255/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 32/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 κοινή αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated255/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Full text
Απόφαση 255 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Nικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, και 2. Χ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζή με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Συνοίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 32/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 κοινή αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 60/24-11-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 32/9-2-2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 353/26-9-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, απορρέουσα κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς από τη διατυπούμενη στο από 15-1-2001 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση, επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική κατ'ουσίαν 216/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 4/16-1-2004 έφεση των εναγόντων, η 32/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με απορριπτική ομοίως επ'αυτής κατ'ουσίαν κρίση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίστοιχα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ.1), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Ομοίως για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του πραγματικά περιστατικά.
Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δεν συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1005 παρ.1, 1017 παρ.2 ΚΠολΔ, και 192, 199, 513, 1198 ΑΚ. προκύπτει ότι ο αναγκατικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία διενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση. Στην εν λόγω σύμβαση λογίζεται ως πωλητής ο επισπεύδων δανειστής και ως αγοραστής ο υπερθεματιστής, η δε πολιτεία εκπροσωπείται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού που ενεργεί ως δημόσιο όργανο μετά την αίτηση παροχής έννομης προστασίας, με την μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως, του δανειστή που επισπεύδει τον πλειστηριασμό για το συμφέρον του, αλλά ακόμη και προς το συμφέρον όλων των δανειστών που πρόκειται να συμμετάσχουν στη διανομή του πλειστηριάσματος.
Περαιτέρω, οι διατάξεις για τον πλειστηριασμό είναι κατά κανόνα δημοσίας τάξεως, αποβλέπουν δε στην παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως, μετά από στάθμιση των συμφερόντων των δανειστών που δεν εισέπραξαν την απαίτησή τους, του οφειλέτη στον οποίο ανήκει το πλειστηριαζόμενο πράγμα και του υπερθεματιστή, ο οποίος μετέχει στην διαδικασία του πλειστηριασμού, πρωτίστως μεν προς το συμφέρον του, συγχρόνως όμως και προς το συμφέρον των αναγγελθέντων δανειστών του καθού η εκτέλεση, ενόψει του ότι η όλη λειτουργία της αναγκαστικής εκτελέσεως χαρακτηρίζεται αφ' ενός από μία κινητικότητα ομάδας προσώπων, που δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά μόνο τον αρχικά επισπεύδοντα δανειστή και τον οφειλέτη του, και αφετέρου από μία αποτελεσματικότητα μέσων που δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις ουσιαστικού δικαίου έννομες σχέσεις των εμπλεκομένων προσώπων που είναι υποκείμενα της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Τέλος, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν την δυνατότητα συνάψεως ποικίλου περιεχομένου δεσμευτικών γι' αυτούς συμβάσεων, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, σε διατάξεις δημοσίας τάξεως ή τα χρηστά ήθη και να μην προσβάλλει τις πράξεις δημοσίου οργάνου (Α' Ολ.ΑΠ 26/2006).
Με τους διατυπούμενους κατά σειρά λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δ'αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 287 και 361 ΑΚ (ΚΠολΔ 559 αρ.19) και ευθεία παραβίαση των άρθρων 173, 200 ΑΚ και 3,361 ΑΚ (ΚΠολΔ 559 αρ.1). Ενώ όμως εκτίθεται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε. 'Ετσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι, με βάση το ακόλουθο πλήρες περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "Δυνάμει της υπ' αριθ. 809/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Α, πατέρας της πρώτης και σύζυγος της δεύτερης των εναγομένων, υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πρώτο από τους ενάγοντες Χ1, ως αποζημίωση από αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτης επιταγής) το ποσό των 12.123.332 δραχμών νομιμοτόκως.
Σε εκτέλεση αυτής ο τελευταίος επέσπευσε εναντίον του οφειλέτη του αναγκαστικό πλειστηριασμό, με την κατάθεση στη Συμβολαιογράφο Λευκίμμης Αικατερίνη Πουλιάση-Αργαλιά, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού της υπ' αριθ. ...... δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού επί της επικαρπίας ακινήτου-οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "......" της κτηματικής περιοχής ......
