Legislator Case Law & Legislation
255/2012 AI generated

255/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 255/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 255 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 255/2012

Legislator headnote

AI generated

255/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 255 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 255/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 255 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 255/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5002/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 30-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ζήτησε την παραδοχή αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή το ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη, ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Επίσης το δεδικασμένο, κατά το άρ. 331 εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας την από 2-4-2000 αγωγή του εκθέτοντας ότι με έγγραφη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από αυτήν και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δημοσιογράφος στο αθλητικό τμήμα της Γενικής Διευθύνσεως ΝΕΤ και ότι στις 21-2-2000 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, διότι δήθεν αυτός παρείχε την εργασίας του παραλλήλως και σε άλλο ανταγωνιστικό τηλεοπτικό σταθμό, αληθώς όμως εκ λόγων εκδικήσεως, διότι έγινε δεκτή αγωγή που αυτός άσκησε κατ' αυτής, με την οποία ζητούσε τη χορήγηση σε αυτόν του επιδόματος εμφάνισης, που προβλέπει η οικεία ΣΣΕ, το οποίο δικαιούνται όσοι δημοσιογράφοι παρουσιάζουν τηλεοπτικές εκπομπές, φροντίζοντας έκτοτε η αναιρεσείουσα "κυριολεκτικά να τον εξαφανίσει από την παρουσίαση των αθλητικών ειδήσεων ακριβώς για να μη έχει τη δυνατότητα διεκδίκησης του επιδόματος αυτού" και ζητούσε να κριθεί άκυρη η καταγγελία αυτή, ως γενομένη καταχρηστικώς, και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του να του καταβάλει εντόκως τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για μισθούς υπερημερίας καθώς και 5.000.000 δρχ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβη, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα σκοπίμως μεθόδευσε την απόλυσή του κατά τρόπο απάδοντα στην επαγγελματική του υπόσταση, ισχυριζόμενη ψευδώς όσα στο έγγραφο της καταγγελίας ανέφερε. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 2017/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, δεχθείσα την επικουρική βάση της αγωγής (τυπική ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη τήρησης της πειθαρχικής διαδικασίας που προβλέπει ο ΓΚΠ - ΕΡΤ), υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν εφέσεις τόσο ο ενάγων, όσο και η εναγομένη, επί των οποίων εξεδόθη η 8673/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τόκους για τους μισθούς υπερημερίας για χρόνο προγενέστερο της αγωγής. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος πράγματι απασχολήθηκε συστηματικά έναντι αμοιβής, παρανόμως και αντισυμβατικώς, στο τηλεοπτικό σταθμό "SEVEN" και τούτο υπήρξε αληθώς ο αποκλειστικός λόγος εξαιτίας του οποίου η εναγομένη προέβη στην ένδικη καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και ότι "... Όσον αφορά δε την αιτίαση του ενάγοντος ότι η εναγομένη ωθήθηκε στην καταγγελία εκ λόγων εκδικήσεώς του, διότι αυτός προς διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του προσέφυγε στο δικαστήριο εναντίον της, είναι αλήθεια ότι ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης το έτος 1997 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζητώντας την καταβολή σ' αυτόν του επιδόματος εμφανίσεως ... ότι η αγωγή αυτή έγινε τελεσιδίκως δεκτή ... από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας από εκδίκηση για την διεκδίκηση υπ' αυτού των παραπάνω νομίμων δικαιωμάτων του, αν ληφθεί επιπλέον υπόψη ότι ο αγώνας για τη διεκδίκηση άρχισε τρία χρόνια πριν την καταγγελία της συμβάσεως και στη συνέχεια δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησε κάτι σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές του ενάγοντος που ήταν ικανό να δημιουργήσει σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ...". Πλην όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι η γενόμενη απόλυση ήταν άκυρη, κατ' αποδοχή της επικουρικής βάσεως της αγωγής, διότι η αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου αποτελούσε πειθαρχικό παράπτωμα και κατά τον Κανονισμό της ΕΡΤ - Α.