Legislator Case Law & Legislation
255/2022 AI generated

255/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 255/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

255/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Keywords

AI generated
survivor benefits donation mortis causa composition in bankruptcy dismissal of testamentary executor cessation of disability pension action for reduction in succession
AI generated
250/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών.
1764/2017
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2008 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1532/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
464/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
65/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 255 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 255/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Στεργίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11152/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1208/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 26-4-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1208/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 15-5-2018 έφεση του ενάγοντος, νυν αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 11152/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 14-9-2016 αγωγή του κατά του εναγόμενου, νυν αναιρεσείοντος, με την οποίαν ο πρώτος ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 144.275,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως συνδικαιούχος κοινού τραπεζικού λογαριασμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/32, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/71 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973 : "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού, (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1).

Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ.2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, και 493 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ' ενός και του δέκτου της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ' ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των κατατεθέντων χρημάτων (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το κατατεθέν χρηματικό ποσό από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της κατάθεσης και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από τη μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 4 που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση. Το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της έλλειψης δικαιώματος αναγωγής έχει ο διάδικος που προβάλλει το πιο πάνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 1410/2015). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012). Περαιτέρω, και με βάση την προαναφερόμενη έννομη σχέση που συνδέει τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, ο καθένας από αυτούς δεν διαπράττει με την ανάληψη ποσών υπεξαίρεση, ούτε γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας ή με ζημία άλλων (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 5901/1998).

Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5368/32, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α' του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν εκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" και ότι "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων...

ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τραπέζης στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προδιαληφθείσες τοιαύτες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της κατάθεσης οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ' εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.

Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος , και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 351/2018, 1691/2014).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής "Από τις υπ' αριθμ. 2057, 2058 και 2059/29-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων....και από τις υπ' αριθμ. 293/15-12-2016 ... 9216 και 9223/15-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος....

καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι είναι ξαδέλφια και αμφότεροι διατηρούσαν στενές σχέσεις με τον θείο τους, Σ. Κ. και τη σύζυγό του Ε. Στις 2-11-2011, ο ως άνω θείος των διαδίκων Σ. Κ. προέβη σε κατάθεση του ποσού των 400.000 ευρώ σε προθεσμιακό λογαριασμό με αριθμό ...

στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ), με ταυτόχρονο άνοιγμα στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα συνδεδεμένου λογαριασμού ταμιευτηρίου με αριθμό ... για την τήρηση σε αυτόν των τόκων της προθεσμιακής κατάθεσης. Σε αμφότερους δε τους παραπάνω λογαριασμούς ο ως άνω Σ. Κ. προσέθεσε συνδικαιούχους αμφότερους τους διαδίκους ανηψιούς του, δημιουργώντας κοινούς λογαριασμούς, διεπόμενους από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", και υπό τον επιπλέον ρητό όρο (άρθρ. 2 του άνω νόμου) ότι σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων ο λογαριασμός θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες μέχρι και του τελευταίου.

Ο ως άνω όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 που ο θείος των διαδίκων Σ. Κ. είχε συμφωνήσει με το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα κατά το άνοιγμα αυτών, δεν ανακλήθηκε ούτε τροποποιήθηκε με άλλη σύμβαση ή πρόσθετη πράξη, παραμένοντας έτσι ισχυρός και έγκυρος μέχρι το θάνατο αυτού, στις 15-7-2012. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2-8-2012 ο εναγόμενος ανέλαβε το σύνολο των κατατεθειμένων στους παραπάνω λογαριασμούς χρημάτων και δη το ποσό των 200.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ. ...

προθεσμιακό λογαριασμό και το ποσό των 88.550,70 ευρώ από τον υπ' αριθμ. 001/1120513 λογαριασμό ταμιευτηρίου με τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. ... επιταγές, όπως προκύπτει από τις σχετικές ι αποδείξεις του ΤΠΔ. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, καθώς και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ύπαρξη του όρου του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932 στις συγκεκριμένες συμβάσεις κοινού λογαριασμού συνεπάγεται μετά το θάνατο του ενός εκ των τριών εν προκειμένω δικαιούχων την αυτοδίκαιη περιέλευση του ποσού των καταθέσεων αυτών στους έτερους συνδικαιούχους, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση σε αμφότερους τους διαδίκους, έναντι των οποίων δεν δύνανται να στραφούν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δικαιούχου και να αξιώσουν μέρος ή το όλον της κατάθεσης.

