Legislator Case Law & Legislation
255/2014 AI generated

255/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 255/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 255 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2014

Legislator headnote

AI generated

255/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 255 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2014

Keywords

AI generated
examination failure limited work availability financial independence denial of educational grant expulsion of Macedonian national economic hardship
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 255 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Λιάπα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1456/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3044/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 14/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τετάρτου λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, γιατί εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1953, κυρώθηκε με το ΒΔ της 17/26-9-1953 (τροποποιήθηκε με τα Διατάγματα 290/1966, 253/1971, 456/1974 και 552/1976) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α1, 267), οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και άνω, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο, κατ' απόλυτη εκλογή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό. Η κρίση περί προαγωγής ή μη γίνεται βάσει των στοιχείων του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα των εκθέσεων (Δελτίο ή Φύλλο Ποιότητας ), που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά του υπαλλήλου. Η κρίση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστεως, το Διοικητικό Συμβούλιο παρέλειψε την προαγωγή υπαλλήλου, ο οποίος υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, που προήχθησαν, διαπράττοντας έτσι αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Η δικαστική δε αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής, αφενός μεν ανατρέχει στο χρόνο που διαπιστώθηκε η καταχρηστική παράλειψη, αφετέρου δε θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιωθέντος υπαλλήλου, ίσης προς την ανακύπτουσα διαφορά των αποδοχών του, καθώς και ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι πτυχιούχος Μαθηματικός του Πανεπιστημίου Αθηνών, και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (ΜΑΣΤΕΡ) στην χρηματοοικονομική ανάλυση της ΑΒΣΠ. Κατέχει γνώσεις αγγλικής για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 9/9 και είναι κάτοχος διπλώματος PROFICIENCY IN ENGLISH CAMBRIGE, καθώς επίσης και γνώστης της γαλλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 3/9 με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας το 9, και παρακολούθησε 31 σεμινάρια. Προσελήφθη από την εναγομένη τράπεζα στις 10.3.1975, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου Στη συνέχεια, η υπηρεσιακή του εξέλιξη διαμορφώθηκε ως εξής; Υπολογιστής Β' από 1.7.1997, Υπολογιστής Α από 9.5.1978, λόγω κτήσης πτυχίου Ανωτάτης Σχολής με χ. 0/10/8 , Λογιστής Β' από 1.7.1981, αξιοποιώντας το παραπάνω χρόνο, Λογιστής Α από 1.1.1984, μετά από προώθηση δύο ετών, λόγω αναγνώρισης του χρόνου στράτευσης, με μ.χ 06/0, Υποτμηματάρχης από 1.7.1986, αξιοποιώντας μεταφερόμενο χρόνο, τμηματάρχης Β' από 1.7.1989 και Τμηματάρχης Α' από 1.7.1992 , Συμπράττων Υποδιευθυντής Β' από 1.7.1997, βαθμό τον οποίο φέρει έως σήμερα. Από πλευράς υπηρεσιακών μεταβολών, μετά το τέλος της υποχρεωτικής προπαιδεύσεως, υπηρέτησε αρχικά από 9.4.1975 μέχρι 24.10.1977 στο Κεντρικό Κατάστημα. Ακολούθως, μετατέθηκε την 24.10.1977 στη Δ/νση Οργάνωσης και Πληροφορικής, όπου από 1.1.1983 μέχρι 30.6.1987 του δόθηκε αντιστοιχία Προϊσταμένου Υπηρεσίας (7° κλιμάκιο ευθύνης) και από 1.7.1987 του δόθηκε αντιστοιχία Προϊσταμένου τμήματος (5° κλιμάκιο ευθύνης), μέχρι 30.6.1995. Ακολούθως από 1.7.1995 μέχρι 9.6.2000 του είχε δοθεί αντιστοιχία Υποδιευθυντή στην ίδια Δ/νση (3° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 30.7.2003. Στο διάστημα αυτό αποσπάσθηκε για την περίοδο από 13.1.2003 μέχρι 13.7.2003 στη Δ/νση Εξυπηρέτησης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών (όπως μετονομάσθηκε από 20.5.2003 η τέως Δ/νση Τίτλων και Χρηματικού), Την 31.7.2003 μετατέθηκε εκ νέου στη Δ/νση Οργάνωσης, όπου κατέχει οργανική θέση Υποδιευθυντή (3° κλιμάκιο ευθύνης). Ως προς τις εξειδικεύσεις του στη Δ/νση οργάνωσης, ονομάστηκε Δόκιμος Προγραμμαναλυτής, από 1.1.1982 μέχρι 31.12.1982, ακολούθως Προγραμμαναλυτής από 1.1.1983 μέχρι 30.6.1984, Αναλυτής Β' από 1.1.1985 μέχρι 31.12.1986, Αναλυτής Α' από 1.1.1987 μέχρι 30.6.1991 και Προϊστάμενος Αναλυτής συστημάτων από 1.7.1991 μέχρι 9.6.2000. Τον Σεπτέμβριο του 1991 του ανατίθεται με πράξη Διευθυντού η Διοίκηση του Έργου (PROJECT) της Οργανωτικής και Μηχανογραφικής παρέμβασης στη Μονάδα Χρεογράφων της Δ/νσης Επενδύσεων και Κεφαλαιογοράς της εναγομένης Εθνικής Τράπεζας και ακολούθως ονομάζεται Προϊστάμενος Αναλυτής Συστημάτων από 1.7.1991, με την Πράξη Διοικητή Αριθμ 219/20.5.1993 και στη συνέχεια του απονέμεται η ισοτιμία Υποδιευθυντή Διοικήσεως από 1.7.1995, θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου. Αποστέλλεται στη Σόφια Βουλγαρίας την 29.7.1996, στα Τίρανα Αλβανίας τον 11.1996, στο Βουκουρέστι Ρουμανίας το 1997. Περαιτέρω, τοποθετείται στη Δ/νση Διαχείρισης Κίνδυνων της εναγομένης Τράπεζας και του Ομίλου, με τη Πράξη Διοικήσεως αριθμ. 