255/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΛόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.-Πότε ορισμένοι- Πλεοναστικές αιτιολογίες. Έννομο συμφέρον, πως ελέγχεται αναιρετικά. Ένσταση εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ., εμπρόθεσμη και παραδεκτή προβολή, άλλως απαράδεκτη. Όχι λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού αόριστου ή απαράδεκτου. Παραμόρφωση εγγράφου, πότε συντρέχει.
Legislator headnote
AI generated255/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 255 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.-Πότε ορισμένοι- Πλεοναστικές αιτιολογίες. Έννομο συμφέρον, πως ελέγχεται αναιρετικά. Ένσταση εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ., εμπρόθεσμη και παραδεκτή προβολή, άλλως απαράδεκτη. Όχι λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού αόριστου ή απαράδεκτου. Παραμόρφωση εγγράφου, πότε συντρέχει.
Αριθμός 255/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1428/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3725/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εξάλλου, κατά τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλειπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο, προς απόκρουση του πρώτου κονδυλίου της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε τη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, ποσού 18.715.748 δρχ., υπέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Την ένσταση αυτή επανέφερε με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ως προς τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Το ποσό της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα της Ελλάδος την 7-9-1999, κατέχοντας τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, ανερχόταν σε 31.952.568 δρχ., έναντι του οποίου το αναιρεσείον Ταμείο κατέβαλε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992, το ποσό των 13.236.820 δρχ.
και απέμεινε υπόλοιπο 18.715.748 δρχ. Με την 3/17-3-2000 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε την, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, καταβολή σε όσους υπαλλήλους της είχαν αποχωρήσει από 1-1-1993 έως 20-12-1999 ποσού ίσου με τη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που κατεβλήθη από το αναιρεσείον και εκείνης που θα κατέβαλε εάν δεν εφάρμοζε την προαναφερθείσα διάταξη.
Το ποσό αυτό θα καταβαλόταν με τη μορφή άτοκου δανείου, το οποίο όφειλε να επιστρέψει ο δικαιούχος σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωρισθεί το δικαίωμα λήψεως του περικοπέντος ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως. Ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε σχετική αίτηση και η Τράπεζα της Ελλάδος του κατέβαλε την πιο πάνω διαφορά των 18.715.748 δρχ.
Η λήψη του ποσού αυτού, συνεχίζει το Εφετείο, με την μορφή άτοκου δανείου ισόποσου με την προαναφερθείσα διαφορά, δεν αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ενοχής, διότι σε καμία περίπτωση φέρει τον χαρακτήρα αφέσεως χρέους εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, κατά το άρθρ. 454 του ΑΚ ή της αναδοχής χρέους εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος δια συμβάσεως υπέρ τρίτου, δηλαδή του αναιρεσείοντος, αφού, όπως συνομολογεί και το ίδιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, "η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην καταβολή της εν λόγω διαφοράς χωρίς να έχει καμία νομική υποχρέωση ...".
Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η καταβολή του ως άνω άτοκου δανείου δεν φέρει τον χαρακτήρα καταβολής της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως αντί και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος αλλά φέρει τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου να ρυθμισθεί προσωρινά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της και απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως ως ουσία αβάσιμη.
Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν πλήρως την κρίση του Δικαστηρίου για την ουσιαστική αβασιμότητα της ενστάσεως εξοφλήσεως που είχε προβάλει το αναιρεσείον. Οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς την Τράπεζα για να λάβει το ποσό της διαφοράς της εφάπαξ αποζημίωσης δήλωσε επί πλέον ότι καμία συναφή απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος και ότι παραιτείται από κάθε σχετικό δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και αυτού περί καταβολής τόκων επί του άνω ποσού και ότι η παραπάνω παραίτηση, καθόσον αφορά τα δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την Τράπεζα είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη και ότι σε κάθε περίπτωση το παραπάνω δικαίωμά του δεν είναι δεκτικό παραιτήσεως, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της ως άνω κρίσεως του Εφετείου, δοθέντος μάλιστα ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλει σχετικό ισχυρισμό που όφειλε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του πρώτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε τη νομίμως υποβληθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως, αφενός μεν εσφαλμένα δέχθηκε ως εφαρμοστέες στην εκδικαζόμενη υπόθεση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 3, 174, 180, 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 § 1 του ΑΝ 539/1945 και 8 § 4 του ΝΔ 4020/1959, οι οποίες αναφέρονται στην παραίτηση των εργαζομένων από τα δικαιώματα τους, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και τις οποίες, ιδίως δε εκείνη του άρθρ. 679 του ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και αφετέρου διέλαβε ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της τελευταίας αυτής διατάξεις του άρθρ. 679 του ΑΚ.
Σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι ανάγεται σε παραδοχές αυτής που διατυπώθηκαν ως εκ περισσού.
Επειδή κατά το άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το συμφέρον αυτό ανάγεται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η συνδρομή του οποίου κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά το οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος.
Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και όχι εκείνον του αρ. 14, ο οποίος υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ταμείο στην πληρωμή ολόκληρου του ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως χωρίς τον περιορισμό του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992 και συγκεκριμένα, καθόσον αφορά την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, α)ποσό 18.715.748 δρχ. (= 54.925,16 ευρώ), που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης εφάπαξ αποζημίωσης κατά τον χρόνο αποχώρησής του (7-9-1999) από την υπηρεσία του στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη και της καταβληθείσας από το αναιρεσείον και β)ποσό 7.523.160 δρχ. (= 22.078,24 ευρώ), που αντιστοιχούσε στη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, που κατείχε κατά τον χρόνο της αποχώρησής του και του Υποδιευθυντή στον οποίο προήχθη αναδρομικά από 1-4-1995.
Ειδικότερα, ως προς την καταψήφιση του πιο πάνω υπό στοιχ. Α' ποσού, ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια τακτοποιήσεως του προβλήματος που είχε ανακύψει μετά την καταβολή πλήρους της εφάπαξ αποζημιώσεως στους αποχωρούντες μετά την 20-12-1999 υπαλλήλους της, το κατέβαλε μεν σε αυτόν στις 30-5-2000, υπό μορφή άτοκου δανείου όμως, το οποίο έπρεπε να επιστραφεί στην περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωριζόταν το δικαίωμα λήψεώς του και για το λόγο αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να το καταβάλει, ώστε να απαλλαγεί από το βάρος του δανείου αυτού.
Περί της συνδρομής του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου για την αξίωση καταβολής και του πιο πάνω ποσού των 18.715.748 δρχ. το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη για την κρίση του πραγματικά περιστατικά: Το ποσό της εφάπαξ αποζημιώσεως, που όφειλε να καταβάλει το αναιρεσείον στον αναιρεσίβλητο κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα της Ελλάδος στις 7-9-1999 με τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη ανερχόταν σε 31.952.568 δρχ., εφαρμόζοντας όμως τη διάταξη του άρθρ. 57 του Ν. 2084/1992 του κατέβαλε το ποσό των 134.236.820 δρχ.
Τρεις μήνες μετά την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου, με απόφαση των αρμοδίων οργάνων καταργήθηκε η εργοδοτική εισφορά και έκτοτε το αναιρεσείον χορηγούσε πλέον την παροχή της εφάπαξ αποζημιώσεως στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Τράπεζας χωρίς τον περιορισμό του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992. Ενόψει της νέας καταστάσεως που διαμορφώθηκε στο ζήτημα αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέβαλε σε όσους υπαλλήλους της είχαν αποχωρήσει από 1-1-1993 έως 20-12-1999 ποσό ίσο με τη διαφορά της καταβληθείσας από το αναιρεσείον εφάπαξ αποζημιώσεως και εκείνης που θα καταβαλλόταν αν δεν είχε εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992.
Το ποσό αυτό κατεβλήθη με τη μορφή άτοκου δανείου, επιστρεπτέου στην περίπτωση που, για οποιαδήποτε αιτία, θα αναγνωρισθεί το δικαίωμα λήψεως του περικοπέντος ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως. Με την από 14-4-2000 αίτηση- δήλωσή του, προς την Τράπεζα της Ελλάδος και το αναιρεσείον, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό της προαναφερθείσας διαφοράς ύψους 18.715.748 δρχ.
και δήλωσε ότι ουδεμία συναφή απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσίβλητος με την παραπάνω αίτηση - δήλωσή του, είπε το Εφετείο, αποδέχθηκε τη σύμβαση άτοκου δανείου έχοντας την πεποίθηση ότι το θέμα της καταβολής της εφάπαξ αποζημιώσεως θα ρυθμισθεί νομοθετικά, όπως δε συνομολογεί και το αναιρεσείον με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του "η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην καταβολή της εν λόγω διαφοράς χωρίς να έχει καμία νόμιμη υποχρέωση .....".
