Legislator Case Law & Legislation
255/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding public sector redundancy measures under EU law.

Case Number 255/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment concerning labor disputes involving public sector employees. The appellant argued that specific redundancy measures violated EU non-discrimination directives, but the Court found the European Court of Justice had already ruled that such measures are necessary and proportionate. Consequently, the Court held the appeal arguments were unfounded and rejected the request for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 and 6(1) of Directive 2000/78/EC; The Court established that national laws imposing redundancy regimes on public sector employees nearing retirement do not violate EU non-discrimination rules if they pursue legitimate employment policy goals through appropriate and necessary means.

Keywords

AI generated
public sector redundancy EU non-discrimination employment policy measures labor dispute appeal proportionality test Directive 2000/78/EC Supreme Court dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 2 and 6(1) of Directive 2000/78/EC
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case C-511/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 255 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Κ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουνέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2013 αγωγή του αναιρεσείοντος και ήδη καθ' ου η κλήση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου και ήδη καλούντος που ασκήθηκε δια των προτάσεων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1423/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1858/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19-8-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 668/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε τους πρώτο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος και δεύτερο λόγο αναίρεσης και απηύθυνε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εξέδωσε την από 15-4-2021 απόφαση (C-511/2019 υπόθεση). Κατόπιν της απόφασης αυτής η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20-9-2021 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο - καλούν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - καλούντος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-9-2021 κλήση του αναιρεσιβλήτου-καλούντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ-ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ", νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η ασκηθείσα κατ' αυτού από τον αναρεσείοντα-καθού η κλήση Κ. Κ. του Β. από 19-8-2017 και με αριθ. κατ. 6178/581/5-9-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1858/25-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση: α) της με αριθ. 668/11-6-2019 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία, από τους προβαλλόμενους δύο λόγους αναίρεσης, απορρίφθηκαν οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και, σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο, απευθύνθηκαν προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα εκεί αναφερόμενα προδικαστικά ερωτήματα, β) της από 15-4-2021 απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υπόθεση C-511/19) με την οποία αποφάνθηκε επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθ. 5221Β/8-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Α. Ν. Χ., την οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, ως άνω, από 20-9- 2021 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας (8-2-2022) για εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια αυτού, προς το δικηγόρο Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα, ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, τόσο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, που εξέδωσε τη με αριθ. 668/2019 απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την, ως άνω, δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 28-8-2013 και με αριθ. κατ. 127745/4670/26-9-2013 αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. την 23-6-1982 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του ηλεκτρονικού-τεχνικού.

Ότι από 22-7-1998 τοποθετήθηκε στη θέση του τεχνικού συμβούλου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του εναγομένου, λαμβάνοντας το μισθό του τμηματάρχη. Ότι, λόγω της τοποθέτησής του στη θέση αυτή και της εν τοις πράγμασι άσκησης των καθηκόντων του τεχνικού συμβούλου, λάμβανε από το έτος 1998 το προβλεπόμενο επίδομα θέσης, ύψους 439,10 ευρώ μηνιαίως.

Ότι το επίδομα αυτό του καταβαλλόταν μονίμως και σταθερώς έως την 13-12-2010, οπότε το εναγόμενο προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, περικόπτοντας το επίδομα αυτό, με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, παρόλο που ο ίδιος συνέχισε να ασκεί τα ίδια, όπως και προηγουμένως καθήκοντα.

Ότι από 1-1-2012, με τη με αριθ. 3/6222/30-12-2011 διαπιστωτική πράξη του εναγομένου, τέθηκε αυτοδικαίως υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ. γ, 3 εδ. α, 4 και 8 του Ν. 4024/2011. Ότι, ενώ αυτός λάμβανε κατά το χρόνο της θέσης του σε εργασιακή εφεδρεία, ως αποδοχές, το ποσό των 3.775,58 ευρώ (μεικτά) μηνιαίως, μετά τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας οι αποδοχές αυτού περιορίσθηκαν στο 60% επί του βασικού του μισθού και ανήλθαν από 1.1.2012 στο ποσό των 950 ευρώ (καθαρά) μηνιαίως.

Ότι στις 30.4.2013 το εναγόμενο κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση λόγω συμπλήρωσης από αυτόν των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ. ε του Νόμου αυτού, που προβλέπει συμψηφισμό της οφειλομένης αποζημίωσης λόγω απόλυσης με τις αποδοχές που καταβάλλονται στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας.

Επικαλούμενος: α) περίπτωση μονομερούς βλαπτικής των όρων εργασίας του κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 αναφορικά με την περικοπή του επιδόματος θέσης, β) ακυρότητα της θέσης αυτού υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, λόγω αντίθεσης των άνω ρυθμίσεων του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011, στο μέτρο που αυτές εισάγουν διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, προς τις διατάξεις της με αριθ. 2000/78 Οδηγίας, της οποίας οι ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3304/2005, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από κάποιο θεμιτό στόχο και χωρίς τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού που προβλέπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 34 να είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του και γ) το άρθρο 8 εδ.

β του Ν. 3198/1955 που προβλέπει δικαίωμα των μισθωτών, εφόσον συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, να λαμβάνουν το 40% της αποζημίωσης απόλυσης, της οποίας δικαιούνται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, εφόσον είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, ή το 50% της εν λόγω αποζημίωσης, εφόσον δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, είτε αυτοί αποχωρούν από την εργασία τους, είτε αυτοί απολύονται από τον εργοδότη τους και τη μη υπαγωγή του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ.

στις ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν. 173/1967, που αφορά τον περιορισμό του ύψους της καταβαλλομένης αποζημίωσης απόλυσης υπαλλήλων από τους εκεί αναγραφόμενους φορείς στο ποσό των 15.000 ευρώ κατ' ανώτατο όριο, άλλως και επικουρικά (επικαλούμενος) παραβίαση της αρχής της ισότητας από την καταβολή πλήρους της αποζημίωσης σε απασχολουμένους στον ιδιωτικό τομέα μισθωτούς, άλλως και επικουρικότερα (επικαλούμενος) παραβίαση της αρχής της ισότητας λόγω καταβολής πλήρους και όχι μειωμένης της αποζημίωσης απόλυσης σε υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", των οποίων οι συμβάσεις εργασίας λύθηκαν με καταγγελία, η οποία (…) κατά νόμο συνιστά δημόσια επιχείρηση που ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, ζήτησε, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ως προς το κεφάλαιο καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, ο οποίος (περιορισμός) έλαβε χώρα κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του εν λόγω Δικαστηρίου:

Α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.147,40 ευρώ από την περικοπή του επιδόματος θέσης για την περίοδο από 1.1.2011 έως και 31.12.2012, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που κάθε επί μέρους μισθολογική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, Β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της θέσης αυτού από 1.1.2012 υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, Γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.889,91 ευρώ για διαφορές, μεταξύ των άνω αποδοχών που λάμβανε πριν τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και των αποδοχών που έλαβε μετά τη θέση του υπό το καθεστώς αυτό για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.4.2013, περιλαμβανομένων των διαφορών στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα αδείας της περιόδου αυτής, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που κάθε επί μέρους μισθολογική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και Δ) να αναγνωρισθεί περαιτέρω υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.108,04 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης [χωρίς τον περιορισμό του ύψους της σε 15.000 ευρώ] με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία (30.4.2013), διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η με αριθ. 1423/22.6.2015 οριστική απόφαση νου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή: α) αφού κρίθηκε ότι η εκ μέρους του εναγομένου Ν.Π.!.Δ.