259/24.5.2000, ως Υποδιευθυντής (οργανική θέση) και με την ίδια πράξη του χορηγείται δικαίωμα Πρώτης Υπογραφής για την Διοίκηση, ενώ με την Πράξη Διευθυντή αριθμ. 5/26.6.2000 του ανατίθεται η εποπτεία της Υποδιεύθυνσης Διαχείρισης Λειτουργικού Κινδύνου. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο από το 1976 μέχρι το 1979 χαρακτηριζόταν "πολύ καλός" , από το 1980 έως το 1992 "άριστος". Και στα δελτία ποιότητος του 1993 και του 1994 χαρακτηριζόταν "διακεκριμένος" στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 1995 - 2005, η βαθμολογία του ανερχόταν σε 128,132, 133, 134,138, 134,137,137, 139,138 και 140 αντίστοιχα. Η εναγομένη κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.2001 προήγαγε κατά απόλυτο εκλογή από Συμπράττοντα Υποδιευθυντή στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' και τον Τ. Π. μεταξύ άλλων . Ο ως άνω προαχθείς είχε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: Προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα στις 3.8.1970 και προάχθηκε στο βαθμό του τμηματάρχη Α την 1.7 .1994. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 3 με ανώτερη κλίμακα βαθμολογίας το 9 και παρακολούθησε 9 σεμινάρια της εναγομένης. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα: α) από 1.4.1985 μέχρι 14.3.1989'"too προϊσταμένου υπηρεσίας ΤΕΛΕΡ στο κατάστημα Παγκρατίου της εναγομένης (12° κλιμάκιο ευθύνης), β) από 1.4.1986 έως 14.3.1989 διευθυντή του ως άνω καταστήματος, (10 κλιμάκιο ευθύνης), γ) από 10.4.1989 μέχρι 8.4.1993 του διευθυντή καταστήματος της οδού Σοφούλη (8° κλιμάκιο ευθύνης), δ) από 21.4.1993 μέχρι 5.9.1994 του Διευθυντή καταστήματος Λόφου Αξιωματικών (7° κλιμάκιο ευθύνης), ε) από 19.9.1994 μέχρι 18.10.1996 του διευθυντή καταστήματος Αγίου Δημητρίου (6° κλιμάκιο ευθύνης), στ) από 21.10.1996 έως 23.12.1999 του διευθυντή καταστήματος Νέας Σμύρνης (5° κλιμάκιο ευθύνης) ζ) από 24.12.1999 Περιφερειακός Διευθυντής στην τέως ΠΕΔΙ Β' (3° κλιμάκιο ευθύνης) και από 18.9.2000 Περιφερειακός Διευθυντής στην τέως ΠΕΔΙ Β'. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 1995 έως 1997 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 132,134 και 135 αντίστοιχα, με άριστα το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές στην θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται σε ευμενείς γι' αυτόν κρίσεις και ειδικότερα ότι είναι ικανό και εργατικό στέλεχος που διακρίνεται για τις καλές και διοικητικές ικανότητες που διαθέτει αλλά και για την φιλοπονία και τον καλό του χαρακτήρα. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με εκείνα του προς σύγκριση προαχθέντος συναδέλφου του προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερεί στην ειδική αρχαιότητα κατά 6 μήνες, , προηγείται χρονικά στην ουσιαστική άσκηση των υπεύθυνων καθηκόντων αφού κατέχει θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου από 1.7.1995 ενώ ο συγκρινόμενος από 24.12.1999, στη γενική μόρφωση, αφού ο συγκρινόμενος είναι απόφοιτος γυμνασίου και ο ενάγων είναι πτυχιούχος και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, στην γνώση ξένων γλωσσών δεδομένου ότι ο ενάγων γνωρίζει γαλλικά 3/9 και αγγλικά 9/9 και είναι κάτοχος διπλώματος PROFICIENCY IN ENGLISH CAMBRIGE (ΠΡΟΦΙΣΕΝΣΙ), ενώ ο συγκρινόμενος γνωρίζει την αγγλική μόνο κατά 3/9 χωρίς να έχει πιστοποιήσει τη γνώση του αυτή, καθώς και στην παρακολούθηση σεμιναρίων δεδομένου ότι ο ενάγων έχει παρακολουθήσει 31 ενώ ο συγκρινόμενος έχει παρακολουθήσει μόνο 9. Αντίθετα, υστερεί στην γενική αρχαιότητα κατά 5 έτη, ενώ κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων αμφότεροι κατείχαν το 3° κλιμάκιο ευθύνης. Από τα προεκτιθέντα πραγματικά περιστατικά , η υπηρεσιακή υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ανωτέρω συναδέλφου του, όπως αυτή συνάγεται από την συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων είναι κατάδηλη. Με την κρίση του αυτή , το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 Α.Κ. και 3 παρ.1, 10 παρ.1, 5 και 11 του Οργανισμού Προσωπικού της αναίρεσε ίου σας, καθόσον υπό τις άνω παραδοχές του ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς του προαχθέντος έκτοτε Π. Τ., κατά τα πλέον αποφασιστικά κριτήρια (τίτλοι σπουδών, άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και βαθμολογία). Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

2. Επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις ενεργηθείσες από τα όργανα της εναγομένης εργοδότριας προαγωγές του προσωπικού της, η τελευταία μπορεί να προτείνει νομίμως τη "διακωλυτική ένσταση" της γενέσεως του ενασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, ότι άλλος ή άλλοι συνάδελφοι του ενάγοντος υπερείχαν έναντι αυτού, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του (άρθρα 297, 298, 914 ΑΚ). Για την ευδοκίμηση της ενστάσεως αυτής αρκεί απλή υπεροχή των προτεινομένων με την ένσταση έναντι του ενάγοντος, αφού η διαπίστωση της απλής υπεροχής αυτών ενεργεί μόνο ως στοιχείο, που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προαγωγής των επιλεγέντων από την εργοδότρια και της παραλείψεως του ενάγοντος, οπότε εκείνοι είναι που προσεβλήθησαν από την πρόκριση των προαχθέντων και όχι ο ενάγων (Ολ. ΑΠ 14/1998 ΑΠ 1393/2008,1237/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε περαιτέρω ανέλεγκτα και τα εξής: Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1- 1-2001, εκτός από τον ενάγοντα δεν προάχθηκαν μεταξύ άλλων και οι υπάλληλοι της εναγομένης Ι. Χ. και Ι. Α. οι οποίοι είχαν τα παρακάτω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: Ο Ι. Χ. προσλήφθηκε στην Υπηρεσία της Τράπεζας στις 1.10.1971, προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β από 1.1.1996, είναι κάτοχος 2 πτυχίων (Οικονομικού Τμήματος Πανεπιστημίου Αθηνών και Τμήματος Δημόσιας Διοικήσεως ΠΑΣΠΕ), χαρακτηριζόταν ως "Άριστος" και "Ώριμος" στα Δ.Π. από το 1986 ως το 1992 ? πλην του έτους 1988 που κατατασσόταν στην Β' περίπτωση εξέλιξης λόγω πρόσφατης ανάληψης ευθύνης), ενώ στα Ε.Α.Σ.Α.Σ. είχε συγκεντρώσει τα εξής ποσοστά ανταπόκρισης: 1996 136% 1997-2000 139%. Έχει παρακολουθήσει 18 σεμινάρια και στη ξένη γλώσσα έχει βαθμολογία 4/9. Κρίθηκε κατέχων από 11.5.1993 θέση υποδιευθυντή στη Δ/νση Χρηματοδοτήσεων Μεγάλων επιχειρήσεων 3° κλιμάκιο ευθύνης μέχρι 19.1.2003, ενώ από 20.1.2003 μέχρι 1.11.2004 ημερομηνία αποχώρησης από την υπηρεσία της τράπεζας κατείχε θέση υποδιευθυντή στο κεντρικό κατάστημα (3° κλιμάκιο ευθύνης). Εποπτικά καθήκοντα του χορηγήθηκαν για πρώτη φορά από 6.12.1983,όταν τοποθετήθηκε προϊστάμενος Υπηρεσίας στη Δ/νση Βιομηχανικών χορηγήσεων (7° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 18.2.1988. Στις 19.2.1988 τοποθετήθηκε προϊστάμενος τμήματος στην ίδια διεύθυνση (5° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 26.11.1992, ενώ από 27.11.1992 μετατέθηκε ως προϊστάμενος Μεγάλων επιχειρήσεων (5° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 26.11.1992, ενώ από 27.11.1992 μετατέθηκε ως προϊστάμενος στη Δ/νση Χρηματοδοτήσεων Μεγάλων επιχειρήσεων μέχρι 10.5.1993. Ο Α. Ι. προσλήφθηκε στην Υπηρεσία της εναγομένης τράπεζας την 1.4.1963, προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή β' από 1.7.1988, είναι πτυχιούχος του τμήματος Δ/νσης επιχειρήσεων στης Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και στα Δ.Π. χαρακτηριζόταν "άριστος" από το 1981 έως και το 1983, ενώ στα Ε.Α.Σ.Α. των ετών 1997-2000 χαρακτηριζόταν με το ποσοστό ανταπόκρισης 140%. Έχει βαθμό 5/9 στη ξένη γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 37 σεμινάρια. Θέση ευθύνης ανέλαβε αρχικά από 17.10.1972, όταν τοποθετήθηκε προϊστάμενος ΤΕΛΑΕΡΣ στο υποκατάστημα Βικτωρίας μέχρι 27.6.1977. Στη συνέχεια μετατέθηκε στην Υποδιεύθυνση Εκπαίδευσης Προσωπικού Τραπέζης ως προϊστάμενος υπηρεσίας προπαιδεύσεως και γενικού κύκλου Σπουδών (7° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 13.1.1982. Στη συνέχεια από 14.1.1982 ανέλαβε προϊστάμενος τμήματος εκπαιδεύσεως προσωπικού (5° κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 29.8.1983. Κατόπιν τέθηκε στη διάθεση της Δ/νσης Προσωπικού αποσπασμένος στη Σχολή Εθνικής Άμυνας μέχρι 13.9.1984. Από 17.9.1984 τοποθετήθηκε Υποδιευθυντής στο κατάστημα Λεωφ. Εθνικής Αντιστάσεως (4° κλιμάκιο Ευθύνης) μέχρι 23.9.1992. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με τους ανωτέρω συναδέλφου του προκύπτει ότι: Α) από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με εκείνα του προς σύγκριση συναδέλφου του Ι. Χ. συγκρινόμενος υπερτερεί στην γενική αρχαιότητα κατά 5 έτη, προηγείται χρονικά στην ουσιαστική άσκηση των υπεύθυνων καθηκόντων κατά δύο έτη , αφού κατέχει θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου από 11.5.1993, ενώ ο ενάγων από 1.7.1995. Στη γενική μόρφωση ο συγκρινόμενος κατέχει δύο πτυχία ενώ ο ενάγων ένα πτυχίο και ένα μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Στη γνώση ξένης γλώσσας ο ενάγων υπερτερεί, γνωρίζει γαλλικά 3/9 και αγγλικά 9/9 και είναι κάτοχος διπλώματος PROFICIENCY IN ENGLISH CAMBRIGE (ΠΡΟΦΙΣΕΝΣΙ), ενώ ο συγκρινόμενος γνωρίζει την αγγλική μόνο κατά 3/9 χωρίς να έχει πιστοποιήσει τη γνώση του αυτή, καθώς και στην παρακολούθηση σεμιναρίων δεδομένου, ότι ο ενάγων έχει παρακολουθήσει 31 ενώ ο συγκρινόμενος δεν