Επομένως, η καταβολή του πιο πάνω ποσού εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος δεν έφερε τον χαρακτήρα καταβολής της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως αντί και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Ταμείου αλλά, ως εκ του χαρακτήρα αυτού, ως άτοκου δανείου, επρόκειτο για οικειοθελή παροχή εκ μέρους της Τράπεζας, προκειμένου να ρυθμισθεί προσωρινά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την υπό την προδιαληφθείσα έννοια ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Οι ίδιες αναιρετικές αιτιάσεις, προβαλλόμενες από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτες, αφού, όπως ελέχθη, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ είναι ουσιαστική. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ανακοπή, ένδικα μέσα) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων και τα από αυτούς προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, οι από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ προβαλλόμενες με τον αυτό δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους επιστηρίζοντες την ένσταση περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α)ο αναιρεσίβλητος, είχε λάβει από την Τράπεζα ολόκληρο το ποσό της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως, το οποίο θα του επιδικαζόταν εάν η αγωγή του γινόταν δεκτή και συνεπώς είχε ικανοποιηθεί πλήρως και β)κατά την είσπραξη της διαφοράς αυτής ο αναιρεσίβλητος είχε προβεί σε εκχώρηση προς την Τράπεζα κάθε παρούσας ή μέλλουσας απαίτησής του κατά του αναιρεσείοντος Ταμείου από την ίδια αιτία, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" αλλά διατύπωση επιχειρημάτων προς υποστήριξη των απόψεων του.
Επειδή η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ. μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επίδραση όμως δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο αόριστος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σε αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ και, επομένως, για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, επί πλέον δε να γίνει και επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και αφετέρου να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς, η μη προβολή, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της κατάχρησης του δικαιώματος που προκύπτει από αυτή και διατύπωση αιτήματος απόρριψης και για την αιτία αυτή της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ένστασης αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου (Ολ.
ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, αν και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου είχε υποβάλει ως πρόσθετο λόγο εφέσεως ένσταση από το άρθρ. 281 του ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι η ένδικη αξίωση ασκείται καταχρηστικά και είχε εκθέσει πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένστασή του, το Δικαστήριο της ουσίας αγνόησε πλήρως την ένσταση αυτή, της οποίας η παραδοχή συνεπαγόταν την απόρριψη της αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και χωρίς την επίκληση δικαιολογημένης αιτίας για τη βραδεία προβολή, υπέβαλε την εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ ένσταση.
Επομένως, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτώς, η μη λήψη υπόψη αυτού από το Εφετείο δεν ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Επειδή παραμόρφωση εγγράφων, που ιδρύει τον από τον αρ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικό γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου ή παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων αυτού.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-4-2000 αιτήσεως - δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου προς την Τράπεζα της Ελλάδος, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον κι έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, προβάλλει το αναιρεσείον ότι η παραμόρφωση συνίσταται στο ότι, ενώ στο πιο πάνω έγγραφο διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσίβλητος ζητεί να του καταβληθεί η διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας και την οικεία πράξη του Διοικητή της και ότι εφόσον του καταβληθεί η διαφορά αυτή, ουδεμία συναφή απαίτηση διατηρεί κατά της Τράπεζας και του αναιρεσείοντος, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και του περί καταβολής τόκων επί του άνω ποσού και ακόμη ότι αναγνωρίζει ότι η εν λόγω καταβολή γίνεται χωρίς να υφίσταται υποχρέωση της Τράπεζας και του αναιρεσείοντος Ταμείου και δηλώνει ότι εκχωρεί προς αυτούς (Τράπεζα και αναιρεσείον) κάθε απαίτησή του εκ της αιτίας αυτής μέχρι του ποσού που θα του καταβληθεί, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 14-4-2000 ως άνω αίτησή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την καταβολή της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως και δήλωσε ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος και ότι παραιτείται από κάθε σχετικό δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και του περί καταβολής τόκου επί του άνω ποσού.
Έτσι όμως, προβάλλει το αναιρεσείον, το Εφετείο αγνόησε την περικοπή του εγγράφου που αναφέρεται στη δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι η καταβολή αυτή γίνεται χωρίς υποχρέωση της Τράπεζας ή του αναιρεσείοντος Ταμείου και ότι εκχωρεί προς αυτούς κάθε απαίτηση εκ της αιτίας αυτής μέχρι του ποσού που θα του καταβληθεί και εκ της οποίας περικοπής επιβεβαιώνεται η ουσιαστική βασιμότητα των ενστάσεών του περί εξοφλήσεως, ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και κυρίως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το σύνολο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ολόκληρο το κείμενο του επίμαχου εγγράφου, καταλήγοντας σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα που εκλαμβάνει ως ορθά το αναιρεσείον.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Τράπεζας της Ελλάδος" για αναίρεση της 3725/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