περικοπή του επιδόματος θέσης ύψους 439,10 ευρώ μηνιαίως, συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, ενόψει του ότι από τη συνεχή και αδιάκοπη καταβολή του από το έτος 1998 είχε καταρτισθεί σιωπηρά συμφωνία μεταξύ των μερών για την καταβολή του και ότι η περικοπή αυτή έλαβε χώρα από το Μάιο του έτους 2011 (και όχι από τον Ιανουάριο του 2011), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 4.391 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2011, περιλαμβανομένων των διαφορών στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που κάθε επί μέρους μισθολογική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, β) αφού κρίθηκε ότι η ένταξη του ενάγοντος υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011 επιλέχθηκε με μοναδικό κριτήριο την επικείμενη συνταξιοδότησή του και κατά συνέπεια συνιστούσε διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, χωρίς τούτο να εξυπηρετεί ένα αντικειμενικά και λογικά θεμιτό στόχο, όπως κάποιο σκοπό της πολιτικής της απασχόλησης ή της δημιουργίας μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης με την προώθηση προσλήψεων νεωτέρων σε ηλικία εργαζομένων, κατά παραβίαση των σχετικών ρυθμίσεων της με αριθ. 2000/78 Οδηγίας, που ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το Ν. 3304/2005, το δικαστήριο, ερμηνεύοντας την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011, με γνώμονα το γράμμα και το σκοπό της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο από αυτήν αποτέλεσμα, δέχθηκε ότι η θέση του ενάγοντος υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας ήταν άκυρη, με συνέπεια να περιέλθει το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

σε υπερημερία ως προς την καταβολή των αποδοχών αυτού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί προτού ο ενάγων τεθεί υπό το καθεστώς αυτό και στη συνέχεια επιδίκασε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 50.452,86 ευρώ για διαφορές αποδοχών μεταξύ του ποσού των 3.773,58 ευρώ (μεικτά) που αυτός λάμβανε πριν τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και του ποσού των 1.064,99 ευρώ (μεικτά) που έλαβε μετά τη θέση του υπό το εν Λόγω καθεστώς ανά μήνα και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.4.2013, περιλαμβανομένων των διαφορών στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που κάθε επί μέρους μισθολογική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και γ) αφού κρίθηκε ότι το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

υπάγεται και αυτό σε φορείς για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή μειωμένης αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 και ότι η διαφορετική ρύθμιση του άρθρου 72 του Ν. 4174/2013 για την κατ' εξαίρεση καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης σε μέρος μόνο εκ του απολυθέντος συλλήβδην προσωπικού της …δικαιολογείτο από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, εν όψει των συνθηκών υπό τις οποίες διακόπηκε η λειτουργία της…, με συνέπεια να μην παραβιάζεται η από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης, λόγω της συνταξιοδότησής του με πλήρη σύνταξη γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1 Μαΐου 2013.

Απέρριψε δε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το υπερβάλλον των 15.000 ευρώ αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης ποσού 32.108,04 ευρώ [ήτοι για το ποσό των 17.108,04 ευρώ]. Τέλος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα καταβολής ολοκλήρου του ποσού της αποζημίωσης με την επίκληση της αρχής της ισότητας, για το λόγο ότι κατά το παρελθόν το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.

κατέβαλε το σύνολο της αποζημίωσης σε αποχωρήσαντες υπαλλήλους του χωρίς κανένα περιορισμό ως προς το ύψος αυτής, με το σκεπτικό, ότι πέραν της αοριστίας του ως άνω αιτήματος, ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη στις προτάσεις αυτού.

Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά το μέρος που η αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ άσκησε την από 24.8.2015 και με αριθ. κατάθ. 4960/27.8.2015 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με αριθ. 1423/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολο της.

Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η προσβαλλόμενη με αριθ. 1858/25.4.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο: α) δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται το επίδομα θέσης ύψους 439,10 ευρώ μηνιαίως για το διάστημα μέχρι τέλος του έτους 2011, διότι η καταβολή του εν λόγω επιδόματος θέσης είχε τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής εκ μέρους του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ, καθόσον στον εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του εναγομένου δεν προβλέπεται θέση τεχνικού συμβούλου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, χωρίς αυτή (παροχή) να έχει καταστεί όρος της μεταξύ των μερών ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και, επί πλέον, διότι η παροχή αυτή προϋπόθετε άσκηση καθηκόντων τεχνικού συμβούλου.

Έκρινε δε στη συνέχεια ότι η περικοπή της παροχής αυτής με την από 13.12.2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ήταν σύννομη, διότι διαπιστώθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο ότι ο ενάγων δεν ασκούσε στην πραγματικότητα καθήκοντα τεχνικού συμβούλου της ανωτέρω Διεύθυνσης, ενώ από το αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η άσκηση τέτοιων καθηκόντων τόσο πριν, όσο και μετά την περικοπή του εν λόγω επιδόματος μέχρι το τέλος του 2011, με συνέπεια οι σχετικές αξιώσεις του ενάγοντος να είναι αβάσιμες, β) δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.4.2013, οπότε απολύθηκε, τις διαφορές μεταξύ του ποσού των 3.773,58 ευρώ (μεικτά) που λάμβανε πριν τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και του ποσού των 1.064,99 ευρώ (μεικτά) που έλαβε μετά τη θέση του υπό το εν λόγω καθεστώς ανά μήνα, διότι η ένταξη αυτού υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011, ήταν καθ'όλα έγκυρη, καθόσον δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 5 του Συντάγματος, ούτε στις ρυθμίσεις της με αριθ. 2000/78 Οδηγίας.