έχει παρακολουθήσει σεμινάρια. Ο συγκρινόμενος υπερτερεί ελάχιστα στα Ε.Α.Σ.Α. για τα έτη 1998-2000 όπου συγκεντρώνει ποσοστό ανταπόκρισης 139% ενώ ο ενάγων είχε ποσοστό ανταπόκρισης 134% για το 1998, 138% για το 1999 και 134% για το 2000.. Επομένως δεν υπερέχει του ενάγοντος ούτε απλώς. Β)Σε σχέση με τον Α. Ι. ο ενάγων υπερτερεί ως προς τον τίτλο σπουδών αφού έχει μεταπτυχιακό τίτλο και ο συγκρινόμενος μόνο πτυχίο ανωτάτης σχολής, και ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας τα επιμορφωτικά σεμινάρια και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων συνολικά εκτιμώμενα.ενώ ο συγκρινόμενος υπερτερεί στη γενική και ειδική αρχαιότητα και ελάχιστα στα Ε.Α.Σ.Α. για τα έτη 1998-2000 όπου συγκεντρώνει ποσοστό ανταπόκρισης 139%. ενώ ο ενάγων είχε ποσοστό ανταπόκρισης 134% για το 1998, 138% για το 1999 και 134% για το 2000. Ως προς την θέση ευθύνης ο ενάγων κατέχει θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου από 1.7.1995 ενώ ο συγκρινόμενος από 11.5.1993 . Η ελαφρά αυτή όμως υπεροχή στα επιμέρους στοιχεία , συνολικά θεωρούμενη και εκτιμώμενη δεν προσδίδει υπεροχή στους συγκρινόμενους.