του Δήμου ......, έκτασης 8075 τμ. με την εντός αυτού διόροφη με ισόγειο κεραμοσκεπή οικοδομή, εμβαδού 324 τμ το οποίο ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στις εναγόμενες, σε ποσοστό 99% και 1% αντίστοιχα, - που είχε κατασχεθεί αναγκαστικά από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" δυνάμει της υπ' αριθ. ..... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ......
και ο πλειστηριασμός που είχε επισπευσθεί για τις 18.3.1998 ματαιώθηκε και παρέμενε ανενεργής, όπως τα παραπάνω προκύπτουν από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και δεν αμφισβητούνται (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) από τις εναγόμενες. Ο πλειστηριασμός που ορίστηκε για τις 24.6.1998 αρχικά και δυνάμει της υπ' αριθ. 423/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας για τις 16.9.1998, αλλά και οι επόμενοι που ακολούθησαν απέβησαν άκαρποι.
Τελικώς το εν λόγω ακίνητο (η επικαρπία) εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 13/12/2000 δυνάμει της υπ' αριθ. ...... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της άνω Συμβολαιογράφου και κατακυρώθηκε κοινώς και αδιαιρέτως, κατά το 1/2 στον καθένα, στους ενάγοντες που αναδείχθηκαν υπερθεματιστές αντί του συνολικού ποσού των 50.001.000 δραχμών, εκδόθηκε δε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού η υπ' αριθ. ......
περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στον πλειστηριασμό, αναγγέλθηκαν νόμιμα το Ελληνικό Δημόσιο (Β' Δ.Ο.Υ. ΚΕΡΚΥΡΑΣ) για απαίτηση του κατά του οφειλέτη-καθού η εκτέλεση ποσού 10.273.764 δραχ. και η εταιρία "ΖΥΘΟΠΟΪΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για απαίτηση ποσού 6.554.472 δραχμών, η δε υπάλληλος του πλειστηριασμού, συνέταξε τον υπ' αριθ. ......
πίνακα κατάταξης, στον οποίο, κατέταξε, για το υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσό του εκπλειστηριάσματος από 46.615.962 δραχ., το Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 των 15.538.654 δραχ., για το σύνολο της απαίτησης του, και στα 2/3 και το υπόλοιπο του 1/3 από 5.264.890 δραχ. (15.538.654 - 10.273.764) ήτοι συνολικά στο ποσό των 36.342.198 δραχ., κατέταξε, τον επισπεύδοντα πρώτο ενάγοντα, για ποσό 28.593.102 δραχ.
την άνω εταιρία "ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για ποσό 6.554.472 δραχ. και στο υπόλοιπο του 1.194.624 δραχ. τον οφειλέτη, καθού η εκτέλεση. Επικειμένης της αναγκαστικής εκτέλεσης του άνω εκτελεστού τίτλου για την εγκατάσταση των εναγόντων στην επικαρπία του προαναφερόμενου ακινήτου, που λειτουργούσε ως επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων από τον οφειλέτη και την οικογένεια του (εναγόμενες), ύστερα από πρόσκληση του τελευταίου, ο οποίος επιθυμούσε να επανακτήσει την επικαρπία, οι δε ενάγοντες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, αποφάσισαν αυτοί να ρυθμίσουν συμβιβαστικά τη διαφορά τους.
Έτσι, προχώρησαν στην κατάρτιση και υπογραφή ενώπιον δύο μαρτύρων (του δικαστικού επιμελητή ...... και του συζύγου της πρώτης εναγομένης Β) του από 15-1-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού στο οποίο συμβλήθηκαν ο πρώτος από τους ενάγοντες, ατομικά και για λογαριασμό του δεύτερου, ο Α και οι εναγόμενες και, όπως αναγράφεται σ' αυτό (πέρα από το ιστορικό της απαίτησης του πρώτου και τη διενέργεια του πλειστηριασμού) κατά λέξη, "τα συμβαλλόμενα μέρη, με αμοιβαίες υποχωρήσεις προήλθαν στις κατωτέρω συμφωνίες: 1) Συνεφωνήθη η ακύρωση δι' αποφάσεως του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας του παραπάνω πλειστηριασμού και της παραπάνω κατακυρωτικής εκθέσεως, των πράξεων της Συμβολαιογράφου Λευκίμμης Κέρκυρας Αικατερίνης Αργαλιά-Πουλιάση.
