Legislator Case Law & Legislation
2565/2008 AI generated

Supreme Court annuls tax evasion conviction due to insufficient reasoning regarding the statute of limitations period.

Case Number 2565/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the lower court's conviction for tax evasion and remanded the case for a new trial. The defendant argued that the judgment lacked specific and detailed reasoning regarding the critical time element required for criminal liability. The court found the lower court's reasoning merely a copy of the verdict without explaining why the debt became time-barred, specifically failing to account for the two-month grace period required under the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 23 and 25 of Law 2523/1997; The criminal liability for tax evasion requires a specific and detailed explanation of the facts establishing the crime, particularly the precise moment the debt became time-barred, and a conviction is void if the judgment fails to demonstrate that the statutory grace period has expired.

Keywords

AI generated
tax evasion criminal liability insufficient reasoning standard statute of limitations period two month grace period remand for new trial Article 25 Law 2523 time-barred debt requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 25 of Law 1882/1990
Article 23 of Law 2523/1997
Article 510, paragraph 1, items D and E of the Criminal Procedure Code
Article 519 of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2565 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα

Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.

Περίληψη:

Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του χρόνου που κατέστη ληξιπρόθεσμο το χρέος και χωρίς να έχει παρέλθει το δίμηνο από του χρόνου που αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Αναιρεί και παραπέμπει.

Αριθμός 2565/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1583/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.

Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.

Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ.

όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ. και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ.

Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους.

Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικροτέρων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1583/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι:

Επειδή, η δίωξη του διωκόμενου εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (βλ.

ΑΠ 62/2006 σε ηλεκτρονική νομική επιθεώρηση "ΝΟΜΟΣ").

Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του εν τοις πράγμασι εκπροσώπου της ατομικής επιχείρησης του υιού του Α, την οποία ο ίδιος ομολογεί με την από 1/12/2000 προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία (επιχείρηση) είχε ως αντικείμενο την ποτοποϊία και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, παραβίασε τη σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής χρεών που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στις 19/2/2001 υπό την παραπάνω ιδιότητα του παραβίασε ηθελημένα την καταβολή πέρα των δύο (2) μηνών προς το Δημόσιο του συνολικού ποσού των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ, το οποίο αφορά χρέη της ως άνω επιχείρησης από λαθρεμπορία οινοπνεύματος και παράνομη εμφιάλωση και ειδικότερα πρόκειται, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών στην από 19/2/2001 αίτηση ποινικής δίωξης του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, για το 30% του προστίμου που του καταλογίστηκε για τις ως άνω αιτίες με τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου (το ποσό των 773.560.837 δραχμές) και τα τέλη εκπροθέσμου καταβολής του έως τις 28/2/2001 (το ποσό των 23.206.825 δραχμών).

Το εν λόγω πρόστιμο οικονομικού έτους 2000 κατέστη και απαιτητό ληξιπρόθεσμο στις 1/1/2001 και βεβαιώθηκε από το Τελωνείο Καρδίτσας, το δε ποσό των 796.767.662 δραχμών ή 233.827,63 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί από τον κατηγορούμενο εφάπαξ και η καταβολή του ήταν απαραίτητη για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού.

Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, ήτοι της παραβίασης του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, απορριπτόμενων ως αβασίμου του πρώτου και πέμπτων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, καθώς η έκβαση των διοικητικών δικών επί των προσφυγών του δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη η οποία δεν αφορά το σύνολο του προστίμου που καταλογίστηκε στον κατηγορούμενο, αλλά το 30% επί του αρχικώς καταλογισθέντος προστίμου η καταβολή του οποίου αποτελούσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προαπαιτούμενο για την άσκηση της προσφυγής του κατηγορουμένου στα διοικητικά δικαστήρια.

Ομοίως πρέπει να απορριφθούν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, και ο δεύτερος και ο τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, εφόσον η δίωξη του αξιόποινης πράξης του (παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990) προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της σχετικής οικονομικής υπηρεσίας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του, πράγμα που έγινε με την από 19/2/2001 αίτηση του Τελωνείου Καρδίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας, και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπουν την ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη του άρθρου 25 του ν, 1882/1990 και, κατά συνέπεια, η οικεία ποινική δίωξη ασκήθηκε παραδεκτώς σε βάρος του κατηγορουμένου, αυτός δε δεν είχε από το νόμο δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του εν θέματι ποσού μέχρι την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων επί των προσφυγών του στα διοικητικά δικαστήρια.

Εξάλλου, όπως ήδη προειπώθηκε, η καταβολή του ως άνω ποσού αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για την άσκηση των προσφυγών του κατηγορουμένων κατά των οικείων πράξεων καταλογισμού και, κατά συνέπεια, η άρνηση του να το καταβάλει υπερβαίνει τα όρια που του αναγνωρίζουν οι κείμενες διατάξεις περί προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια.

Τέλος, πρέπει και ο τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του λόγω ύπαρξης κατάστασης ανάγκης να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος, καθώς δεν αναφέρεται ο παρών και αναπότρεπτος κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του κατηγορουμένου ή κάποιου άλλου προς αποτροπή του οποίου ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη (παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990).

Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος επικαλείται την ύπαρξη κατάστασης ανάγκης με το αιτιολογικό ότι λόγω των πενιχρών του οικονομικών μέσων αδυνατεί να καταβάλει το ποσό των 233.827,63 ευρώ. Τα ως άνω, όμως, πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν την έννοια της κατάστασης ανάγκης του άρθρου 25 του ΠΚ, αλλά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 84 του ΠΚ περί αναγνώρισης ελαφρυντικών.

Πράγματι, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην ως άνω αξιόποινη πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, αλλά διότι, όπως αποδείχθηκε, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που τον εμπόδιζαν να καταβάλει εμπρόθεσμα το ως άνω ποσό".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία.

Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε η προσβαλλομένη απόφαση, με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Καρδίτσας δέχεται, ότι το αναφερόμενο σ' αυτόν χρέος βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμο την 1-1-2001, ενώ, ακόμη η ίδια απόφαση δέχεται ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, την 19-2-2001, ήτοι χρόνο ελάσσονα των δύο (2) μηνών από της λήξεως του χρόνου καταβολής του, ότε, όμως, η πράξη αυτή δεν είχε καταστεί ακόμη αξιόποινη, αφού μέχρι και την 1-3-2001 ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε προθεσμία καταβολής του χρέους του.

Σημειώνεται, επίσης, ότι, ενώ, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σχετική αναφορά στον πίνακα χρεών που επισυνάπτεται στην από 19-2-2001 αίτηση της Τελωνειακής αρχής Καρδίτσας προς άσκηση της ποινικής διώξεως, εντούτοις, ο πίνακας αυτός, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη του κατηγορουμένου, δεν εμπεριέχεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1583/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