Συνεπώς.ο ενάγων θεωρήθηκε υπερέχει των συγκρινόμενων και η εκ των άρθρων 914, 297 και 298 ένσταση της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά

αβάσιμη. Κρίνοντας, όμως έτσι, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας και αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, διότι με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσίβλητου και των ως άνω παραλειφθέντων και αντιπροταθέντων προς σύγκριση, από την αναιρεσείουσα συναδέλφων του προκύπτει πράγματι απλή υπεροχή των τελευταίων έναντι αυτού, ενόψει του ότι, πέραν του ότι αυτοί (αντιπροτεινόμενοι) υπερέχουν ως προς τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα εκείνου ,υπερτερούν χρονικά ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, άσκησαν καθήκοντα υποδιευθυντή ο μεν Ι. Χ. από το έτος 1993 ο δε Ι. Α. από το έτος 1984,ενώ ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1995,υπερέχουν του τελευταίου και ως προς τη βαθμολογία, καθ' όλη την τελευταία προ της 1-1-2001 πενταετία. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περεταίρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών) που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( άρθ. 580 παρ. 3ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθ. 176,183 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 832/1994). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών που κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νομίμων τόκων, οφειλομένων μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, διότι από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 15-11-2011 εξοφλητική απόδειξη, την επί της οποίας υπογραφή του δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον τελευταίο σε εκτέλεση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό των 66.474,20 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια εκτέλεση της πιο πάνω αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν την προηγουμένη της συζητήσεως αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Το αίτημα περί καταβολής τόκων είναι νόμιμο κατά τα άνω μόνο από την επίδοση της αποφάσεως αυτής στον αναιρεσίβλητο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3044/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσιβλητο να καταβάλει στην αναιρεσειουσα το ποσό των εξήντα έξι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών (66.474,20), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσιβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