Ε., έπρεπε να προηγηθεί η έκδοση απόφασης επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής απόλυσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αιτήσεις αναίρεσης από τους διαδίκους, και ειδικότερα, από μεν την ήδη αναιρεσείουσα μόνο κατά το μέρος που αυτή έκρινε ότι για το έγκυρο της καταγγελίας απαιτείται να προηγηθεί η έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΕΡΤ - Α.Ε., και από τον ήδη αναιρεσίβλητο κατά το μέρος που δεν έγινε πλήρως δεκτή η αγωγή του. Επί της δεύτερης αιτήσεως εκδόθηκε η 1402/2004 απόφαση του Α.Π., η οποία την απέρριψε, καταστάσα έτσι η 8673/2002 εφετειακή απόφαση αμετάκλητη κατά το μέρος που προσεβλήθη με την αίτηση αυτή, ενώ επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 1338/2004 απόφαση του Α.Π., η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και αναίρεσε την 8673/2002 απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που προσεβλήθη, κρίνασα ότι το δικαίωμα της ΕΡΤ - Α.Ε. να καταγγείλει την σύμβαση πηγάζει απ' ευθείας από το νόμο και δεν απαιτείται να προηγηθεί η έκδοση απόφασης επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής απόλυσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΡΤ - Α.Ε. και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση και το οποίο, με την 2352/2006 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε αυτόν να αποδώσει στην εναγομένη το ποσό που είχε λάβει, δυνάμει της 2017/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 18-9-2006 αγωγή του κατά της αυτής αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλούμενος την αυτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εξέθετε ότι, επειδή δικαιώθηκε από τις αναφερόμενες στην αγωγή του δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατόπιν ασκήσεως προγενέστερης εναντίον της αγωγής, με την οποία ζητούσε την χορήγηση επιδόματος εμφάνισης, η εναγομένη από το έτος 1999 και μέχρι την αποχώρηση του τον Ιούνιο 2006, για λόγους εκδικήσεως δεν του ανέθετε κανένα έργο και ότι ήταν ανενεργός αν και παρέμενε στο δυναμικό της. Ότι εξαιτίας της παράνομης, ως αντιβαίνουσας στα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και υπαίτιας αρνήσεως της εναγομένης να τον απασχολεί πραγματικά, ενώ ήταν σημαντικό στέλεχος του αθλητικού τμήματος και είχε διατελέσει και προϊστάμενος αυτού, προσεβλήθη η προσωπικότητά του διότι τον μείωσε στα μάτια των συναδέλφων του και υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε, μετά από τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 100.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 189/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει εντόκως στον αναιρεσίβλητο 15.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα, άσκησε έφεση, με πρώτο λόγο ότι μη νομίμως απορρίφθηκε η περί δεδικασμένου ένστασή της που είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που προκύπτει από τις 8673//2002 και 2352/2006 αμετάκλητες εφετειακές αποφάσεις, που έκριναν επί της από 2-4-2000 αγωγής, διότι, όπως υποστήριζε, οι δύο αγωγές ταυτίζονται τόσο κατά την νομική αυτών βάση, δεδομένου ότι αμφότερες οι αγωγές επικαλούνται τις ίδιες διατάξεις των αρθ. 281 και 57 Α.Κ., όσο και κατά την ιστορική αυτών βάση, καθ' όσον αμφότερες οι αγωγές στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκρίθησαν από τις ως άνω αμετάκλητες εφετειακές αποφάσεις και ως εκ τούτου υφίσταται ως προς αυτά δεδικασμένο. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του περιόρισε μεν το επιδικασθέν, υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, σε 5.000 ευρώ, απέρριψε όμως την περί δεδικασμένου ένσταση και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως της ήδη αναρεσείουσας δεχόμενο ότι "... Ο ενάγων με την από 2-4-2000 αγωγή του, επί της οποίας εξεδόθησαν οι ανωτέρω αποφάσεις, ζητούσε να του επιδικασθεί ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής που υπέστη στην προσωπικότητά του, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη σκοπίμως μεθόδευσε την απόλυσή του, χωρίς την καταβολή της νομίμου αποζημίωσης και ότι αναληθώς ισχυρίσθηκε τα όσα περιέχονταν στο έγγραφο της καταγγελίας, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων. Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας της από 2-4-2000 αγωγής με την υπό κρίση αγωγή με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα, λόγω του ότι η εναγομένη για το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως 2006 δεν τον απασχόλησε σε καμία εργασία και συνεπώς δεν υφίσταται δεδικασμένο που να απορρέει από την υπ' αριθ. 2352/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, εφόσον το κρινόμενο δικαίωμα έχει διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από το δικαίωμα που κρίθηκε με την ανωτέρω απόφαση". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η εναγόμενη, δια των αρμοδίων οργάνων της, μετά την δικαστική διαμάχη που ανέκυψε από την διεκδίκηση του επιδόματος εμφάνισης που είχε ως αποτέλεσμα την δικαίωση του ενάγοντος και την χορήγηση του επιδόματος και σε άλλους εργαζόμενους της εναγομένης τουλάχιστον από το έτος 1999 και εντεύθεν, για λόγους εκδικήσεως προς το άτομο του, έπαψε να απασχολεί και δεν ανέθετε καμία εργασία στον ενάγοντα, ο οποίος στο παρελθόν είχε διατελέσει προϊστάμενος του αθλητικού τμήματος της εναγομένης και συμμετείχε στην παραγωγή και παρουσίαση της εκπομπής "Αθλητική Κυριακή" και γενικά τον απομάκρυνε από οποιαδήποτε εκπομπή και σταμάτησε την συμμετοχή του σε κάθε δημοσιογραφική αποστολή παρά το γεγονός ότι υπήρξαν σημαντικά αθλητικά γεγονότα και διοργανώσεις την κάλυψη των οποίων είχε αναλάβει η εναγόμενη με το σημαντικότερο όλων τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 2004. ... Και είναι μεν αληθές ότι η εναγομένη στις 21-2-2000 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όμως, όπως ελέχθη ανωτέρω, ο ενάγων, μετά την άσκηση της από 2-4-2000 αγωγής για ακύρωση της καταγγελίας, αρχικά δικαιώθηκε και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με την υπ' αριθ. 2017/01 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθ. 8673/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πριν η τελευταία απόφαση αναιρεθεί με την υπ' αριθ. 1338/04 απόφαση του Αρείου Πάγου και την εν τέλει έκδοση της υπ' αριθ. 2352/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού που απέρριψε την αγωγή. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν απασχολούσε τον ενάγοντα συμμορφούμενη στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της υπ' αριθ. 2017/01 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έως την απόρριψη της αγωγής με την υπ' αριθ. 2352/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού που δημοσιεύθηκε στις 21-3-2006. Επίσης και ο έτερος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν ανέθετε εργασία στον ενάγοντα λόγω του ότι αυτός απασχολείτο σε ανταγωνιστικό κανάλι (SEVEN) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον ο ενάγων, μέχρι την αποχώρησή του από την εναγόμενη τον Ιούνιο 2006, παρέμενε στο δυναμικό της εναγόμενης και μισθοδοτείτο κανονικά από αυτήν ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υπαίτια (από πρόθεση) άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και η πλήρης αδρανοποίηση αυτού, που έγινε για λόγους εκδικήσεως και μόνο, υπερβαίνει τα υπό του άρθρου 281 ΑΚ τιθέμενα όρια και προσεβλήθη η προσωπικότητα του ενάγοντος διότι τον εξέθεσε ως αμειβόμενο χωρίς να απασχολείται (αργόμισθο) στο εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον, αποτέλεσε δε και τροχοπέδη στην επαγγελματική του εξέλιξη εφόσον εργασία του δεν εκτίθετο στο κοινό και μετά τόσα χρόνια αδράνειας και απραξίας δεν ήταν δυνατόν να πετύχει ούτε την ιεραρχική του εξέλιξη στην εναγόμενη αλλά ούτε και την απασχόληση του με συναφείς αθλητικές δραστηριότητες σε άλλους ανταγωνιστικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ...". Με τις σκέψεις δε αυτές το Εφετείο έκρινε ότι από τη συμπεριφορά αυτή των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προκλήθηκε στον ενάγοντα ηθική βλάβη από τη μείωση της προσωπικότητάς του ως προς την έκταση της ατομικής και επαγγελματικής του αξίας, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις πιο πάνω προηγούμενες αυτού αποφάσεις. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε ο ενάγων αναιρεσίβλητος την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να τον απασχολεί από το έτος 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2006 και τη συνεπεία της μη απασχολήσεώς του αυτής, υπό της αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, προσβολή της προσωπικότητας του, εξαιτίας της οποίας υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας ζητούσε αποζημίωση, αλλά και να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να αποδεχθεί τις προσφερόμενες εργασιακές του υπηρεσίες, κρίθηκαν τελεσιδίκως με τις 8673/2002 και 2362/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες έκριναν, πλην άλλων, και την αξίωση του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της απολύσεώς του. Ειδικότερα, κρίθηκε, όπως προαναφέρθηκε, και μάλιστα αμετακλήτως με την πιο πάνω 8673/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα μέρος που αυτή δεν αναιρέθηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν ωθήθηκε στην επίμαχη καταγγελία "εκ λόγων εκδικήσεώς του, διότι αυτός προς διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων του προσέφυγε στο δικαστήριο εναντίον της" και ότι στη συνέχεια, δηλαδή αφότου ο αναιρεσίβλητος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως, "δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησε κάτι σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές του ενάγοντος που ήταν ικανό να δημιουργήσει σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ...", συνεπώς κρίθηκε αβάσιμος ο διαλαμβανόμενος ισχυρισμός στην από 2-4-2000 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, ότι αφότου αυτός διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του η αναιρεσείουσα φρόντισε "να τον εξαφανίσει από την παρουσίαση των αθλητικών ειδήσεων". Το προκύπτον δε από την απόφαση αυτή δεδικασμένο ρητώς αναφέρεται και γίνεται δεκτό με την επίσης αμετάκλητη 2362/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επίσης με την 2362/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε αμετακλήτως ότι η γενόμενη στις 21-2-2000 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν έγκυρη και συνακόλουθα η αναιρεσείουσα ουδεμία υποχρέωση είχε να απασχολεί έκτοτε τον αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της μη απασχολήσεως αυτού κρίθηκε παρεμπιπτόντως κατά την έρευνα του κυρίου ζητήματος της από 21-2-2000 αγωγής, δηλαδή κατά την έρευνα αν η επίμαχη καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε εκ λόγων εκδικήσεως και το Εφετείο αποφάνθηκε, έχοντας την προς τούτο αρμοδιότητα. Ειδικότερα επί του παρεμπίπτοντος αυτού ζητήματος, αποτελούντος αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, το Εφετείο έκρινε όσα πιο πάνω αναφέρονται, δηλαδή, ότι μέχρι της καταγγελίας, η αναιρεσείουσα απασχολούσε τον αναιρεσίβλητο, αφού δέχθηκε ότι, αφότου ο ενάγων προέβη στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και μέχρι της καταγγελίας, "δεν μεσολάβησε κάτι σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές του ενάγοντος που ήταν ικανό να δημιουργήσει σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης", ενώ όσα υποστήριξε η αναιρεσείουσα ως αιτία της καταγγελίας (παράνομη και αντισυμβατική απασχόληση σε ανταγωνιστικό κανάλι) ήταν αληθή και η ένδικη καταγγελία δεν έγινε εκ λόγων εκδικήσεως. Επί του ζητήματος αυτού, όπως και επί του ζητήματος ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο μετά την εγκύρως, όπως κρίθηκε, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, υφίσταται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της μεταγενέστερης από 18-9-2006 αγωγής.

Συνεπώς ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (μετά τη νομοτύπως γενόμενη παραίτηση από το δεύτερο λόγο), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω αιτιάσεις, που συμπληρώθηκε, κατ' αρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ (ως προς τη εφαρμογή και της διατάξεως του άρ. 331 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5002/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