Επομένως, ο ενάγων, ως συνδικαιούχος από κοινού με τον εναγόμενο των προαναφερομένων τηρουμένων στο ΤΠΔ λογαριασμών, δικαιούται να λάβει το ήμισυ του κατατεθειμένου σε αυτούς, στις 2-8-2012, ποσού των 288.550,70 ευρώ, ήτοι το ποσό των 144.275,35 ευρώ, που αποτελεί και την επίδικη αξίωσή του. Ο εναγόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα αναγωγής επειδή από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση προβλεπόταν διαφορετικός τρόπος κατανομής των καταθέσεων των επιδίκων κοινών λογαριασμών.

Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγων, έχοντας τη διαχείριση των χρημάτων που υπήρχαν στους επίδικους λογαριασμούς προκειμένου, όσο ζούσαν οι Σ. Κ. και η σύζυγός του Ε. Κ., αυτοί (διάδικοι) να καλύπτουν τις ανάγκες των ως άνω θείων τους, είχαν τη ρητή εντολή από τους τελευταίους, τα χρήματα των ως άνω λογαριασμών, μετά το θάνατό τους, κατανεμόμενα σε ίσα μερίδια, να διανεμηθούν σε συγγενείς και άλλα πρόσωπα τα οποία αμφότεροι τους είχαν υποδείξει, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ο οποίος όμως ήδη πριν το θάνατο του ως άνω θείου τους Σ.

Κ., είχε λάβει το μερίδιό του και ως εκ τούτου δεν είχε λαμβάνειν κάποιο άλλο ποσό για αυτή την αιτία, ο ίδιος δε (εναγόμενος), μετά και το θάνατο της θείας του Ε. Κ., σε εκτέλεση της προρρηθείσας εντολής, μοίρασε σταδιακά, αφού διαίρεσε σε επτάμισυ μερίδια, το ποσό των 230.000 ευρώ που είχε απομείνει, μετά την τακτοποίηση διαφόρων υποχρεώσεων (μισθοδοσίες οικιακών βοηθών του ζεύγους Κ., δαπάνες συντήρησης οικίας τους, έξοδα φαρμακευτικής αγωγής και κηδείας της Ε.

Κ.) από τα χρήματα που προέρχονταν από τους παραπάνω λογαριασμούς, στα πρόσωπα για τα οποία προορίζονταν (εκτός του ενάγοντος, ο οποίος είχε λάβει το μερίδιό του) και τα οποία οι θείοι τους θέλησαν να ευεργετήσουν. Ωστόσο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού του εναγομένου, η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι :

α) ο εναγόμενος, παραλείπει οποιαδήποτε αναφορά περί του ποια συγκεκριμένα ήταν τα πρόσωπα, στα οποία, σύμφωνα με τα υπ' αυτού υποστηριχθέντα, έπρεπε να διανεμηθούν τα χρήματα των προαναφερομένων κοινών λογαριασμών, τα οποία ουδόλως κατονομάζει, περιοριζόμενος μόνο να αναφέρει ότι στα πρόσωπα αυτά, συμπεριλαμβάνονταν και οι δύο αλβανικής καταγωγής οικιακές βοηθοί των θείων του καθώς και ο σύζυγος της μίας εξ αυτών, ενώ αν και ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα αυτά προέκυπταν από μία χειρόγραφη κατάσταση, που είχε παραδοθεί από το ζεύγος Κ.

στον ίδιο και στον ενάγοντα (σε αντίγραφο), εντούτοις ουδόλως προσκόμισε τέτοια κατάσταση. Ούτε εξάλλου προσδιόρισε, αλλά ούτε και προέκυψε πότε και ποιο ειδικότερα ποσό καταβλήθηκε στο καθένα από τα πρόσωπα αυτά, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος διατείνεται, έχει εκτελέσει τη επιθυμία των θείων του, διανέμοντας σταδιακά, με τμηματικές καταβολές- μετά την πληρωμή διαφόρων υποχρεώσεων- το εναπομείναν, προερχόμενο από τους άνω λογαριασμούς υπόλοιπο, εκ ποσού 230.000 ευρώ στα ευεργετηθέντα πρόσωπα, στα οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ισχυρίστηκε ότι περιλαμβάνονται και οι δύο αλβανικής καταγωγής οικιακές βοηθοί των θείων του, πλην όμως στην δοθείσα με πρωτοβουλία του (εναγομένου) ένορκη βεβαίωση της, η ίδια η Κ.

Σ., που ήταν η μία εκ των δύο οικιακών βοηθών του ζεύγους Κ. μέχρι το τέλος της ζωής τους, ουδέν αναφέρει περί μεριδίου που να της αναλογούσε από την κατά τα ως άνω διάθεση των χρημάτων των επιδίκων λογαριασμών, ούτε αν έλαβε η ίδια για την παραπάνω αιτία κάποιο ποσό, καταθέτοντας, αντίθετα, αορίστως, ότι, σύμφωνα με την επιθυμία της Ε.

