255/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 255 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated255/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 255 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 255 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 255/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζύγου Ι. Μ. το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Μηλιαράκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 29-9-2017 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. συζύγου Γ. το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Αθανασιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 2-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1025/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 341/2015 Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Με την από 25-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 341/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία απορρίφθηκαν κατ’ ουσία δυο (αντίθετες) εφέσεις των διαδίκων κατά της 1025/2007 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, (με την οποία είχε απορριφθεί η από 4-10-2000 αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας και έγινε εν μέρει δεκτή η από 2-3-2001 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 23/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ,Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
||) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νόμιμα με επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή που ορίσθηκε με την 311/2002 μη οριστική περί αποδείξεων απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στις προσαγόμενες με επίκληση 61/2002 και 21/2003 εισηγητικές εκθέσεις, όλων των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, της από Ιουνίου 2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Χ. Α. που διενεργήθηκε νόμιμα σύμφωνα με την ως άνω περί αποδείξεων απόφαση, της από 30.7.2002 τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. που διορίσθηκε νόμιμα ώς τεχνικός σύμβουλος από την πλευρά της ενάγουσας Α. Κ. καθώς και της από 18.5.2001 ιδιωτικής γνωμοδότησης - τεχνικής έκθεσης του αρχιτέκτονος και πολιτικού μηχανικού Ν. Χ. (άρθρ. 390 ΚΠολΔ) που προσκομίζει η ενάγουσα Κ. Κ. αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ’ αριθμ. .../22.9.1954 συμβόλαιο του τέως συμ/φου Πατρών Σ. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ... οι γονείς των διαδίκων αδελφών, Σ. Κ. και Μ. συζ. Σ. Κ. αγόρασαν και έγιναν κύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα αγροτεμάχιο τότε και ήδη οικόπεδο στη θέση "...", και επί της οδού ..., εκτάσεως 171 τ.μ. Επί του ακινήτου τους αυτού οι ως άνω ανήγειραν ισόγεια οικοδομή 140 τ.μ., αποτελούμενη από δύο αυτοτελή διαμερίσματα, την οποία νομιμοποίησαν μετά την ένταξη της περιοχής, όπου το ακίνητο τους το 1971 στο σχέδιο πόλεως Πατρών. Ακολούθως με το υπ’ αριθμ. .../5.7.1971 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χ. Κ. οι ίδιοι συνιδιοκτήτες συνέταξαν οροφοκτησία κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., βάσει της οποίας ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου τους 75% διατηρήθηκε υπέρ του ήδη υφιστάμενου ισογείου ορόφου, με την επιφύλαξη ανακατανομής αυτού υπέρ των μελλοντικών υπέρ το ισόγειο ορόφων που θα μπορούσαν να ανεγείρουν με βάση τις πολεοδομικές διατάξεις. Το δε υπόλοιπο ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου τους 25% έδωσαν στο μελλοντικό πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, το δικαίωμα υψούν επί του οποίου με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο πώλησαν και μεταβίβασαν στην ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή θυγατέρα τους Α. Κ.. Η τελευταία έλαβε την υπ’ αριθμ. ...3.9.1971 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Τ.Χ.Ν Αχαΐας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων για την ανέγερση πρώτου ορόφου στην ως άνω οικοδομή, επιφανείας 99 τ.μ. στην πραγματικότητα όμως ανήγειρε όροφο 114,95 τ.μ.. Στη συνέχεια οι ίδιοι ως άνω γονείς και δικαιοπάροχοι των διαδίκων, φερόμενοι ως κάτοχοι της υπ’ αριθμ. ...1975 οικοδομικής άδειας του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αχαΐας, προέβησαν στην ανοικοδόμηση άλλων δύο ορόφων και συγκεκριμένα δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου 85,50 τ.μ. και τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου 68,40 τ.μ. και δώματος 12,90 τ.μ. Περαιτέρω με το υπ’ αριθμ. .../25.9.1981 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Κ. Σ. οι ίδιοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων προέβησαν σε τροποποίηση της συσταθείσας ως άνω οροφοκτησίας επί της οικοδομής τους και το παρακρατηθέν ποσοστό 75% συγκυριότητας επί του οικοπέδου: ανακατανεμήθηκε και έλαβαν 12,5% κάθε ένα από τα δύο διαμερίσματα του ισογείου και 25% κάθε ένας από τους δεύτερο και τρίτο υπέρ το ισόγειο ορόφους, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 25%, όπως προαναφέρθηκε έλαβε ο πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφος ιδιοκτησίας της ενάγουσας Α. Κ.. Στη συνέχεια με τα υπ’ αριθμ. .../25.9.1981 και ...1.3.1985 συμβόλαια του ιδίου ως άνω συμ/φου, που μεταγράφηκαν νόμιμα οι δικαιοπάροχοι γονείς των διαδίκων μεταβίβασαν, με το πρώτο στην ενάγουσα στην πρώτη αγωγή, θυγατέρα τους Κ. Μ., λόγω προίκας τον ως άνω δεύτερο όροφο και με το δεύτερο στην ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή Α. Κ., λόγω γονικής παροχής τον ως άνω τρίτο όροφο κατά ψιλή κυριότητα. Περαιτέρω οι διάδικοι αποπεράτωσαν τα ημιτελή ως άνω διαμερίσματα που είχαν λάβει από τους γονείς τους, αλλά στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι η προαναφερόμενη ...1975 οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας είχαν ανεγερθεί ο δεύτερος και τρίτος όροφος της οικοδομής πλαστή, γεγονός που είχε ως συνέπεια οι όροφοι αυτοί που είχαν λάβει οι διάδικοι να είναι, αυθαίρετοι και κατεδαφιστέοι, αφού είχαν ανεγερθεί χωρίς νόμιμη άδεια. Η κατασκευή των δύο τελευταίων ορόφων υπήρξε ενιαία στον αναγκαίο χρόνο από τεχνικής άποψης σκυροδέτησης του δευτέρου και στη συνέχεια του τρίτου ορόφου και κατόπιν συνεχίσθηκαν παράλληλα οι υπόλοιπες εργασίες αποπεράτωσης τους. Σε κάθε δε περίπτωση η βούληση των συνιδιοκτητών δικαιοπαρόχων των διαδίκων ήταν να γίνει ενιαία η ανέγερση των δύο αυτών ορόφων και για αυτό προχώρησαν παράλληλα στις εργασίες κατασκευής τους που εκτέλεσε ο ίδιος εργολάβος με τα ίδια υλικά και ξυλότυπο, Η. Π., που εξετάσθηκε μάρτυρας στην πρωτοβάθμια δίκη. Πρέπει να σημειωθεί ότι το έτος 1975, όταν ανεγέρθηκαν οι όροφοι αυτοί απέμενε υπόλοιπη επιτρεπόμενη πολεοδομικά δόμηση, μετά την κατά τα ανωτέρω νομιμοποίηση του ισογείου και την κατασκευή του πρώτου ορόφου με την προαναφερόμενη ...3-9-1971 οικοδομική άδεια, υπολογιζόμενη σε (171,08 τ.μ. η επιφάνεια του οικοπέδου Χ 2 ο συντελεστής δόμησης μείον (140,79 τ.μ. η επιφάνεια του ισογείου + 99,90 τ.μ. η νόμιμη επιφάνεια του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου) = 342.16 τ.μ. - 240,69 τ.μ. = 101,47 τ.μ. Από την υπόλοιπη επιτρεπόμενη αυτή δόμηση των 101,47 τ.μ. αναλογούσε σε καθένα των δευτέρου και τρίτου ορόφων της οικοδομής που έλαβαν τα ίδια ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και ανεγέρθηκαν ταυτόχρονα ποσοστό Vi, δηλαδή (101,47/2=) 50,73 τ.μ. δόμηση ο κάθε όροφος. Αντί αυτού κατασκευάσθηκαν με επιφάνεια 85,50 τ.μ. ο δεύτερος όροφος και 68,40 τ.μ. ο τρίτος όροφος, δηλαδή και οι δύο υπερέβαιναν την παρεχόμενη σε αυτούς δόμηση τους άνω των 50,73 τ.μ. Κατόπιν αυτού η ενάγουσα της πρώτης αγωγής, Κ. Μ. ξεκίνησε διαδικασία νομιμοποιήσεως και με την υπ’ αριθμ. .../7-3-1991 αίτησή της προς τη Διεύθυνση της Πολεοδομίας Πατρών της Νομαρχίας Αχαΐας ζήτησε τη νομιμοποίηση τμήματος του Α’ ορόφου και περαιτέρω των Β’ και Γ’ ορόφου και του δώματος και την εξαίρεση αυτών από την κατεδάφιση, αίτημα το οποίο τροποποίησε μεταγενεστέρως μετά την έκδοση των πράξεων εξαίρεσης από την κατεδάφιση με την .../6-8-1988 αίτησή της προς την αρμόδια πολεοδομική αρχή, περιορίζοντας αυτό στη νομιμοποίηση και την εξαίρεση από την κατεδάφιση μόνο του δευτέρου ορόφου. Επί της ως άνω πρώτης αίτησης του. έτους 1991 εκδόθηκε αρχικά κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της αρμόδιας Επιτροπής της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, η ...30-8-1991 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση τμήμα του δευτέρου ορόφου, διαστάσεων 5,20 Χ 0,95, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η .../23-12-1995 απόφαση του ιδίου Νομάρχη με την οποία, εξαιρέθηκαν από την κατεδάφιση τμήμα του Α’ ορόφου εμβαδού 15,05 τ.μ. και ολόκληρος, ο δεύτερος όροφος επιφανείας 85,35 τ.μ. Στο κείμενο της τελευταίας .../23-12-1995 απόφασης αναφέρεται ότι η επίδικη κατασκευή δεν αντίκειται στις πολεοδομικές διατάξεις της περιοχής που ίσχυαν κατά το χρόνο της κατασκευής ή ισχύουν σήμερα, δεν βλάπτει υπέρμετρα την πάλη ή τον οικισμό, γιατί δεν γίνεται υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, δεν βλάπτει το άμεσο ή ευρύτερο περιβάλλον γενικά, γιατί έχει χρήση κατοικίας και δεν είναι επικίνδυνη από στατική άποψη. Όσον αφορά το αίτημα περί νομιμοποιήσεως του ιδίου δευτέρου ορόφου η δ/νση ΧΟΠ Αχαΐας ζήτησε από την ενάγουσα Κ. Μ. να προσκομίσει στατική μελέτη της οικοδομής, δηλαδή και των δύο αυθαιρέτων ορόφων (β+γ), προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία. Μάλιστα στις αντιρρήσεις της ενάγουσας αυτής να προσκομίσει στατική μελέτη για ολόκληρη την οικοδομή με τη δικαιολογία ότι είναι κυρία μόνο του δευτέρου ορόφου η Δ/νση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας με το .../30-5-1996 έγγραφο της γνωστοποίησε προς αυτήν ότι προκειμένου να γίνει έλεγχος του οικείου φακέλου και η θεώρηση της στατικής μελέτης, πρέπει να προσκομισθούν η εγκεκριμένη στατική μελέτη και τα τεύχη υπολογισμού για όσους ορόφους έχει εκδοθεί άδεια. Παράλληλα στις 22-3-1996 η ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή Α. Κ. ζητεί με αίτησή της από την ως άνω Υπηρεσία να μην προχωρήσει σε νομιμοποίηση του δευτέρου ορόφου της οικοδομής ιδιοκτησίας της αδελφής της Κ. Μ., γιατί ή τελευταία έχει υπερβεί την αναλογία του συντελεστή δόμησης, με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου που της μεταβιβάσθηκε με το ως άνω .../1981 προικοσυμβόλαιο. Κατόπιν αυτού οι προαναφερόμενες ...91 και .../1995 αποφάσεις του Νομάρχη Αχαίας για την εξαίρεση ως άνω τμήματος του πρώτου ορόφου και του δευτέρου ορόφου της επίμαχης οικοδομής από την κατεδάφιση ανακλήθηκαν με την .../20-6-2002 επίσης απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, στην οποία παρατίθενται οι ακόλουθες αιτιολογίες: "Έχοντας υπ’ όψιν 1.........7. Το υπ’ αριθμ. ...2002 έγγραφο της Υπηρεσίας μας προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πάτρας. 8. Την υπ’ αριθμ. 