Και τούτο, διότι ο θεσμός της εργασιακής εφεδρείας εξυπηρετούσε την ανάγκη περιορισμού της μισθολογικής δαπάνης για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και εξορθολογισμού και περιορισμού του διογκωμένου δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, που λήφθηκε στο πλαίσιο σχετικής πρόβλεψης του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα και που, σε κάθε περίπτωση, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση με βάση το οριζόντιο και αντικειμενικό κριτήριο της εγγύτητας στη θεμελίωση δικαιώματος εξόδου με πλήρη σύνταξη και παράλληλα συνιστά (ενόψει του ότι επιτρέπει στους εργαζομένους που εντάσσονται σε αυτήν να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες μέχρι την πλήρη συνταξιοδότησή τους και παράλληλα λαμβάνει μέριμνα για την προστασία ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων και για τη ρύθμιση θεμάτων ως προς την αποπληρωμή στεγαστικών δανείων, με συνέπεια να μην πλήττεται ο πυρήνας των συνταγματικών και κοινωνικών δικαιωμάτων) πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του προαναφερόμενου στόχου, γ) διέλαβε σκέψη ότι το εναγόμενο υπάγεται στους φορείς για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή μειωμένης αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 και στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι με βάση το νόμο αυτό, όπως ισχύει, η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 15.000 ευρώ, [όπως δηλαδή είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο], συμψήφισε αυτήν με τις αποδοχές που ο ενάγων είχε ήδη λάβει υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ.

ε του Ν. 4024/2011. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε αποφανθεί αντιθέτως δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατά το μέρος αυτό, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 19.8.2017 και με αριθ. κατάθ. 6178/581/5.9.2017 αίτηση αναίρεσης, με δύο λόγους, αμφοτέρους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το δεχθεί ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ. γ, 2, 3 εδ. α, 4 και 9 του Ν. 4024/2011 για την εργασιακή εφεδρεία είναι συμβατές με το Σύνταγμα και τις ρυθμίσεις των άρθρων 2 παρ. 1, 2 περ. β, 3 παρ.1 περ. γ και 6 παρ.1 εδ. α της με αριθ. 2000/78 Οδηγίας για την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση την ηλικία των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η οποία ενσωματώθηκε στην εσωτερική νομοθεσία με το ν. 3304/2005, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος και της ενωσιακής νομοθεσίας. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι το εναγόμενο Ν.Π Ι.Δ, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 του α ν. 173/1967 ως προς το ύψος της καταβλητέας από αυτό αποζημίωσης απόλυσης σε 15.000 ευρώ κατ' ανώτατο όριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 καθώς και την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.

Επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η, ως άνω, με αριθ. 668/2019 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε: α) προεχόντως ως απαράδεκτος ο, ως άνω, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με την αιτιολογία ότι, ενώ δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο η οριστική διάταξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (κεφάλαιο), με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή του ενάγοντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 15.000 ευρώ της αιτούμενης αποζημίωσης είναι μη νόμιμη, η αίτηση αναίρεσης δεν έχει στραφεί κατά της πρωτόδικης απόφασης, ως προς την εν λόγω απορριπτική της διάταξη, ούτε το δικόγραφο αυτής είχε κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, δηλαδή κατά το μέρος, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 34 ν. 4024/2011 για τη θέση του προσωπικού υπό καθεστώς εφεδρείας δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και με το να εφαρμόσει στη συνέχεια τις σχετικές διατάξεις, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, παραβίασε το άρθρο 103 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος και τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Περαιτέρω, επί του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, δηλαδή κατά το μέρος, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ. Γ, 2, 3 εδ. α', 4 και 9 ν. 4024/2011 για την εργασιακή εφεδρεία είναι συμβατές με τις ρυθμίσεις των άρθρων 2 παρ 1, 2 περ.

β', 3 παρ. 1 περ. γ' και 6 παρ. 1 εδ. α' της με αριθ. 2000/1978 Οδηγίας για την απαγόρευση διαφορετικής μεταχείρισης των εργαζομένων λόγω ηλικίας, που ενσωματώθηκε στη εσωτερική νομοθεσία με το ν. 3304/2005, παραβίασε τις, ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας, το δικαστήριο τούτο, με την, ως άνω με αριθ. 668/2019 απόφαση διαπίστωσε ότι γεννάται ζήτημα συμβατότητας προς τις παραπάνω διατάξεις των διατάξεων για τη θέση του αναιρεσείοντος υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και των εξ αυτής συνεπειών στις αποδοχές του και στη λήψη της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του με πλήρη σύνταξη γήρατος, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με το ν. 3304/2005 "Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού" (ΦΕΚ Α 16) ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι Οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ.

Ο νόμος αυτός καταργήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α 232), πλην όμως οι ρυθμίσεις των πιο πάνω Οδηγιών, από κοινού με τις ρυθμίσεις της με αριθ. 2014/54/ΕΕ Οδηγίας για τη λήψη μέτρων προς διευκόλυνση άσκησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων-καθώς και άλλες ρυθμίσεις της ενωσιακής νομοθεσίας- ενσωματώθηκαν (εκ νέου) στην εσωτερική έννομη τάξη με το μέρος Α' του νόμου αυτού, οι δε ρυθμίσεις του μέρους αυτού εφαρμόζονται κατά το άρθρο 22 παρ. 2 αυτού και σε εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις του ν. 3304/2005 .

Ειδικότερα, με τα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 στοιχ. β', 3 παρ. 1 στοιχ. γ' και 6 παρ. 1 στοιχ. α' της με αριθ. 2000/78 Οδηγίας ορίζονται τα ακόλουθα: "Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη" (αρθ. 1 της Οδηγίας). " 1.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1: α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν [...], β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν, μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική, ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιοι! προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα, εκτός εάν ι) η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, ii [...]" (άρθ. 2 παρ.1 και 2 στοιχ.

β της Οδηγίας). "1. Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά: α) ... β)... γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών" (άρθ. 3 παρ. 1 στοιχ.

γ της Οδηγίας). "Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζόμενους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους" (άρθ. 6 παρ.1 στοιχ.

α της Οδηγίας). Οι ρυθμίσεις αυτές της οδηγίας ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 περ. β, 7 παρ.1 περ. α και 8 παρ. 1 περ. γ του Ν. 3304/2005 αρχικά και ήδη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 2 περ. β, 3 παρ. 1 περ. γ και 6 παρ.1 περ. α του Ν. 4443/2016. Εξ άλλου η 25η αιτιολογική σκέψη της πιο πάνω με αριθ. 2000/78 Οδηγίας ορίζει ότι η απαγόρευση των διακρίσεων, λόγω ηλικίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται για την απασχόληση και την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση εντούτοις, η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας μπορεί να δικαιολογείται υπό ορισμένες περιστάσεις και συνεπώς απαιτούνται ειδικές διατάξεις, οι οποίες μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με την κατάσταση των κρατών μελών.

Συνεπώς ο διαχωρισμός μεταξύ της διαφορετικής μεταχείρισης που δικαιολογείται με βάση θεμιτούς στόχους των πολιτικών απασχόλησης, αγοράς εργασίας και επαγγελματικής κατάρτισης και των απαγορευμένων διακρίσεων είναι ουσιαστικής σημασίας. Περαιτέρω με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 στοιχ. γ, 3 εδ.