Κ., τα εναπομείναντα μετά το θάνατό της χρήματα των λογαριασμών αυτών θα έπαιρναν κυρίως τα ανήψια της, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει και να κατονομάζει ποια ήταν τα πρόσωπα αυτά, β) τα όσα αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους και οι λοιπές εξετασθείσες με πρωτοβουλία του εναγομένου μάρτυρες Α. Κ., Θ. Π., Ε.

Κ., δεν κρίνονται πειστικά διότι ούτε αυτές προσδιορίζουν, κατονομάζοντάς τα, ποια συγκεκριμένα ήταν εκείνα τα συγγενικά πρόσωπα που έπρεπε να λάβουν μερίδιο, σύμφωνα με την επικαλούμενη από τον εναγόμενο εντολή του συνδικαιούχου και αποκλειστικού καταθέτη Σ. Κ. αλλά και της συζύγου του Ε. Κ. περί διανομής των χρημάτων των επίδικων λογαριασμών, ενώ, εξάλλου, οι δύο πρώτες εξ αυτών, αν και αναφέρουν ότι μεταξύ των προσώπων που θα ελάμβαναν μερίδιο από το διαμοιρασμό των χρημάτων, που θα απέμειναν στους λογαριασμούς μετά και το θάνατο του Σ.

και της Ε. Κ., ήταν και οι δυο οικιακές βοηθοί που φρόντιζαν το ηλικιωμένο ζευγάρι τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται , σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, ούτε από την ένορκη βεβαίωση της ίδιας της μίας εκ των οικιακών βοηθών, Κ. Σ., γ) ενώ ο εναγόμενος, από τη μια μεριά, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων είχε προκαταβολικώς, ήδη πριν το θάνατο του θείου τους, λάβει προκαταβολικά το μερίδιο που του αναλογούσε από την κατά τα ως άνω επικαλούμενη διάθεση των χρημάτων των λογαριασμών σε μερίδια, από την άλλη μεριά, ωστόσο, όλως αντιφατικώς , υποστηρίζει ότι ο ίδιος (εναγόμενος), διαιρώντας το ποσό των 230.000 ευρώ σε επτάμισυ μερίδια, διέθεσε, μετά το θάνατο των θείων του, το μερίδιο που θα προοριζόταν για τον ενάγοντα σε στενό συγγενικό πρόσωπο του τελευταίου, το οποίο είχε ιδιαίτερη μεγάλη ανάγκη, δ) ο λόγος που ο αποκλειστικός καταθέτης και κύριος των χρημάτων Σ.

Κ. κατέστησε, κατά το άνοιγμα της προρρηθείσας προθεσμιακής κατάθεσης και του συνδεμένου με αυτήν λογαριασμού ταμιευτηρίου, συνδικαιούχο τον ενάγοντα, ήταν επειδή επιθυμούσε, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την επί χρόνια αφοσίωση αυτού και της οικογένειάς του προς εκείνον και τη σύζυγό του Ε., να του δωρήσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, χωρίς μάλιστα αυτός (ενάγων) να επιβαρυνθεί φορολογικά δεδομένης της προβλεπόμενης από το νόμο (άρθρο 25 παρ. 2 ν. 2961/2001) απαλλαγής από τον φόρο κληρονομιάς ή δωρεάς, εφόσον, όπως εν προκειμένω, έχει ρητά τεθεί στην τραπεζική σύμβαση κοινού λογαριασμού ο ως άνω όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ε) η πρόβλεψη του όρου αυτού (του άρθρου 2 του ν. 5638/1932) στους επίμαχους λογαριασμούς από τον αποκλειστικό καταθέτη και κύριο των χρημάτων Σ.

Κ., αναδεικνύει και τη σαφή θέλησή του όπως τα χρήματα των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών να περιέλθουν κατά το θάνατό του όχι σε άλλα τρίτα πρόσωπά, αλλά στους διαδίκους, επιβεβαιώνοντας την επιθυμία του αυτή και με τη συνταχθείσα έξι μήνες προ του θανάτου του υπ' αριθμ. 2716/14-12-2011 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πλαΐτη (δημοσιευθείσα με το με αριθμό 123/2014 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου), όπου ρητά αναφέρει την βούλησή του όπως όσα χρήματα βρεθούν στον λογαριασμό του στο ΤΠΔ να περιέλθουν εξ ημισείας στον ενάγοντα και τον εναγόμενο, ενώ εξάλλου και η σύζυγός του και θεία των διαδίκων Ε.

