εκληφθεί ως συμμετοχή του τελευταίου στις δραστηριότητες της εταιρείας, ούτε και δηλώνει τη βούλησή του να επωμισθεί τον εκείθεν απορρέοντα επιχειρηματικό κίνδυνο. Ακόμα δεν αποδείχθηκε κάποια συμφωνία περί συμμετοχής του ενάγοντος στα επιδιωκόμενα κέρδη της εταιρείας, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ερμηνεία της καταβολής του επιδίκου ποσού, ως συμμετοχή στην εταιρεία".
Από το περιεχόμενο των εν λόγω ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε τη συνομολόγηση την 1.7.1994 συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων με την καταβολή από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα του ποσού των 10.000.000 δρχ., με την έννοια της μεταβιβάσεως με τον τρόπο αυτό κατά κυριότητα των αποτελούντων το χρηματικό αυτό ποσό νομισμάτων, αντικαταστατών πραγμάτων αποδοτέων ισοπόσως κατά τη συμφωνία τους μέχρι 31.12.1994, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806 επ.
ΑΚ επιδίκαση της οφειλόμενης από τη σύμβαση δανείου αξιώσεως. Επομένως, ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα και προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ.
α', κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως εκείνη της διατάξεως του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς της οποίας συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο συνομολογήσεως της θεμελιωτικής της αγωγής του αναιρεσιβλήτου συμβάσεως δανείου, κατά τις παραδοχές της, ανερχόταν στο ποσό των 500.000 δρχ. (άρθρο 7 παρ. 6 ν. 2145/1993) και στη συνέχεια καθορίσθηκε σε εκείνο των 5900,00 ευρώ (άρθρα 14 ν. 2915/2001, 3-5 του ν. 2943/2001).
Με τον απομένοντα προς έρευνα τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε κύρια στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, το οποίο δεν επιτρεπόταν, εφόσον το αντικείμενο της επικαλούμενης συμβάσεως δανείου υπερέβαινε το ποσό των 500.000 δρχ., χωρίς παράλληλα να δέχεται συνδρομή οποιασδήποτε περιπτώσεως από τις εξαιρέσεις της απαγορεύσεως αυτής του άρθρου 394 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη ως λόγος εφέσεως κατά της 4426/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την θεωρούμενη ως συνεκκαλουμένη 10172/1997 μη οριστική απόφαση του οποίου επετράπη στον ενάγοντα να αποδείξει τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και με μάρτυρες, ούτε τούτο βεβαιώνεται από την επιτρεπή επισκόπηση δικογράφου αυτής, χωρίς παράλληλα να πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή η πλημμέλεια περί του μη επιτρεπτού του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων να βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1210/30-10-2007 αίτηση για αναίρεση της 875/15-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 1008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