α και 4 του Ν. 4024/2011 εισάγεται, όπως προαναφέρθηκε, ο θεσμός της εργασιακής εφεδρείας για τους ήδη απασχολούμενους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ. που εντάσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, για τη χρονική περίοδο μίας διετίας το πολύ (από 1.1.2012 έως 31.12.2013), με βάση το οριζόντιο κριτήριο της εγγύτητας προς θεμελίωση των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή τους με πλήρη σύνταξη γήρατος που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) έτη ασφάλισης εντός της πιο πάνω περιόδου.

Κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου και μέχρι τη συμπλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, οι εντασσόμενοι στο καθεστώς αυτό υφίστανται δραστική μείωση των αποδοχών τους, χωρίς όμως να υποχρεούνται να εργάζονται στον οικείο δημόσιο φορέα. Επίσης η αποζημίωση που άλλως θα δικαιούνταν συμψηφίζεται με τις μειωμένες αποδοχές τους που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια παραμονής τους υπό το καθεστώς αυτό, η δε ένταξή τους υπό το καθεστώς αυτό θεωρείται ως προαναγγελία απόλυσης για όλες τις έννομες συνέπειες που αυτή επάγεται.

Στόχος των σχετικών ρυθμίσεων είναι η εξυπηρέτηση της ανάγκης άμεσης περιστολής της μισθολογικής δαπάνης που συμφωνήθηκε μεταξύ της χώρας και των εταίρων δανειστών και του εξορθολογισμού του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εν όψει της σφοδρής οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα. Με τις σχετικές ρυθμίσεις δεν τίθεται συγκεκριμένο ηλικιακό όριο για το προσωπικό που εντάσσεται υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας σε αντίθεση με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα που τίθενται υπό καθεστώς προσυνταξιοδοτικής μονιμότητας, όπου τίθεται συγκεκριμένο ηλικιακό όριο (άρθ. 33 παρ. 1 υποπαρ.

γ και 2 του Ν. 4024/2011) και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για άμεση διάκριση λόγω ηλικίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 στοιχ. α της Οδηγίας 2000/78. Όμως η σχετική νομοθετική ρύθμιση στηρίζεται στο οριζόντιο κριτήριο της εγγύτητας στη θεμελίωση δικαιώματος για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα του εργαζομένου με τη συμπλήρωση τριάντα πέντε ετών ασφάλισης, εφόσον οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ολοκληρωθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου από 1.1.2012 έως 31.12.2012.

Κατά συνέπεια, γεννάται ζήτημα εάν η σχετική νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 3 εδ. α και 4 του Ν. 4024/2011 συνιστά έμμεση διάκριση, λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. β της Οδηγίας, εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι κατά την ασφαλιστική νομοθεσία, οι ασφαλισμένοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μισθωτοί, όπως ο αναιρεσείων, μπορούσαν να θεμελιώσουν δικαίωμα για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το IKA TEAM, πέραν άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και εφόσον είχαν πραγματοποιήσει 10.500 ημερομίσθια εργασίας (35 έτη εργασίας) στην ασφάλιση του ΙΚΑ ή άλλου φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών από παροχή εξαρτημένης και μόνο εργασίας και είχαν παράλληλα συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας τους (άρθ. 10 παρ. 1 του Ν. 825/1978, όπως τροποποιηθείς ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο). [Τα όρια αυτά, τόσο της ηλικίας, όσο και του ελαχίστου αριθμού ημερών εργασίας, έχουν ήδη προς τα άνω αυξηθεί].

Επισημαίνεται βέβαια ότι δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμπλήρωση του χρόνου ασφάλισης (35 έτη) να επέρχεται σε μεγαλύτερη (ή μικρότερη) ηλικία από εκείνη του 58ου έτους, αναλόγως του χρόνου έναρξης του εργασιακού βίου και ασφάλισης του μισθωτού ή για άλλους λόγους που αφορούν το πρόσωπο αυτού (απομάκρυνσή του από την αγορά εργασίας κ.α), απαραίτητη όμως προϋπόθεση για τη θεμελίωση από τον ασφαλισμένο στο ΙΚΑ μισθωτό δικαιώματος για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος με τριακονταπενταετή εξαρτημένη εργασία είναι, πέραν της συμπλήρωσης του πιο πάνω ελαχίστου χρόνου ασφάλισης με σχέση εξαρτημένης εργασίας (35 έτη), η συμπλήρωση τουλάχιστον του 58ου έτους της ηλικίας του, οι οποίες (προϋποθέσεις) πρέπει να υπάρχουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης στον πιο πάνω ασφαλιστικό οργανισμό, ανεξαρτήτως του πότε η αίτηση θα υποβληθεί.

Σε περίπτωση δε που πράγματι η ως άνω νομοθετική ρύθμιση συνιστά έμμεση διάκριση λόγω ηλικίας κατά την έννοια της Οδηγίας, γεννάται περαιτέρω ζήτημα, εάν οι λόγοι που διαλαμβάνονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου συνιστούν αντικειμενικά και λογικά ένα θεμιτό στόχο που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες ορίσθηκε να υπαχθεί ένα μέρος του προσωπικού υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και, επί πλέον, εάν τα ειδικότερα νομοθετικά μέτρα ως προς τις αποδοχές και την αποζημίωση απόλυσης των ενταχθέντων υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας μισθωτών και συγκεκριμένα:

α) η κατά το άρθρο 34 παρ. 1 υποπαρ. γ του Ν. 4024/2011 δραστική περικοπή των αποδοχών του τεθέντος υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας προσωπικού στο 60% του βασικού του μισθού, χωρίς παράλληλα το εν λόγω προσωπικό να υποχρεούται να εργάζεται στον οικείο δημόσιο φορέα και η συνακόλουθη απώλεια της τυχόν μισθολογικής ή βαθμολογικής του εξέλιξης κατά το διάστημα από τη θέση του σε εργασιακή εφεδρεία μέχρι την απόλυσή του λόγω συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, λαμβανομένων όμως υπ' όψη και των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων προστασίας για το προσωπικό αυτό (δυνατότητα ανεύρεσης άλλης εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, χωρίς να απόλλυται το δικαίωμα λήψης του πιο πάνω ποσού επί του βασικού μισθού, ανάληψη της υποχρέωσης από τον φορέα, άλλως από τον ΟΑΕΔ, καταβολής στον οικείο ασφαλιστικό φορέα μέχρι την συνταξιοδότηση των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και εργαζομένου με βάση τις προηγούμενες αποδοχές του τελευταίου, εξαίρεση από το καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων που χρήζουν προστασίας, δυνατότητα μεταφοράς του προσωπικού αυτού κατά προτίμηση σε άλλες θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα, μέριμνα για τη λήψη μέτρων για την αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων που είχε λάβει το προσωπικό αυτό κλπ) και β) η κατά το άρθρο 34 παρ. 1 υποπαρ.