Κ. ουδέν διαφορετικό προέβλεψε σχετικά με τις εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις στη συνταχθείσα μεταγενέστερα αυτής του συζύγου της και ενόσω ο τελευταίος ζούσε υπ' αριθμ. 2731/13-2-2012 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου (δημοσιευθείσα με το με αριθμό 62/2014 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου), καθώς γνώριζε ότι το θέμα των προσώπων στα οποία κατά την επιθυμία του συζύγου της και της ίδιας έπρεπε να περιέλθουν τα χρήματα είχε τακτοποιηθεί, γι' αυτό δε άλλωστε και με ρητές δηλώσεις της, όπως προκύπτει από τα όσα κατηγορηματικά αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι εξετασθείσες με επιμέλεια του ενάγοντος Ε.

Ρ. και Α. Λ., επιβεβαίωνε ότι τα χρήματα των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών είχαν μοιραστεί εξίσου στους διαδίκους. Με βάση όλα τα παραπάνω, και εφόσον ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στο επωμιζόμενο από τον ίδιο βάρος απόδειξης περί της έλλειψης δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους του ενάγοντος, η από 14-9-2016 αγωγή του τελευταίου, που είναι νόμιμη ως προς την κατ' αναγωγή αξίωσή του για την επιδίκαση σ' αυτόν του ποσού των 144.275,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ήμισυ του αναληφθέντος από τον εναγόμενο ποσού, αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη".

Περαιτέρω, το Εφετείο αφού απέρριψε την επαναφερθείσα με τις προτάσεις από τον εναγόμενο ενώπιόν του ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με την εξής αιτιολογία "Η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που προέβαλε ο εναγόμενος, διότι, όπως υποστήριξε, η γνώση του ενάγοντος ότι ουδέν αυτός του οφείλει προκύπτει από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν επεδίωξε δικαστικώς την ικανοποίηση της επικαλούμενης απαίτησής του παρά μόνο τέσσερα χρόνια μετά τα ιστορούμενα στην αγωγή γεγονότα, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος καθ' υπέρβαση των ορίων που αναφέρει, έχει εφαρμογή όταν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα από το δικαιούχο και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, όπως εν προκειμένω συμβαίνει (ΑΠ 1480/2012, 1158/2011)", δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και κράτησε την επίδικη αγωγή, δέχθηκε αυτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει τον ενόγοντα το ποσό των 144.275 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου τόσον ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής και την εσωτερική έννομη σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων κοινού τραπεζικού λογαριασμού, αλλά και την απόρριψη της προταθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησσε όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, μεταξύ των οποίων και το παραστατικό κατάθεσης μέρους (270.000 ευρώ) από το προαναφερθέν αναληφθέν απ' αυτόν ποσού σε λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου.

Κατ' ακολουθία, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-12-2011 δημόσιας διαθήκης του Σ. Κ. η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Πλαίτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου με το υπ' αριθμ. 123/2014 σχετικό πρακτικό, δυνάμει της οποίας ο θανών θείος των εδώ διαδίκων εγκαθιστούσε τη σύζυγο του Ε., το γένος Μ.

και Α. Π., κληρονόμο του σε όσο χρηματικό ποσό ευρεθεί τότε από τον υπ' αριθμ... λογαριασμό που έχει στο ΤΠΔ ποσού 400.000 ευρώ, στον οποίον συνδικαιούχοι είναι τα ανίψια του, εδώ διάδικοι, και σε περίπτωση προαποβιώσεως αυτής όσα χρήματα βρεθούν στον πιο πάνω λογαριασμό θα περιέλθουν μισά μισά σ' αυτούς. Καθώς και ότι το Εφετείο, αν λάμβανε το αληθές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι η αξίωσή του διέπεται από τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 2 του ν. 5638/1932.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 2/2009) αφενός διότι το Εφετείο αναφέρθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στην ως άνω δημόσια διαθήκη, προκειμένου να επιχειρηματολογήσει υπέρ της διάθεσης του ως άνω ποσού στους εδώ διαδίκους προς απόκρουση του επικαλούμενου από τον εδώ αναιρεσείοντα ότι είχε λάβει εντολή από τον ως άνω θανόντα και τη σύζυγό του να διαμοιράσει το εναπομένον ποσό σε τρίτα πρόσωπα, και επί πλέον λήφθηκε υπόψη όχι ως κύριο αποδεικτικό μέσο και δίχως να εξάρει την αποδεικτική του ισχύ, αλλά συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη του ως άνω σχετικού ισχυρισμού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, ενώ, εξ άλλου, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, που έχει ως αντικείμενο την αναγωγή του ενός συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού κατά του άλλου σε περίπτωση ανάληψης όλου του ποσού από τον τελευταίο.

Κατά συνέπεια, πρέπει ν αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1208/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