Σαν αντάλλαγμα για τη συνομολόγηση στην παραπάνω ακύρωση, συνομολογήθηκε ότι ο Χ1 και ο Χ2, ευθύς μετά την ακύρωση και δυνάμει της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας περί ακυρώσεως του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως, θα λάβουν κάθε ποσό που έχουν καταβάλει στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, καθώς και την ένδικο οφειλή 21.799.728 δραχ.
κατά την κοινοποιηθείσα επιταγή προς πληρωμή με αριθμό επίδοσης ...... του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ...... και νυν ανερχομένην μετά την γενόμενη καταβολή, σε 29.000.000 δραχ. με επιτόκιο το ανώτατο επιτρεπόμενο για τραπεζικές εργασίες, 2) τυχόν μη επιστροφή χρημάτων από τα καταβληθέντα στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για οποιονδήποτε λόγο και αιτία βαρύνει ως οφειλή πλέον κατά τους παραπάνω όρους (δηλ.
το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου για τις τραπεζικές συναλλαγές) τους αφετέρου συμβαλλόμενους. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η επιστροφή των χρημάτων της παραπάνω οφειλής από τους αφετέρου συμβαλλόμενους στον κ. Χ1, θα λάβει χώρα σε ετήσιες συνεχείς δόσεις αντί καταβολής, αρχομένων των δόσεων τούτων από το έτος 2001 οριζομένων σε κατ' ελάχιστον ποσόν εκ δραχ. 5.000.000 κατ' έτος, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
Ταυτόχρονα ορίζεται δήλη ημέρα καταβολής του ποσού εκάστης ετησίας δόσεως η 30η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι περίπτωση μη καταβολής ή μη προσηκούσης ή μη εμπροθέσμου καταβολής εκάστης των δόσεων τούτων, ο Χ1 δικαιούται δυνάμει και εις εκτέλεση του παρόντος, να αξιώσει κάθε τυχόν υπόλοιπο οφειλόμενο προς αυτόν, καθισταμένου απαιτητού και ληξιπροθέσμου οποιουδήποτε τυχόν υπολοίπου οφειλομένου εις αυτόν.
Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η εκ των αφετέρου συμβαλλομένων Ψ1, ψιλός κύριος του παραπάνω πλειστηριασθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 99%, δυνάμει του παρόντος, υποχρεούται να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, ποσού μέχρι 40.000.000 δραχ. υπέρ Χ1, ενώπιον του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, προς ασφάλειαν της παραπάνω οφειλής.
Συμφωνήθηκε ακόμη ότι ο εκ των αφετέρου Α, δυνάμει του παρόντος υποχρεούται να παραιτηθεί της επικαρπίας του επιδίκου ακινήτου, ευθύς μετά την τελεσιδικία της παραπάνω αποφάσεως του Μον. Πρωτοδικείου Κέρκυρας περί ακυρώσεως του πλειστηριασμού και της εκθέσεως κατακυρώσεως και ευθύς μετά τη ρύθμιση και εν γένει τακτοποίηση των προσωπικών οφειλών του προς το ΙΚΑ.
Η εκ των αφετέρου συμβαλλόμενη Ψ2 και αυτή οφείλει επίσης, να παραιτηθεί δυνάμει του παρόντος του μέλλοντος δικαιώματος επικαρπίας του επιδίκου ακινήτου ...". Από το παραπάνω περιεχόμενο του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού -κατά το μέρος που αφορά το αντικείμενο της παρούσας δίκης- χωρίς ανάγκη προσφυγής στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι με αυτό συνήφθη αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, για τη ρύθμιση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις της μεταξύ των εναγόντων και του Α διαφοράς, σύμφωνα με την οποία, ανέλαβαν την υποχρέωση, αφού ο τελευταίος προσβάλλει, με "νόμιμο" λόγο ανακοπής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, τις αναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης (πλειστηριασμού και κατακυρωτικής έκθεσης) κατόπιν αυτής, οι μεν πρώτοι, (ήδη ενάγοντες), ως διάδικοι στη σχετική δίκη (καθ'ων η ανακοπή-υπερθεματιστές), να συνομολογήσουν τα περιστατικά που θεμελίωναν το λόγο της ανακοπής και έτσι, με την παραδοχή της, να επιτευχθεί η ακύρωση των άνω πράξεων εκτελέσεως με συνέπεια την επανάκτηση της επικαρπίας του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον ανακόπτοντα Α (παροχή).