ε του Ν. 4024/2011 απώλεια ολόκληρης (ή αναλόγου μέρους) της προβλεπομένης από το άρθρο 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης κατά την απόλυση ή αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ανερχομένης στο 40% της προβλεπομένης αποζημίωσης απόλυσης, για τους επικουρικά ασφαλισμένους μισθωτούς [η οποία, προκειμένου για δημόσιους φορείς, οι οποίοι φέρουν κοινωφελή χαρακτήρα ή επιδοτούνται από το κράτος, όπως το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' ανώτατο όριο], λόγω συμψηφισμού αυτής με τις ληφθείσες κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας μειωμένες αποδοχές, την οποία (αποζημίωση) άλλως το προσωπικό αυτό θα ελάμβανε κατά την ισχύουσα ως άνω εργατική νομοθεσία είτε το ίδιο αποχωρούσε, είτε απολυόταν από τον φορέα, όπου απασχολείτο, συνιστούν πρόσφορα και αναγκαία μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού, κατά την έννοια των άρθρων 2 παρ. 2 στοιχ.

β' και 6 παρ. 1 της Οδηγίας". Κατόπιν των παραπάνω, το δικαστήριο τούτο, με την, ως άνω, με αριθ. 668/2019 απόφαση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), υπέβαλε προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα.

Α) Συνιστά έμμεση διάκριση λόγω ηλικίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 στοιχ. β και 3 παρ. 1 στοιχ. γ της Οδηγίας 2000/78 η θέσπιση από το κράτος - μέλος νομοθεσίας, εφαρμοζομένης στο Δημόσιο, ΟΤΆ και Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα σε όλους τους φορείς (Ν.Π.Ι.Δ) του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ιδιότητα τους ως εργοδότη, όπως εκείνης του άρθρου 34 παρ. 1 υποπαρ.

γ, 3 εδ. α και 4 του Ν. 4024/2011, με την οποία το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των πιο πάνω φορέων τίθεται υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας για μία περίοδο το πολύ είκοσι τεσσάρων (24) μηνών με μόνο ουσιαστικό κριτήριο την εγγύτητα προς θεμελίωση των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη γήρατος που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) έτη ασφάλισης εντός της χρονικής περιόδου από 1.1.2012 έως 31.12.2013, εν όψει μάλιστα του ότι κατά την τότε ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, πέραν άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος χορήγησης πλήρους σύνταξης γήρατος του απασχολουμένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού, απαιτείτο η πραγματοποίηση (τουλάχιστον) 10.500 ημερών εργασίας (35 ετών) στην ασφάλιση του ΙΚΑ ή άλλου φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και η συμπλήρωση (τουλάχιστον) του 58ου έτους της ηλικίας του ασφαλισμένου, χωρίς βέβαια ν' αποκλείεται αναλόγως της συγκεκριμένης περίπτωσης η συμπλήρωση του ως άνω χρόνου ασφάλισης (35 έτη) να έχει επέλθει σε διαφορετική ηλικία;

Β) Αν η απάντηση στο ερώτημα υπό στοιχείο (Α) είναι καταφατική, μπορεί η θέσπιση του συστήματος της εργασιακής εφεδρείας να δικαιολογηθεί αντικειμενικά και λογικά, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 στοιχ. β περ. i και 6 παρ. 1 στοιχ. α της Οδηγίας, από την άμεση ανάγκη διασφάλισης οργανωτικών, λειτουργικών και δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και ειδικότερα από την άμεση ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών για την επίτευξη συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων μέχρι τα τέλη του έτους 2011, που αναγράφονται στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, όπως είχε ειδικότερα προβλεφθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, προκειμένου να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της χώρας έναντι των εταίρων - δανειστών αυτής για την αντιμετώπιση της οξύτατης και παρατεταμένης δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης που διερχόταν η χώρα και παράλληλα να επιτευχθεί ο εξορθολογισμός και περιορισμός του διογκωμένου δημοσίου τομέα;

Γ) Εάν η απάντηση στο ερώτημα υπό στοιχείο (Β) είναι καταφατική, 1) συνιστά η θέσπιση ενός μέτρου, όπως εκείνου του άρθρου 34 παρ.1 υποπαρ. γ του Ν. 4024/2011, που προβλέπει δραστική περικοπή των αποδοχών του τεθέντος υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας προσωπικού στο 60% του βασικού του μισθού που λάμβανε κατά τον χρόνο εισόδου του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, χωρίς παράλληλα το εν λόγω προσωπικό να υποχρεούται να εργάζεται στον οικείο δημόσιο φορέα και που επάγεται (εκ των πραγμάτων) απώλεια της τυχόν μισθολογικής ή βαθμολογικής του εξέλιξης κατά το διάστημα από τη θέση του σε εργασιακή εφεδρεία μέχρι την απόλυσή του λόγω συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 στοιχ.

β περ. ί και 6 παρ. 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όταν σωρευτικά: α) το προσωπικό αυτό διατηρεί τη δυνατότητα ανεύρεσης άλλης εργασίας (στον ιδιωτικό τομέα) ή έχει την ευχέρεια ν' ασκήσει ελεύθερο επάγγελμα ή επιτήδευμα κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας, χωρίς να χάνει το δικαίωμα λήψης του πιο πάνω ποσού επί του βασικού μισθού, εκτός εάν οι αποδοχές ή το εισόδημα του από τη νέα εργασία ή απασχόλησή του υπερβαίνει τις αποδοχές που λάμβανε πριν τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, οπότε το πιο πάνω ποσό επί του βασικού μισθού περικόπτεται κατά το υπερβάλλον - άρθ. 34 παρ. 1 υποπαρ.

στ, β) ο εργοδότης δημόσιος φορέας, και σε περίπτωση κατάργησής του ο ΟΑΕΔ, αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής στον οικείο ασφαλιστικό φορέα μέχρι την συνταξιοδότηση του υπαλλήλου των ασφαλιστικών εισφορών τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, με βάση τις αποδοχές που λάμβανε ο τελευταίος πριν τη θέση του υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας - άρθ. 34 παρ. 1 υποπαρ.

δ, γ) προβλέπονται εξαιρέσεις από τη θέση υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων που χρήζουν προστασίας (ο άλλος σύζυγος να έχει τεθεί σε εργασιακή εφεδρεία, σύζυγος ή τέκνο με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67% που συνοικούν και βαρύνουν τον υπάλληλο, αναπηρία του υπαλλήλου με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, πολύτεκνοι, μονογονεϊκές οικογένειες που συνοικούν και βαρύνουν τον υπάλληλο) - άρθ. 34 παρ.1 υποπαρ.