311/2002 (απόφαση) τακτική διαδικασία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πάτρας όπου το δικαστήριο διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που θα διεξαχθεί με φροντίδα του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, διορίζοντας πραγματογνώμονα, προκειμένου να αποφανθεί αν ο τρίτος όροφος πάνω από το ισόγειο και το δώμα επιβαρύνουν τη στατική επάρκεια της ένδικης οικοδομής, δημιουργώντας κίνδυνο για την ιδιοκτησία της ενάγουσας Κ. Μ. και σε ποιο βαθμό, αν οι σκελετοί των β’ και γ’ ορόφων της ανωτέρω οικοδομής ανεγέρθηκαν ταυτόχρονα, ο χρόνος ανοικοδόμησης καθενός από τους β’ και γ’ ορόφους αυτής καθώς και το ποσοστό συνιδιοκτησίας ή αν ο εναπομένων συντελεστής δόμησης αναλογεί στον β’ όροφο. 9. Το υπ’ αριθμ. .../01 έγγραφο της Υπηρεσίας μας όπου ορίζεται επιτροπή για την επανεξέταση της υπόθεσης και την παρακολούθηση της εξέλιξης μέχρι την επίλυσή της. Αποφασίζουμε: Μετά την 311/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ανακαλούμε τις υπ’ αριθμ. ...91 και 370/95 προηγούμενες αποφάσεις μας καθώς και το υπ’ αριθμ. .../99 έγγραφο της Δ/νσης ΧΟΠ προς εμάς για συγκρότηση συνεργείου κατεδάφισης αυθαιρέτου οικοδομής. Η παρούσα θα ισχύσει μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη δικαστική διευθέτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος". Περαιτέρω με το υπ’ αριθμ. ...1995 έγγραφο της Δ/νσης ΧΟΠ Αχαΐας που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα της δεύτερης αγωγής, Α. Κ. της γνωστοποιήθηκε ότι ο τρίτος όροφος της οικοδομής που φέρεται ότι της ανήκει, είναι αυθαίρετος, γι’ αυτό θα πρέπει να κατεδαφισθεί ή να υποβληθεί φάκελος για τη νομιμοποίησή του. Υποβάλλεται φάκελος και η Επιτροπή κατόπιν αυτοψίας κρίνει ότι το οροφοδιαμέρισμα του τρίτου ορόφου και το δώμα είναι κατεδαφιστέα, κατά της οποίας η ενάγουσα Α. Κ. υπέβαλε ένσταση. Τελικά με το ...-12-1996 πρακτικό της Επιτροπής Κρίσης Νέων Αυθαιρέτων απορρίφθηκαν οι .../1996 ενστάσεις της Α. Κ. και του πατέρα της Σ. Κ. κατά της .../18-6-1996 έκθεσης αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία είχαν κριθεί αυθαίρετα και κατεδαφιστέα τόσο ο τρίτος όροφος της οικοδομής, όσο και το δώμα, γι’ αυτό και με το υπ’ αριθμ. .../1999 έγγραφο της Δ/νσης Χ.Ο.Π. Αχαΐας ζητήθηκε η συγκρότηση συνεργείου κατεδάφισης. Το τελευταίο .../1999 έγγραφο της Δ/νσης Χ.Ο.Π. Αχαΐας ανακλήθηκε με την προαναφερόμενη ...20-6-2002 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία ανακλήθηκαν και οι προηγούμενες ως άνω αποφάσεις του .../91 και .../95 περί εξαίρεσης από την κατεδάφιση του δευτέρου ορόφου. Πέραν των ανωτέρω στο ...20.02/2-4-2002 έγγραφο, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο έγγραφο μνημονεύεται στην προαναφερόμενη ανακλητική απόφαση .../20.6.2002 του Νομάρχη Αχαΐας, αναφέρονται τα εξής: "Στην οδό ... σε οικόπεδο ..., ανηγέρθη ισόγεια οικοδομή και επ’ αυτής ακολούθησε αρχικά προσθήκη α1 ορόφου με την υπ’ αριθμ. ...71 οικ. άδεια και στην συνέχεια β’ και γ’ όροφος και δώμα άνευ αδείας (ή τουλάχιστον με την χρήση της πλαστής και ανύπαρκτης "...75" οικοδ. άδειας), οι οποίοι και καταγράφονται ως αυθαίρετοι. Με τις υπ’ αριθμ. .../91 & 10571/98 αιτήσεις της η κ. Μ. Κ. ιδιοκτήτρια του β’ του ισογείου ορόφου ζητεί την νομιμοποίηση του διαμερίσματος της, διαδικασία η οποία ουδέποτε ολοκληρώθηκε διότι ο φάκελος νομιμοποίησης δεν είχε την προβλεπόμενη πληρότητα δικαιολογητικών και στοιχείων. Επ’ αυτού έχει ενημερωθεί με τα .../16.8.2000 και .../23.8.2000 έγγραφά μας, όπως επίσης και ότι η αίτηση της αρχειοθετήθηκε λόγω παρέλευσης εννεαμήνου καθώς επίσης ότι δύναται εφόσον ολοκληρωθεί η πληρότητα του. φακέλου να επανέλθει με νεότερη αίτηση νομιμοποίησης. Καθοριστικής σημασίας δεδομένο για την μη ολοκλήρωση της έκδοσης της αδείας νομιμότητας αποτέλεσε ο έλεγχος της στατικής επάρκειας του κτιρίου, για την οποία ουδέποτε κατετέθη πλήρης μελέτη. Το γεγονός αυτό δεν οδηγεί υποχρεωτικά στον χαρακτηρισμό του κτιρίου ως επικινδύνου και συνεπώς κατεδαφιστέου. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός ως αυθαίρετης μιας κατασκευής δεν συνεπάγεται αυτόματα και τον χαρακτηρισμό της ως επικίνδυνης. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το θέμα της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου κτιρίου έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη την υπηρεσία μας και έχουν εκδοθεί γνωματεύσεις από τρεις διαφορετικούς υπαλλήλους της Ν.Α. Αχαΐας, οι οποίες προέκυψαν από μακροσκοπικό έλεγχο κατόπιν αυτοψίας και οι οποίες συγκλίνουν στο ότι δεν παρατηρούνται ορατές ενδείξεις κινδύνου όπου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 του από 13.4.29 Π.Δ. "περί επικινδύνων οικοδομών" θα συνηγορούσαν στην σύνταξη του σχετικού πρωτοκόλλου. Ωστόσο επειδή στο συγκεκριμένο κτίριο έχουν υπάρξει αυθαιρεσίες και δεν υπήρχε ολοκληρωμένη στατική μελέτη που να αποτύπωνε την υφιστάμενη κατάσταση της πολυκατοικίας, ζητήσαμε να μας προσκομισθεί εμπεριστατωμένη μελέτη από ιδιώτη μηχανικό όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 3 του από 13-4-29 Π.Δ. και να γίνουν για τη συγκεκριμένη περίπτωση οι έλεγχοι που επιβάλλονται από το Π.