Supreme Court allows appeal against lower court's failure to consider specific evidence regarding employment start date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appellant's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision, ordering a remand for retrial. The appellant argued the lower court ignored public documents proving the respondent began working in 1996 rather than 1995. The court found ambiguity in the lower court's reasoning regarding these documents, which the majority held required explicit mention if considered. Consequently, the appeal was allowed, the decision annulled, and the case remanded to a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must explicitly mention evidence considered when ruling on its credibility, and failure to do so regarding public documents creates a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 256 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 256/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαλαφούρη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. θυγ. Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννας Σακκά - Στρεβίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουνίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2000 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Μετά την άσκηση αναίρεσης κατά της εφετειακής απόφασης εκδόθηκε η 1300/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Στην συνέχεια εκδόθηκε η 176/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 339 ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του παραπάνω εδαφίου του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, για να αποδείξει ότι η αναιρεσίβλητη άρχισε να εργάζεται στην επιχείρησή του από τις 19-3-1996 και όχι από την 1- 7-1995, που ισχυρίζεται η ίδια και δέχθηκε το δικαστήριο και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τη 14/20-1-1997 απόφαση της Τ.Δ.Ε.
του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πρέβεζας, το δελτίο ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών της αναιρεσίβλητης, το υπό στοιχεία Ε7 έντυπο της φορολογικής του δήλωσης του οικονομικού έτους 1997 και τη 290/13-1-1998 βεβαίωση της ΔΟΥ Πρέβεζας από τα οποία, κατά το αναιρετήριο προκύπτει το βάσιμον των άνω προβληθέντων περί του χρόνου απασχολήσεως της αντιδίκου του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το δικαστήριο στηρίζει την κρίση του ότι η αναιρεσίβλητη άρχισε να εργάζεται στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος την 1-7-1995 προεχόντως στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, την οποία θεωρεί αξιόπιστη και η οποία δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να γίνεται μνεία στην απόφαση των πιο πάνω εγγράφων.
Από την αναφορά αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με τη μνεία ότι η κατάθεση του μάρτυρα δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου καταλείπεται αμφιβολία, αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω έγγραφα, αφού αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να γίνει ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, όταν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι τα έγγραφα αυτά ήσαν δημόσια και είχαν αυξημένη αποδεικτική δύναμη.
Κατά τη γνώμη όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Κολυβά, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο και η παραπάνω αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας του δικαστηρίου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα και απέκρουσε εκ του πράγματος τα προκύπτοντα εκ των εν λόγων εγγράφων, υιοθετώντας τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι τα έγγραφα αυτά είναι εικονικά και συντάχθηκαν μετά από προτροπή του αναιρεσείοντος.
Μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή, κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 176/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