β, δ) παρέχεται κατά προτίμηση δυνατότητα μεταφοράς του προσωπικού αυτού σε άλλες κενές θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα με βάση αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια: με την ένταξη σε πίνακες κατάταξης του ΑΣΕΠ - άρθ. 34 παρ. 1 υποπαρ. α -, δυνατότητα όμως που εκ των πραγμάτων ήταν περιορισμένη λόγω της δραστικής μείωσης των προσλήψεων προσωπικού από τους διάφορους δημόσιους φορείς, εξ αιτίας της ανάγκης περιστολής των δαπανών, ε) λαμβάνεται μέριμνα για τη λήψη μέτρων ως προς την αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων που είχαν λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εργαζόμενοι που εντάσσονται σε εργασιακή εφεδρεία και για την κατάρτιση συμφωνίας του Ελληνικού Δημοσίου με την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών προς διευκόλυνση της αποπληρωμής δανείων που το προσωπικό αυτό είχε λάβει από άλλες Τράπεζες, ανάλογα με το συνολικό οικογενειακό εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση καθενός - άρθ. 34 παρ. 10 και 11, στ) με νεώτερο νόμο (άρθ. 1 παρ. 15 του Ν. 4038/2012 - ΦΕΚ Α 14) προβλέφθηκε η κατ' απόλυτη προτεραιότητα έκδοση του κανονισμού της σύνταξης και της εντολής πληρωμής για το υπό στοιχείο (β) και (γ) προσωπικό και πάντως εντός τεσσάρων μηνών από την απόλυσή του και την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών για την αναγνώριση της σύνταξης και ζ) η κατά τα άνω απώλεια της δυνατότητας βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, κατά τη διάρκεια της περιόδου που το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό τελεί υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας και μέχρι την απόλυσή του λόγω συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, δεν θα υφίσταται στην πλειονότητα των περιπτώσεων, περιλαμβανομένης και της ένδικης υπόθεσης, καθόσον ο εργαζόμενος, λόγω της μακράς παραμονής του στον δημόσιο φορέα, έχει εξαντλήσει την μισθολογική ή/και βαθμολογική κλίμακα που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία για την εξέλιξη του; 2) συνιστά η θέσπιση ενός μέτρου, όπως εκείνου του άρθρου 34 παρ.1 υποπαρ.

ε του Ν. 4024/2011 που επιφέρει απώλεια ολόκληρης (ή αναλόγου μέρους) της προβλεπομένης από το άρθρο 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης κατά την απόλυση ή αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ανερχομένης στο 40% της προβλεπομένης αποζημίωσης απόλυσης, για τους επικουρικά ασφαλισμένους μισθωτούς (η οποία προκειμένου για δημόσιους φορείς, οι οποίοι φέρουν κοινωφελή χαρακτήρα ή επιδοτούνται από το κράτος, όπως το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000 ευρώ κατ' ανώτατο όριο), λόγω συμψηφισμού αυτής με τις ληφθείσες κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας μειωμένες αποδοχές, πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου, κατά την έννοια των άρθρων 2 παρ. 2 στοιχ.

β' περ. ί και 6 παρ. 1 στοιχ. α' της Οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη ότι σε κάθε άλλη περίπτωση, τη μειωμένη αυτή αποζημίωση το προσωπικό αυτό θα την λάμβανε κατά την ισχύουσα ως άνω εργατική νομοθεσία, είτε το ίδιο αποχωρούσε, είτε απολυόταν από το φορέα, όπου απασχολείτο". Τα παραπάνω προδικαστικά ερωτήματα, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 267 ΣΛΕΕ, περιήλθαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 4-7-2019, η υπόθεση έλαβε τα στοιχεία C- 511/19 και ακολούθως εκδόθηκε η απόφαση της 15-4-2021, με την οποία το, ως άνω, δικαστήριο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (σκέψεις 21-51 του Δικαστηρίου) "21.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, επιβάλλεται να ελεγχθεί εάν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, εάν εισάγει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας και εάν η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.

22. Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78, όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο και το προοίμιο όσο και από το περιεχόμενο και τον σκοπό της, η οδηγία αυτή επιδιώκει να θεσπίσει γενικό πλαίσιο προκειμένου να εξασφαλίσει σε όλους την ίση μεταχείριση "στην απασχόληση και την εργασία", προσφέροντάς τους αποτελεσματική προστασία από τις διακρίσεις που βασίζονται σε έναν από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 1 της οδηγίας λόγους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηλικία (απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο της 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', η οδηγία 2000/78 εφαρμόζεται, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, "σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων", όσον αφορά "τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών".

24. Εν προκειμένω, δυνάμει της επίμαχης στην κύρια δίκη ρύθμισης, οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε εργοδότη που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα οι οποίοι συμπλήρωναν, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος τέθηκαν υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας έως τη λύση της σύμβασης εργασίας τους. Η ένταξη στο ως άνω καθεστώς επηρέαζε τις αποδοχές τους και την αποζημίωση απόλυσης την οποία θα δικαιούνταν να λάβουν κατά τη λύση της σχέσης εργασίας.

25. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.

26. Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν η ρύθμιση αυτή εισάγει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, επισημαίνεται ότι, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, από το άρθρο 34, παράγραφοι 3 και 4. του νόμου 4024/2011 προκύπτει ότι προβλεπόταν η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας των εργαζομένων σε εργοδότες που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα οι οποίοι συμπλήρωναν, εντός του χρονικού- διαστήματος που όριζε η διάταξη αυτή, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος. Μολονότι όμως το άρθρο 34, παράγραφος 3, αναφέρει ως προϋπόθεση της συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, εντούτοις από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του νόμου " 825/1978, για να "θεμελιώσει εργαζόμενος, όπως ο ΑΒ, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δικαίωμα συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος έπρεπε να συντρέχουν στο πρόσωπο του δύο προϋποθέσεις, ήτοι η πραγματοποίηση 35 ετών ασφάλισης και η συμπλήρωση τουλάχιστον του 58ου έτους της ηλικίας του.

27. Δεδομένου ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, η συμπλήρωση από τον εργαζόμενο της ελάχιστης ηλικίας των 58 ετών αποτελεί, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεων του, αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος σε πλήρη σύνταξη γήρατος και, κατά συνέπεια, για την ένταξη του εργαζομένου στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Συνεπώς, η εφαρμογή του καθεστώτος εργασιακής εφεδρείας στηρίζεται σε κριτήριο άρρηκτα συνδεδεμένο με την ηλικία των εργαζομένων τους οποίους αφορά (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2010, Ingeniorforeningen i Danmark, C-499/08, EU:C:2010:600, σκέψη 23).

28. Κατά συνέπεια, μολονότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έτερη σωρευτική προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, ήτοι η πραγματοποίηση 35 ετών ασφάλισης, αποτελεί εκ πρώτης όψεως ουδέτερο κριτήριο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2000/78, εντούτοις η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση ενέχει διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στο κριτήριο της ηλικίας κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 1 και του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α', της οδηγίας (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa, C-411/05, EU:C:2007:604, σκέψεις 48 και 51).