Δ. της 3/8-9-83. Τα παραπάνω στοιχεία έχουν κατ’ επανάληψη ζητηθεί, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα. Συνεπεία των παραπάνω παραλείψεων εκ μέρους των ιδιωτών είναι η αδυναμία έκδοσης αδείας νομιμοποίησης του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου και να καθίσταται εξ αυτού του γεγονότος ανενεργής η απόφαση εξαίρεσης της κατεδάφισής του, δεδομένου ότι η έκδοση της οικοδομικής αδείας είναι η διοικητική πράξη που θα ολοκλήρωνε τη διαδικασία της νομιμοποίησης. Κατά της τελευταίας .../20-6-2002 απόφασης του Νομάρχη Αχαΐας που ανακάλεσε τις ...91 και .../95 αποφάσεις του αυτού. Νομάρχη, με τις οποίες είχαν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση τμήματα της επίμαχης οικοδομής καθώς και το υπ’ αριθμ. .../99 έγγραφο της Δ/νσης ΧΟΠ της Ν.Α. Αχαΐας περί συγκρότησης, συνεργείου κατεδάφισης, ως διοικητικής πράξης η ενάγουσα της πρώτης αγωγής Κ. Μ. άσκησε αίτηση ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών. Το τελευταίο Δικαστήριο με την ... απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την .../20-6-2002 ανακλητική απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας. Κατά της απόφασης αυτής (...) άσκησε έφεση η Ν.Α. Αχαΐας επί της οποίας εκδόθηκε η .../2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απόφαση αφού διέλαβε τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, έκρινε ότι με την .../20-6-2002 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας είχαν ανακληθεί παράνομες διοικητικές πράξεις και εξαφάνισε την εκκαλουμένη ... ακυρωτική απόφαση και η προσβαλλόμενη .../20-6-2002 ανακλητική απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας παρέμεινε ισχυρή. Κατόπιν των ανωτέρω οι ιδιοκτησίες των διαδίκων, δεύτερος όροφος για την Κ. Μ. και τρίτος όροφος για την Α. Κ. εξακολουθούσαν να είναι πολεοδομικά αυθαίρετες και απλά ανεστάλη η διαδικασία κατεδάφισής τους εγώ εχρησιμοποιούντο από διαδίκους αδελφές ως κατοικίες. Ήδη η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής Α. Κ., ιδιοκτήτρια του τρίτου ορόφου της επίμαχης οικοδομής, προέβη σε δηλώσεις υπαγωγής της ιδιοκτησίας της αυτής στις ευεργετικές διατάξεις για τη ρύθμιση αυθαιρέτων κτισμάτων αρχικά του Ν. 4014/2011 με την καταβολή του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου (Α/Α δήλωσης 363301 τακτοποίησης αυθαιρέτου κτίσματος) και στη συνέχεια του Ν. 4178/2013 και προσκομίζει περί αυτού την από 20-1-2014 (Α/Α δήλωσης ...) βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο ν. 4178/2013, σύμφωνα με την οποία υπάγεται στην κατηγορία 2 των αυθαιρέτων κατασκευών που υφίστανται προ της 1-1-1983 και υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 και εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης με την καταβολή του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου που προβλέπονται από τον παραπάνω νόμο και κατέβαλε η ενάγουσα αυτή. Η ενάγουσα της πρώτης αγωγής Κ. υποστηρίζει ότι η ίδια επιθυμεί την οριστική νομιμοποίηση της με βάση τις πολεοδομικές διατάξεις και την έκδοση οικοδομικής αδείας, την οποία διαδικασία παρεμποδίζει η αντίδικος αδελφή της Α. Κ. με συνεχείς παρεμβάσεις της και όχι με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί τακτοποίησης αυθαιρέτων κτισμάτων. Τα υποστηριζόμενα αυτά από την της πρώτης αγωγής, Κ. Μ., δεν κρίνονται βάσιμα. Ειδικότερα πολεοδομική νομιμοποίηση, του δεύτερου ορόφου της οικοδομής ιδιοκτησίας της θα μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση που η κατασκευή του ορόφου αυτού από τους δικαιοπαρόχους γονείς των διαδίκων είχε προηγηθεί χρονικά της κατασκευής του τρίτου ορόφου. Οπότε στην περίπτωση αυτή το υπόλοιπο επιτρεπόμενο της δόμησης της οικοπέδου της οικοδομής μετά την κατασκευή του ισογείου και πρώτου ορόφου αυτής που υπολογίσθηκε ως άνω με τον προαναφερόμενο συντελεστή δόμησης σε 101,47 τ.μ. μπορούσε να εξαντληθεί στην κατασκευή του δευτέρου ορόφου και να μην υπάρχει δυνατότητα ανέγερσης τρίτου ορόφου. Με δεδομένο, όμως, ότι όπως έγινε δεκτό ως άνω, η κατασκευή του δευτέρου και τρίτου ορόφου υπήρξε σύγχρονη (στον ίδιο χρόνο) η υπόλοιπη επιτρεπόμενη δόμηση πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ αυτών από 50,73 τ.μ. στον καθένα και ο δεύτερος όροφος της Κ. Μ. επιφανείας 85,50 τ.μ. και ο τρίτος όροφος της Α. Κ., επιφανείας 68,40 τ.μ. είναι πολεοδομικά αυθαίρετοι ο καθένας κατά την επιφάνεια που υπερβαίνει την ως άνω δόμηση των 50,73 τ.μ. που του αναλογεί. Καθίσταται δε παράλογο οι διάδικες αδελφές να επιδιώκουν κάθε μία την καθαίρεση της ιδιοκτησίας της άλλης λόγω πολεοδομικής παράβασης τη στιγμή μάλιστα που πλέον παρέχεται στο νόμο δυνατότητα τακτοποίησης των αυθαιρέτων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους. Κατόπιν αυτών τα διαλαμβανόμενα στην από 2-3-1996. αίτηση και 4-7-1996 εξώδικη διαμαρτυρία της εναγόμενης στην πρώτη αγωγή Α. Κ. προς τη Δ/νση ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας ότι η ενάγουσα της πρώτης αγωγής Κ. Μ., προκειμένου να επιτύχει τη νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας της υπολόγισε συντελεστή δόμησης μεγαλύτερο από τον αναλογούντα σε αυτή, δεν ήταν ψευδή, αφού όπως προαναφέρθηκε η ενάγουσα Κ. Μ. διεκδικεί για τη νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας της τον εναπομείναντα συντελεστή δόμησης μετά την ανέγερση του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής με τη δικαιολογία ότι η ιδιοκτησία της αυτή (δεύτερος όροφος) προηγήθηκε στην κατασκευή της του τρίτου ορόφου της αντιδίκου αδελφής. Σημειωτέον ότι η εναγόμενη Α. Κ. με την προσκομιζόμενη ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών κηρύχθηκε αθώο για το ποινικό αδίκημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή Κατ’ εξακολούθηση, αφού οι ως άνω αναφορές της προς τη Δ/νση ΧΟΠ Ν.