Σε αντάλλαγμα δε (αντιπαροχή) ο Α και οι εναγόμενες, ανέλαβαν την υποχρέωση και υπό τον όρο ευδοκίμησης της ανακοπής και ακύρωσης της εκτέλεσης, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στους ενάγοντες το ποσό του πλειστηριάσματος (50.001.000 δραχ.) που κατέθεσαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (1/2 σε καθένα) και επί πλέον, στον πρώτο, και το ποσό της οφειλής του Α προς αυτόν (29.000.000 δραχ.), δοθέντος ότι, χωρίς την ακύρωση του πλειστηριασμού και ανάκτηση της επικαρπίας από τον Α, δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί η συμφωνία για επιστροφή του ποσού του πλειστηριάσματος στους ενάγοντες, ενόσω είχαν και την επικαρπία, ως υπερθεματιστές, με τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης.
Αλλά και ο αμέσως επόμενος όρος του συμφωνητικού κατά τον οποίο, "τυχόν μη επιστροφή χρημάτων από τα καταβληθέντα (από τους ενάγοντες) στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για οποιονδήποτε λόγο και αιτία βαρύνει ως οφειλή τους ανωτέρω (Α και εναγόμενες)" συναρτάται με τα προηγούμενα, αφού και αυτός ως προϋπόθεση έχει την ακύρωση, με την παραδοχή της ανακοπής, των άνω πράξεων εκτέλεσης, οπότε και θα ανέκυπτε, τότε μόνο, θέμα επιστροφής στους ενάγοντες χρημάτων που κατέβαλαν, ή μέρος αυτών, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού", με καταληκτικό αυτής συμπέρασμα ότι η διατυπούμενη στο από 15-1-2001 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση, από την οποία απορρέουν κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς οι αξιώσεις των ήδη αναιρεσειόντων, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις δημοσίας τάξεως διατάξεις, που αφορούν τον αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Από τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές αυτές παραδοχές της αποφάσεως δικαιολογείται η εκτίμηση ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως αποκλείει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της διατυπωθείσης στο από 15-1-2001, ιδιωτικό έγγραφο δικαιοπρακτικής βουλήσεως των δι' αυτού συμβληθέντων, με ρητό αποκλεισμό της ανάγκης προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διαλαμβάνοντας παράλληλα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, το περιεχόμενο της συνομολογηθείσης συμβάσεως, με ανάληψη από έκαστο των συμβαλλομένων μερών ιδίας προς το έτερο παροχής, προσδίδουσα εις αυτήν τον χαρακτήρα της αμφοτερούς συμβάσεως.
Τέλος, η εν λόγω σύμβαση, η οποία, κατά τους όρους αυτής, ως βάση και προϋπόθεση ενεργοποιήσεως των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παροχής-αντιπαροχής) των συμβαλλομένων, έχει, την κατά συμπαιγνία, με καταστρατήγηση των δημοσίου δικαίου διατάξεων για την αναγκαστική εκτέλεση, ακύρωση με δικαστική απόφαση του πλειστηριασμού και κατ' ακολουθίαν και της κατακυρωτικής εκθέσεως, πράξεων του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου, ενεργούντως ως δημοσίου οργάνου, αντίκειται στις δημοσίας τάξεως διατάξεις που αφορούν την παρεχόμενη με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό έννομη προστασία, υπό το κύρος της δημοσίας αρχής, για το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων και των λοιπών δανειστών του καθού η εκτέλεση, που είχαν νομίμως αναγγελθεί και είχαν καταταγεί στο σχετικό πίνακα κατατάξεως, ο οποίος τότε δεν είχε οριστικοποιηθεί, κατά τις εν συνεχεία παραδοχές της αποφάσεως, είναι απολύτως άκυρη και δεν επιφέρει έννομες συνέπειες και έρεισμα στις αξιώσεις των ήδη αναιρεσειόντων.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 60/24-11-2006 αίτηση για αναίρεση της 32/9-2-2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