29. Όσον αφορά, τρίτον, το ζήτημα αν η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78, επισημαίνεται ότι η παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 6 ορίζει ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό σκοπό, ιδίως δε από θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. 30. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την επιλογή όχι μόνον του συγκεκριμένου σκοπού που προτίθενται να επιδιώξουν, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης, αλλά και για τον καθορισμό των μέτρων επίτευξης του σκοπού αυτού (απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Leitner, C-396/17, EU:C:2019:375, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31. Εν προκειμένω, από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4024/2011, αναφορά στην οποία γίνεται τόσο στην απόφαση περί παραπομπής όσο και στις παρατηρήσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της οξείας οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η Ελληνική Δημοκρατία, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση συνιστά εφαρμογή των δεσμεύσεων τις οποίες είχε αναλάβει το κράτος μέλος αυτό έναντι των δανειστών του και οι οποίες συνίσταντο στην άμεση περιστολή της μισθολογικής δημόσιας δαπάνης για την εξοικονόμηση 300 εκατομμυρίων ευρώ για το 2012, και ότι στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας έπρεπε να ενταχθούν 30.000 εργαζόμενοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

32. Η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκθέτουν ότι ο σκοπός αυτός δεν είναι μόνο δημοσιονομικού χαρακτήρα, αλλά αφορά επίσης τον εξορθολογισμό και τη συρρίκνωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα καθώς και την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του. Η Επιτροπή τονίζει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο της οξείας οικονομικής κρίσης είχαν σκοπό να αποτρέψουν την πτώχευση της Ελληνικής Δημοκρατίας και, κατ' επέκταση, να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ με διατήρηση των οικονομικών και άρα και κοινωνικών ισορροπιών.

33. Επιπλέον, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συμβάλλει, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών περιστολής των δημόσιων δαπανών, στην επίτευξη σκοπών της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης. Ειδικότερα, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, αφενός, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορά το εν λόγω καθεστώς μπορούσαν να απολυθούν οποτεδήποτε, με την εφαρμογή του καθεστώτος εργασιακής εφεδρείας διασφαλίστηκε η διατήρηση υψηλού επιπέδου απασχόλησης. Αφετέρου, η ένταξη στο εν λόγω καθεστώς των εργαζομένων που πλησίαζαν τη συνταξιοδότηση εξυπηρέτησε τη δημιουργία ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης μεταξύ νεαρής ηλικίας υπαλλήλων και μεγαλύτερης ηλικίας υπαλλήλων στο πλαίσιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

34. Ως προς το ζήτημα αυτό, οι δημοσιονομικής φύσης λόγοι, μολονότι μπορούν να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων -προστασίας της απασχόλησης τα οποία επιθυμεί να λάβει το κράτος αυτό, δεν μπορούν να συνιστούν εντούτοις, αφ' εαυτών, σκοπό επιδιωκόμενο με την πολιτική αυτή (πρβλ. απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2020, Universitatea "Lucian Biaga" Sibiu κ.λ.π., C-644/19, EU:C:2020:810, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 35.

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι ο κίνδυνος σοβαρών επιπτώσεων, ήτοι, ιδίως, της πτώχευσης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της διατάραξης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ τον οποίο ενείχε η οξεία οικονομική κρίση που αντιμετώπιζε το εν λόγω κράτος μέλος, δεν αίρει τον δημοσιονομικό χαρακτήρα του σκοπού των ληφθέντων μέτρων, τα οποία αφορούσαν την εξοικονόμηση 300 εκατομμυρίων ευρώ για το 2012, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εν λόγω κρίση (βλ., κατ'αναλογία, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 35).

36. Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 60 των προτάσεών του ο σκοπός της περιστολής των δημόσιων δαπανών σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της, κατά το μέτρο που η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση προβλέπει, μέσω της θέσπισης του καθεστώτος εργασιακής εφεδρείας, μείωση των αποδοχών των εντασσόμενων σε αυτό εργαζομένων καθώς και μείωση, ή ακόμη και απώλεια, της αποζημίωσης απόλυσης που αυτοί θα δικαιούνταν σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να επηρεάσει τη φύση ή την έκταση των μέτρων προστασίας της απασχόλησης, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει αφ' εαυτού θεμιτό σκοπό, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος Ι, της οδηγίας 2000/78, ο οποίος να δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας.

37. Πράγματι, το γεγονός ότι σε εθνικό επίπεδο επικρατούν συνθήκες χαρακτηριζόμενες από οξεία οικονομική κρίση ουδόλως σημαίνει ότι το κράτος μέλος επιτρέπεται να εξουδετερώσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διάταξης, στηριζόμενο, για να δικαιολογήσει μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση, αποκλειστικά σε άλλο σκοπό και όχι σε σκοπούς του τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης·κατά τη διάταξη αυτή (βλ., κατ' αναλογία, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, ΑΓΕΤ Ηρακλής, C-201/15, EU:C:2016:972, σκέψη 106).

38. Πάντως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, διαπιστώνεται ότι η θέσπιση με τον νόμο 4024/2011 του καθεστώτος εργασιακής εφεδρείας, που τέθηκε σε εφαρμογή στο πλαίσιο των δημοσιονομικών περιορισμών στους οποίους υπέκειτο η Ελληνική Δημοκρατία, υπηρετούσε θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, κατά την έννοια του 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

39. Ειδικότερα, αφενός, η επιλογή της ένταξης των οικείων εργαζομένων στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, αντί της απόλυσής τους, μπορεί να συμβάλει στη προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 9 ΣΔΈΕ αποτελεί έναν από τους σκοπούς που επιδιώκει η Ένωση (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, Palacios de la Villa, C-411/05, EU:C:2007:604, σκέψη 64, και της 2ας Απριλίου 2020, Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 36).

40. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο σκοπός που συνίσταται στη δημιουργία μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης μεταξύ νεαρής ηλικίας δημόσιων υπαλλήλων και μεγαλύτερης ηλικίας δημόσιων υπαλλήλων, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή κινήτρων για την πρόσληψη και επαγγελματική προώθηση των νέων, μπορεί να αποτελεί θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης και της αγοράς εργασίας (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2011, Fuchs και Kohler, C-159/10 και C-160/10, EU:C:2011:508, σκέψη 50, και της 2ας Απριλίου 2020, Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 38).

41. Η Ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι όντως το πρόγραμμα περιστολής των δημοσίων δαπανών δεν έχει σκοπό να προωθήσει τις προσλήψεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εντούτοις το καθεστώς εργασιακής εφεδρείας για τους εργαζομένους που πλησίαζαν τη συνταξιοδότηση είχε, στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αποτροπή ενδεχόμενων απολύσεων νεότερων εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

42. Από. τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μολονότι το καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντάσσεται στο πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής, επιδιώκει επίσης σκοπούς που εμπίπτουν στην πολιτική στον τομέα της απασχόλησης κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, οι οποίοι μπορούν κατ' αρχήν να δικαιολογήσουν αντικειμενικά και λογικά μια διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας.