Α. Αχαΐας αποδεικνύονται αληθείς. Επομένως το σχετικό αίτημα της πρώτης υπό κρίση αγωγής της Κ. Μ. με το οποίο επιδιώκει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της από το αδίκημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή το ποσό των 10.000.000 δραχμών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Οπότε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρόμοιες αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα αυτό ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο αντίθετος λόγος της έφεσης της ενάγουσας Κ. Μ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης όπως προαναφέρθηκε οι ιδιοκτησίες - όροφοι των διαδίκων αδελφών μετά την ανάκληση των προαναφερομένων αποφάσεων που εξαίρεσαν από την κατεδάφιση τον δεύτερο όροφο ιδιοκτησίας της ενάγουσας Κ. Μ., παραμένουν πολεοδομικά αυθαίρετοι ο κάθε όροφος κατά το τμήμα που υπερβαίνει την αναλογούσα σε αυτόν δόμηση των 50,73 τ.μ.. Οπότε δεν υφίσταται μονομερής υποχρέωση της εναγομένης Α. Κ. προς κατεδάφιση του υπερκείμενου τρίτου ορόφου - ιδιοκτησίας της, η οποία διαδικασία έχει ανασταλεί ως άνω και δεν υφίσταται άμεση, υποχρέωση της εναγομένης Α. Κ. προς κατεδάφιση μετά μάλιστα και την τακτοποίηση της οικοδομής της με την υπαγωγή της στο Ν. 4178/2013 και την οριστική εξαίρεση, από την κατεδάφιση. Επίσης με δεδομένο ότι οι δύο όροφοι έχουν αναγερθεί ταυτόχρονα και δικαιούται ο καθένας το μισό της υπόλοιπης επιτρεπόμενης δόμησης του οικοπέδου, η παραμονή του τρίτου ορόφου δεν παρεμποδίζει την πολεοδομική νομιμοποίηση του δευτέρου ορόφου. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι ο τρίτος όροφος ιδιοκτησίας της Α. Κ. επηρεάζει δυσμενώς τη στατική επάρκεια της οικοδομής ώστε να κινδυνεύει ο δεύτερος όροφος, ιδιοκτησίας της Κ. Μ.. Πέραν των ως άνω που αναφέρθηκαν σχετικά είναι και το αριθ. πρωτ. .../24-8-2001 έγγραφο της Δ/νσης ΧΟΠ της Ν.Α. Αχαΐας, η από 20-5-1999 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Α. Π. που διαβιβάζεται προς τη Δ/νση ΧΟΠ με το αριθμ. πρωτ. ...24-5-1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, όπως και τα υπ’ αριθμ. ...-1-1999 και .../99 και .../99 έγγραφα της Διεύθυνσης ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, Τμήμα Στατικού Ελέγχου και Επικίνδυνων Οικοδομών, καθώς και τις λοιπές εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις από τις οποίες προκύπτει ότι η ανέγερση του δευτέρου και τρίτου ορόφου καταπονούν κατά τον ίδιο τρόπο την οικοδομή και. δεν υπάρχει επικινδυνότητα από την ύπαρξη του τρίτου ορόφου, πράγμα που προκύπτει εύλογα από το ότι μέχρι σήμερα μετά από δεκαετίες και αλλεπάλληλες σεισμικές καταπονήσεις, δεν παρατηρείται καμία βλάβη στο κτίριο στο διάστημα των 40 ετών από την ανέγερση το έτος 1975 των δευτέρου και τρίτου ορόφων, τη στιγμή μάλιστα που επί 13 και πλέον έτη από τον ως άνω χρόνο ανέγερσης των ορόφων και μέχρι την αποκάλυψη της Πλαστότητας της οικοδομικής άδειας δεν είχε δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα μεταξύ των διαδίκων αδελφών από την αιτία αυτή. Επομένως τα υποστηριζόμενα με την αγωγή της ενάγουσας Κ. Μ. ότι από τη μη κατεδάφιση του τρίτου ορόφου και του δώματος, βλάπτεται η ιδιοκτησία της, γιατί δεν υπάρχει στατική επάρκεια της οικοδομής, ενώ ταυτόχρονα εμποδίζεται η περαιτέρω νομιμοποίηση του δικού της δευτέρου ορόφου, κατά τρόπο ώστε να εκμηδενίζεται η αξία της ιδιοκτησίας της αυτής που υπολογίζει σε 35.000.000 δραχμές με αντίστοιχη ζημία της και ζητεί να την επιδικασθεί αντίστοιχη αποζημίωση, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, ενώ. από τους ίδιους ως άνω λόγους πρέπει να απορριφθεί και το επικουρικό αίτημα της πρώτης υπό κρίση αγωγής κατεδάφισης του τρίτου ορόφου και του δώματος, όπως ορθά και με παρόμοιες αιτιολογίες έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως της ενάγουσας Κ. Μ., με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της νομιμοποίησης της ιδιοκτησίας της ενάγουσας της πρώτης αγωγής Κ. Μ., η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ζήτησε από αυτήν να προσκομίσει στατική μελέτη της επίμαχης οικοδομής. Για το λόγο αυτό άσκησε κατά της εναγόμενης Α. Κ. αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών που έγινε δεκτή με την 93/2000 απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 2925/2000 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και με αυτή η εναγομένη υποχρεώθηκε να επιτρέψει την είσοδο στην οικοδομή και στο διαμέρισμα ιδιοκτησίας της μηχανικών, προκειμένου να προβούν σε στατικό έλεγχο της οικοδομής. Η διαδικασία αυτή, όπως η ενάγουσα Κ. Μ. παραδέχεται με την έφεσή της ολοκληρώθηκε κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης και συνεργείο υπερήχων του κ. Κ. προέβη σε λήψη στοιχείων του φέροντος οργανισμού της οικοδομής σε όλους τους ορόφους παρουσία του τεχνικού συμβούλου κ. Χ.. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου αυτού, όπως επίσης παραδέχεται η ενάγουσα κοινοποίησε τα αποτελέσματά του με όλα τα απαραίτητα στοιχεία προς την αρμόδια πολεοδομική αρχή, ζητώντας τη νομιμοποίηση του ορόφου ιδιοκτησίας της. Κατόπιν αυτού ελέγχονται αβάσιμα τα υποστηριζόμενα στην αγωγή της Κ. Μ. ότι αυτή ζημιώθηκε κατά το ποσό των 500.000 δραχμών που κατέβαλε ως δαπάνη αμοιβής πολιτικών μηχανικών για τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου στην οικοδομή που δεν έγινε από υπαιτιότητα της εναγομένης Α. Κ., αφού όπως ως άνω αναφέρθηκε ο τεχνικός έλεγχος ολοκληρώθηκε.
Συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί το σχετικό ως άνω κονδύλιο αποζημιώσεως ποσού 500.000 δραχμών της πρώτης υπό κρίση αγωγής ως ουσιαστικό αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση της ενάγουσας Κ. Μ. περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και στο σημείο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω όσον αφορά τη δεύτερη υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας Α. Κ. πρέπει αυτή να αναγνωρισθεί κυρία του οροφοδιαμερίσματος, εμβαδού 68,40 τ.μ., κειμένου στον τρίτο πάνω από τον ισόγειο όροφο της επίμαχης οικοδομής που έχει ανεγερθεί επί του ως άνω οικοπέδου, επί της οδού ... στην Πάτρα και περιήλθε σε αυτήν δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1-3-1985 συμβολαίου γονικής παροχής του συμ/φου Πατρών Κ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο συμβόλαιο ισχυροποιήθηκε μετά την τακτοποίηση του αυθαίρετου κτίσματος με την ένταξή του στο νόμο 4014/2011 και την υπαγωγή του στη συνέχεια στο νόμο 4178/2013, στο οποίο διαμέρισμα αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ως άνω οικοπέδου της οικοδομής εξ αδιαιρέτου και έχει συμμέτοχη στον εναπομείναντα μετά την ανέγερση του ισογείου και του πρώτου ορόφου, υπόλοιπο αδιάθετο συντελεστή δόμησης του οικοπέδου κατά το ήμισυ αυτός και το υπόλοιπο ήμισυ ο τρίτος υπέρ το ισόγειο όροφος. Επομένως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια με παρόμοιες αιτιολογίες δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την πρώτη υπό κρίση, έφεση της ενάγουσας στην πρώτη αγωγή και εναγόμενης στη δεύτερη Κ. Μ. πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Περαιτέρω όσον αφορά τη δεύτερη υπό κρίση αίτηση της ενάγουσας Α. Κ. που παραπονείται, για την απόρριψη λοιπών δύο κεφαλαίων της αγωγής της που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεως 16.000.000 δραχμών λόγω εκμηδένισης της αξίας της ιδιοκτησίας της το πρώτο και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 5.000.000 δραχμών λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς της το δεύτερο πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η διατήρηση του οροφοδιαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της εναγόμενης στη δεύτερη αγωγή Κ. Μ., δεν προσβάλλει τα δικαιώματα από την οροφοκτησία της ενάγουσας στην ίδια αγωγή Α. Κ., δεδομένου ότι και αυτή, όπως και η εναγόμενη με την κατασκευή των οροφοδιαμερισμάτων τους κάλυψαν επιφάνεια ως άνω μεγαλύτερη της αναλογούσας στο συντελεστή δόμησης που δικαιούνται ο καθένας όροφος. Επίσης, όπως αναφέρθηκε και ως άνω, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη της αγωγής αυτής Κ. Μ. κατά τη διαδικασία και με την υποβολή αιτήσεων στην αρμόδια πολεοδομική αρχή νομιμοποιήσεως της ως άνω ιδιοκτησίας της παρέστησε ψευδώς ότι είναι ιδιοκτήτρια ολόκληρης της οικοδομής, επιδιώκοντας να καρπωθεί ολόκληρο τον υπόλοιπο συντελεστή δόμησης, προκειμένου έτσι να πετύχει αθέμιτα τη νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας της (δευτέρου ορόφου) σε βάρος της ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην ίδια αγωγή (τρίτου ορόφου). Αντίθετα η εναγόμενη αυτή κατά τη διαδικασία υποβολής αίτησης νομιμοποιήσεως της ιδιοκτησίας της παρείχε προς τις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικοδομής, αναφέροντας όπως ως άνω λέχθηκε ότι δεν είναι αποκλειστική κυρία αυτής, ενώ σχετικές είναι και οι από Οκτώβριο 1993 τέσσερες υπεύθυνες δηλώσεις προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Πατρών, ενώ προσκόμισε και τους τίτλους ιδιοκτησίας των οροφοδιαμερισμάτων ως άνω συμβόλαια, στοιχεία από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικοδομής και η συγκυριότητα της ενάγουσας Α. Κ. σε αυτή. Επομένως η εναγόμενη στη δεύτερη αγωγή Κ. Μ. δεν καρπώθηκε ούτε επιδίωξε να καρπωθεί εμφανιζόμενη ψευδώς ως αποκλειστική κυρία της οικοδομής ολόκληρο τον απομένοντα συντελεστή δόμησης του οικοπέδου, καθιστώντας την ιδιοκτησία της ενάγουσα (τρίτο όροφο) κενή περιεχομένου και εκμηδενίζοντας την άξια της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα Α. Κ., ώστε αυτή δεν υπέστη ζημία αντίστοιχη με την αξία της ιδιοκτησίας που υπολογίζει σε 16.000.000 και δεν δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό αυτό. Ούτε βέβαια υπήρξε συμπεριφορά τέτοια της εναγόμενης Κ. Μ. και διεκδίκηση εκ μέρους της ολόκληρου του άπομένοντός συντελεστή δόμησης, από την οποία συμπεριφορά μάλιστα να μπορεί να προκληθεί προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας Α. Κ. για να δικαιούται αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (Α.Κ. 59) και το σχετικό κονδύλιο της αγωγής της που ζητεί από την αιτία αυτή το ποσό των 5.000.000 δραχμών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Σημειωτέον ότι αποτελεί διαφορετική περίπτωση το ως άνω που υποστηρίζει η εναγόμενη Κ. Μ. ότι δικαιούται τον αναγκαίο συντελεστή δόμησης για τη νομιμοποίηση του δευτέρου ορόφου ιδιοκτησίας της με τη δικαιολογία ότι η κατασκευή του ορόφου αυτού προηγήθηκε χρονικά του τρίτου ορόφου, ο οποίος ισχυρισμός αποτελεί και το αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας. Οπότε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του με παρόμοιες αιτιολογίες που διέλαβε απέρριψε κατ’ ουσίαν τα ως άνω κονδύλια αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως της ενάγουσας στη δεύτερη αγωγή Α. Κ. δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αντίθετοι λόγοι εφέσεως της δεύτερης υπό κρίση έφεσης αυτής πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού εξαντλήθηκαν οι λόγοι εφέσεως και δεν ευδοκίμησε κάποιος αυτών πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Τέλος αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι οι εκατέρωθεν εφέσεις, άσκησαν οι διάδικοι απορρίφθηκαν με αντίστοιχη ήττα αυτών, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ τους (άρθρ. 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)".
III) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2§1, 3, 4§1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους" ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται κατ’ ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1002 εδ. α’ ΑΚ κυριότητα χωριστή σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνον με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου. Η διάταξη αυτή είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3741/1929, κατά την οποία η διαιρεμένη αυτή ιδιοκτησία χωρεί μόνο εφόσον υπάρχει περί αυτής ρητή συμφωνία ή πράξη τελευταίας βουλήσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το άρθρο 201 ΑΚ συνάγεται ότι δύναται να συσταθεί οροφοκτησία και επί μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής ή επί μέλλοντος σε υπάρχουσα οικοδομή να ανεγερθεί ορόφου αυτής. Στην περίπτωση όμως αυτή η κτήση της αποκλειστικής κυριότητος επί του ορόφου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 και 1108 ΑΚ συνάγεται ότι ναι μεν το δικαίωμα της προς τα άνω επεκτάσεως (δια προσθήκης νέου ορόφου) της οικοδομής που ανήκει σε περισσότερους ιδιοκτήτες κατ’ ιδανικά μέρη έχουν όλοι οι συνιδιοκτήτες από κοινού κατά την αναλογία τω ιδανικών μεριδίων τους, δεν αποκλείεται όμως είτε εξ αρχής είτε μεταγενεστέρως το δικαίωμα αυτό να παραχωρηθεί σε ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, oι οποίοι να διατηρούν κα μερίδια αναγκαίας συγκυριότητας επί του εδάφους και των κοινών μερών της οικοδομής, αντιστοιχούντα στο μέλλοντα να ανεγερθεί όροφο. Στην περίπτωση αυτή, αν άλλος συνιδιοκτήτης σπεύσει και οικοδομήσει (σε εξώστη ή σε άλλο ακάλυπτο χώρο της οριζόντιας ιδιοκτησίας του) χωρίς να διαθέτει ποσοστά συνιδιοκτησίας, πλέον εκείνων που αντιστοιχούν στη διαιρεμένη ιδιοκτησία του, και έτσι, λόγω συμπληρώσεως η περιορισμού της επιφάνειας που επιτρέπεται να οικοδομηθεί στο ενιαίο οικόπεδο, ματαιώσει η περιορίσει την κατά νόμο δυνατότητα του έχοντος το δικαίωμα της καθ’ ύψος επεκτάσεως της οικοδομής να ασκήσει τούτο, ο τελευταίος αυτός, προσβαλλόμενος παρανόμως στο ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμα του, που συνάπτεται προς το δικαίωμα συγκυριότητας επί του εδάφους και των κοινών μερών της οικοδομής, δικαιούται να απαιτήσει από τον προσβάλλοντα την άρση της προσβολής και την κατεδάφιση των ανεγερθέντων κτισμάτων (ΑΠ 206/1993 ΕλΔ 34.1350).
IV. ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ:
ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ: Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. Α1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για παραβίαση διοικητικών πράξεων (ΑΠ 734/2010,ΑΠ 603/2004). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της ...1971 οικοδομικής άδειας. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι έχουν παραβιασθεί σύμφωνα με την περίπτωση 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ουσιαστικοί κανόνες αναφορικώς με τα άρθρα 1002,1117ΑΚ, το Ν.3741/1929 και το Ν.Δ 1024/1971 λόγω αντίστοιχων παραβιάσεων τυγχάνουν σωρευτικώς εφαρμογής οι περιπτώσεις 8,11,12 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ. Κατά το σκέλος αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν επικαλείται με ποιές παραδοχές της προσβαλλόμενης θεμελειώνονται οι επικαλούμενοι αναιρετικοί λόγοι.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ: Επειδή οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων και όχι για την ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και δη των άρθρων 200 ΑΚ της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών αναφορικά με το .../1971 συμβόλαιο μεταβίβασης του συμβολαιογράφου Πατρών Χ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο διαπίστωσε κενά στην βούληση των συμβαλλομένων στο ανωτέρω συμβόλαιο και αναγκάστηκε να προβεί σε ερμηνεία της και ότι κατά την ερμηνεία του παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.
ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ: Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται σφάλμα της προσβαλλόμενης επειδή δεν δέχθηκε το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το ζήτημα ότι η κατασκευή του δεύτερου και τρίτου ορόφου δεν ήταν ταυτόχρονη και δεν αιτιολόγησε την αντίθετη κρίση της και μολονότι προσκομίσθηκαν έγγραφα αφενός δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς της και αφετέρου παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και επιπλέον παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. και δεν έλαβε υπόψη τα πράγματα που προτάθηκαν από την πλευρά του (αναφέρθηκε και υποστήριξε με επίκληση την πραγματογνωμοσύνη) που ωστόσο έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση και δεν έχει πλήρη και επαρκή αιτιολογία και συνεπώς, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης επικαλείται αναιρετικούς λόγους από τους αριθμ. 1, 8,11,12 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι διότι: 1) Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης (αριθμ. 1) μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών (ΑΠ 1652/2009) και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 11662/2010). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 208/2011).