43. Πρέπει ακόμη να εξεταστεί, σύμφωνα με το γράμμα της ανωτέρω διάταξης, αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των σκοπών αυτών είναι "πρόσφορα και αναγκαία".

44. Ως προς το ζήτημα αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το καθεστώς εργασιακής εφεδρείας πρέπει να θεωρηθεί πρόσφορο μέσο για την επίτευξη των ως άνω σκοπών της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης. Πράγματι, αφενός, η επιλογή να μην απολυθούν οι εργαζόμενοι που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση αλλά να παραμείνουν στον ανήκοντα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα εργοδότη τους συμβάλλει προδήλως στην προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης. Αφετέρου, η θέσπιση του καθεστώτος αυτού, κατά το μέτρο που κατέστησε, μεταξύ άλλων, δυνατή την αποτροπή της απόλυσης όχι μόνο εργαζομένων που πλησίαζαν τη συνταξιοδότηση, αλλά επίσης και νεότερων εργαζομένων, συνέβαλε στη διασφάλιση συνολικά ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης στο πλαίσιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

45. Όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα του ληφθέντος μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εξισορροπήσουν τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα (απόφαση της 2ας. Απριλίου 2020, Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Αυτό συνεπάγεται ιδίως ότι το εν λόγω μέτρο πρέπει να καθιστά δυνατή την επίτευξη των ως άνω σκοπών χωρίς να θίγει υπέρμετρα τα θεμιτά συμφέροντα των εργαζομένων οι οποίοι πλήττονται (πρβλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2010, Ingeniorforeningen i Danmark, C-499/08, EU:C:2010:600, σκέψη 32). 46. Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών του, η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ηλικίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του δικαιώματος προς εργασία που αναγνωρίζεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εντεύθεν προκύπτει ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συμμετοχή των ηλικιωμένων εργαζομένων στην επαγγελματική ζωή, άρα και στην οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Η παραμονή των ατόμων αυτών στον ενεργό βίο ευνοεί, μεταξύ άλλων, την ποικιλομορφία στην απασχόληση. Το συμφέρον για την παραμονή των ατόμων αυτών στον ενεργό βίο πρέπει πάντως να σταθμίζεται προς άλλα, ενδεχομένως αντίθετα, συμφέροντα (απόφαση της 2ας Απριλίου 2020',"Comune di Gesturi, C-670/18, EU:C:2020:272, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν ο εθνικός νομοθέτης, κατά την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης, επιχείρησε να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς, επ' ωφελεία ιδίως των νεότερων εργαζομένων και, μέσω της διατήρησης υψηλού επιπέδου απασχόλησης, των φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι, σε πλαίσιο δημοσιονομικών περιορισμών, έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να εκπληρώνουν την αποστολή τους και να διασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία τους, χωρίς να θίξει υπέρμετρα τα συμφέροντα των εργαζομένων που εντάχθηκαν στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας.

48. Επ' αυτού, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, μολονότι οι θιγόμενοι εργαζόμενοι υφίστανται λόγω της ένταξης στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας σημαντική μείωση των αποδοχών και απώλεια της ευκαιρίας επαγγελματικής εξέλιξης, "εντούτοις εντάσσονται σε αυτό για σχετικώς σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι κατ' ανώτατο όριο για 24 μήνες, και κατά το πέρας του ως άνω διαστήματος λαμβάνουν πλήρη σύνταξη γήρατος, όπερ αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής τους στο εν λόγω καθεστώς.

49. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της άμεσης συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, η μείωση, ή ακόμη και η απώλεια, της αποζημίωσης απόλυσης την οποία θα δικαιούνταν οι εν λόγω εργαζόμενοι κατά τη λύση της σχέσης εργασίας τους δεν στερείται λογικής υπό το πρίσμα του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου θεσπίστηκε η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Ingeniorforeningen i Danmark, C-515/13, EU:C:2015:115, σκέψη 27).

50. Δεύτερον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η ένταξη των οικείων εργαζομένων στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συνοδεύεται από προστατευτικά μέτρα υπέρ αυτών με αποτέλεσμα την άμβλυνση των επιπτώσεων του ως άνω καθεστώτος. Τα ως άνω μέτρα απαριθμούνται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, υπό α', και περιλαμβάνουν τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ανεύρεσης άλλης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ή άσκησης ανεξάρτητης επαγγελματικής δραστηριότητας χωρίς απώλεια του δικαιώματος λήψης των αποδοχών που καταβάλλονται στο πλαίσιο της εργασιακής εφεδρείας, την υποχρέωση του εργοδότη δημόσιου φορέα ή, σε περίπτωση κατάργησής του, του εθνικού οργανισμού απασχόλησης να καταβάλλει στον οικείο ασφαλιστικό φορέα μέχρι τη συνταξιοδότηση τις ασφαλιστικές τόσο του εργοδότη, όσο και του εργαζομένου με βάση τις προηγούμενες αποδοχές που λάμβανε ο τελευταίος, την εξαίρεση από το καθεστώς εργασιακής εφεδρείας για ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες που χρήζουν προστασίας, τη δυνατότητα μεταφορά του προσωπικού αυτού σε άλλες κενές θέσεις φορέων του δημοσίου τομέα, καθώς και τη λήψη μέτρων για την αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων που είχε λάβει το εν λόγω προσωπικό. 51.

Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση θίγει υπέρμετρα τα θεμιτά συμφέροντα των εργαζομένων, οι οποίοι πλήττονται. Κατά συνέπεια, δεν υπερβαίνει, σε συνθήκες οξείας οικονομικής κρίσης, το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών της πολιτικής στον τομέα απασχόλησης, τους οποίους επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε, ως ακολούθως: "Το άρθρο 2 και το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα, οι οποίοι συμπληρώνουν, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη γήρατος, τίθενται, έως τη λήξη της σύμβασης εργασίας τους, υπό καθεστώς εργασιακής εφεδρείας το οποίο συνεπάγεται μείωση των αποδοχών τους, απώλεια της τυχόν δυνατότητας επαγγελματικής εξέλιξης τους και μείωση, ή ακόμη και απώλεια της αποζημίωσης απόλυσης, την οποία θα δικαιούνταν να λάβουν κατά τη λύση της σχέσης εργασίας, εφόσον η ρύθμιση αυτή επιδιώκει θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία".

Κατόπιν των παραπάνω, ο, ως άνω, πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου δε ότι (μετά την απόρριψη από το δικαστήριο τούτο, με τη με αριθ. 668/2019 απόφαση, του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και του δεύτερου λόγου αναίρεσης) δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 19-8-2017 και με αριθ. κατ. 6178/581/5-9-2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1858/25-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