Συνεπώς ο λόγος αναίρεσης που αφορά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθμ.1) πρέπει να απορριφθεί γιατί η φερόμενη παραβίαση τους δεν έγινε κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον οικείο κανόνα δικαίου αλλά κατά τη χρησιμοποίησή τους για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη και για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζουν οι διάδικοι. 2) Ο εκ του αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν παρά την βεβαίωση του εφετείου από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται και προσκομίζει ο διάδικος, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συν εκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (ΑΠ 2/2008, 42/2002, 322/2011, 1622/2010). Στην κρινόμενη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ότι έγινε δεκτό ότι η κατασκευή των δύο τελευταίων ορόφων υπήρξε ενιαία στον αναγκαίο χρόνο από τεχνικής άποψης σκυροδέτησης του δευτέρου και στη συνέχεια του τρίτου ορόφου και κατόπιν συνεχίσθηκαν παράλληλα οι υπόλοιπες εργασίες αποπεράτωσης τους. Σε κάθε περίπτωση η βούληση των συνιδιοκτητών και δικαιοπαρόχων των διαδίκων ήταν να γίνει ενιαία η ανέγερση των δυο αυτών ορόφων και γι’ αυτό προχώρησαν παράλληλα στις εργασίες κατασκευής τους που εκτέλεσε ο ίδιος εργολάβος με τα ίδια υλικά και ξυλότυπο Η. Π. που εξετάσθηκε μάρτυρας στη πρωτοβάθμια δίκη. Από την αναφορά ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση διάδικοι, μεταξύ των οποίων ρητά μνημονεύεται ειδικώς και η επίμαχη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, δεν υφίσταται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στην αναίρεση έγγραφα και την πραγματογνωμοσύνη, τα οποία συν εκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του αριθμ. 11 αναιρετικός λόγος. 3) Κατ’ άρθρο 387 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, η οποία αποτελεί αποδεικτικό μέσο ισοδύναμο των λοιπών ιδιωτικών εγγράφων και όχι πράγμα κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δηλαδή πραγματικό ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επί δράση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί στη γέννηση ή στη κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την πραγματογνωμοσύνη και απέρριψε το πόρισμά της με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Tέλος κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η κρίση του εφετείου ότι "η κατασκευή των δυο τελευταίων ορόφων υπήρξε ενιαία στον αναγκαίο χρόνο από τεχνικής άποψης σκυροδέτησης του δευτέρου και στη συνέχεια του τρίτου ορόφου και κατόπιν συνεχίσθηκαν παράλληλα οι υπόλοιπες εργασίες αποπεράτωσής τους. Σε κάθε περίπτωση η βούληση των συνιδιοκτητών δικαιοπαρόχων των διαδίκων ήταν να γίνει ενιαία η ανέγερση των δυο αυτών ορόφων και γι’ αυτό προχώρησαν παράλληλα στις εργασίες κατασκευής τους που εκτέλεσε ο ίδιος εργολάβος με τα ίδια υλικά και ξυλότυπο Η. Π. που εξετάσθηκε μάρτυρας στη πρωτοβάθμια δίκη". Τέλος σε περίπτωση που ήθελε εκτιμηθεί ως "πράγμα" ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η σκυροδέτηση του δευτέρου ορόφου προηγήθηκε χρονικά της σκυροδέτησης του τρίτου ορόφου και πάλι το εφετείο, (το οποίο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτόν, τον εξέτασε και τον απέρριψε στη ουσία) δεν υπέπεσε στην από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ: Με τον τέταρτο λόγο και υπό την επίκληση των αορίστως αναφερόμενων αναιρετικών λόγων των αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του εφετείου σχετικά με την κρίση του περί του χρόνου σκυροδέτησης των δεύτερου και τρίτου ορόφου της, ένδικης οικοδομής και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ.
ΠΕΜΠΤΟΣ και ΟΓΔΟΟΣ ΛΟΓΟΙ: Με τους λόγους αυτούς και υπό την επίκληση των αορίστως αναφερόμενων αναιρετικών λόγων των αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται η παρεμπίπτουσα κρίση του εφετείου σχετικά με το ζήτημα της υπαγωγής της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης στις διατάξεις των νόμων 4014/2011 και 4178/2013 για τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων και την εξαίρεση από την κατεδάφιση του. Οι λόγοι αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται γιατί το κρίσιμο θέμα δεν είναι η τακτοποίηση ή νομιμοποίηση της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης αλλά το ποσοστό συντελεστή δομήσεως που απέμενε για την κατασκευή των δεύτερου και τρίτου ορόφου και ποίος συντελεστής απομένει για την ανέγερσή τους μετά την υπέρβαση του συντελεστή από τους ιδιοκτήτες του ισογείου και πρώτου ορόφου της οικοδομής.
ΕΚΤΟΣ και ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΙ: Με τους λόγους αυτούς και υπό την επίκληση των αορίστως αναφερόμενων αναιρετικών λόγων των αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται απαραδέκτως αορίστως και αλυσιτελώς όχι σχετική κρίση του εφετείου αλλά περικοπή περιεχομένου δημοσίου εγγράφου η οποία παρατίθεται στην απόφαση αυτολεξεί και διηγηματικώς στην απόφαση ως επιχειρηματολογία χωρίς να στηρίζει αυτοτελώς κάποιο αγωγικό αίτημα.
ΕΝΝΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ : Με τον λόγο αυτό και υπό την επίκληση των αορίστως αναφερόμενων αναιρετικών λόγων των αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλήττεται η παράλειψη του εφετείου εφόσον αναγνώρισε υπέρβαση συντελεστή δομήσεως κατά την ανέγερση του ισογείου και πρώτου ορόφου της οικοδομής να δεχθεί ότι έπρεπε να ανακληθούν οι νομιμοποίηση του ισογείου και του πρώτου ορόφου και ο υπερβάλλον συντελεστής να αφαιρεθεί από τις ιδιοκτησίες αυτές και να χορηγηθεί στην ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος γιατί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα υπό στοιχ. III σκέψη η εκ μέρους συνιδιοκτήτη ανοικοδόμηση, καθ’ υπέρβαση του ανήκοντος στη συνιδιοκτησία του συντελεστή δομήσεως παρέχει το δικαίωμα στον θιγόμενο συνιδιοκτήτη να ζητήσει μόνο αποζημίωση.
ΔΕΚΑΤΟΣ και ΕΝΤΕΚΑΤΟΣ ΛΟΓΟΙ: Με τους λόγους αυτούς και υπό την επίκληση και επίφαση των αορίστως αναφερόμενων αναιρετικών λόγων των αριθμ. 1, 8, 11 και 19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλήττεται απαραδέκτως, η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου σχετικά με το ότι δεν υπέστη ηθική βλάβη η αναιρεσείουσα από την περιγραφόμενη στην απόφαση συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, (αδικοπραξία και προσβολή προσωπικότητας) V. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 496§4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων ενόψει του βαθμού συγγένειας τους (αδελφών) κατ’ άρθρ. 179 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2016 και με αριθμ. κατάθ. …2016 αίτηση αναίρεσης της 341/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2018 και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