255/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 255 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated255/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 255 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 255 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 255/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βλάσια Σεργάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.ψ1, 2. ψ2 και 3. ψ3. Ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαθιό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5427/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 3603/2004 προδικαστική και 8461/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε την από 29-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσεόντα .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, ως και κλήση προς εμφάνιση για την ορισθείσα κατά τ' ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο ψ1. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε παραστάθηκε με δήλωση, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
Επειδή, λόγοι αναίρεσης ιδρύονται μόνο για πλημμέλειες που εμπίπτουν σε μία από τις περιοριστικά στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες περιπτώσεις, σύμφωνα δε με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται λύγος αναίρεσης αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ισχυριζόμενος ότι από αυτές δεν συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και επίσης προβάλλει παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που αυτά, κατά την άποψή του υπαγορεύουν.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Το καλοκαίρι του 1995 ο πρώτος εφεσίβλητος - εναγόμενος ψ1, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον αδελφό του εκκαλούντος - ενάγοντος χ και μέσω αυτού γνώρισε και τον ενάγοντα, ήλθε σε επικοινωνία με τον τελευταίο και, αφού του είπε ότι οι υπόλοιποι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι φίλοι του, έχουν ανάγκη χρημάτων για να επιτύχουν την άρση απαλλοτρίωσης ακινήτου τους υπέρ του Δήμου Πεύκης Αττικής, στο οποίο στην συνέχεια θα κατασκεύαζαν πολυώροφη οικοδομή, ζήτησε από αυτόν να δανείσει τους εν λόγω εναγομένους με το ποσό των 12.000.00 δρχ.
Αυτός για να αποσπάσει την εμπιστοσύνη του ενάγοντος και να τον πείσει να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 12.000.000 δρχ., του είπε ακόμη ότι και ο ίδιος θα δάνεισε τους υπόλοιπους εναγομένους με το ποσό των 15.000.000 δρχ., ότι σε περίπτωση άρσης της απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους εκείνοι θα μεταβίβαζαν στον ίδιο και στον ενάγοντα οριζόντια ιδιοκτησία 100 τ.μ.
στη μελλοντική οικοδομή στην τιμή μόνο του πραγματικού κόστους και ότι θα τους έδιναν το δικαίωμα να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία εκείνων για την εξασφάλιση των απαιτήσεων τους. Μάλιστα για να γίνει πιο πειστικός ο πρώτος εναγόμενος ψ1 παρουσίασε στον ενάγοντα σύμβαση δανείου και δήλωση με τις υπογραφές των λοιπών εναγομένων, που είχε αποσπάσει από εκείνους, οι οποίοι επειγόμενοι για την ανεύρεση δανειστών είχαν υπογράψει και παραδώσει στον πρώτο εναγόμενο πριν από τη λήψη οποιουδήποτε ποσού, δηλώνοντας ότι δανείστηκαν από τον πρώτο εναγόμενο και τον ενάγοντα το ποσό των 33.000.000 δρχ., ότι το ποσό αυτό αποτελείται από κεφάλαιο 24.000.000 δρχ.
και τους νόμιμους τόκους μέχρι τις 30.9.1997, ποσού 9.000.000 δρχ., ότι προς κάλυψη του δανείου αποδέχθηκαν 4 συναλλαγματικές για 11.000.000 δρχ., 2 συναλλαγματικές των 5.000.000 δρχ. η καθεμία και 2 συναλλαγματικές των 500.000 δρχ., ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να δώσουν στους δανειστές τους το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητα της συγκυριότητας τους για την εξασφάλιση των σχετικών απαιτήσεων.
Με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε την εμπιστοσύνη του ενάγοντος, ο οποίος, χωρίς να έλθει σε καμιά επικοινωνία με τους υπόλοιπους εναγομένους, τους ποίους άλλωστε δεν γνώριζε, τον κατέστησε εντολοδόχο του και του κατέβαλε το ποσό των 7.000.000 δρχ. με την εντολή να το παραδώσει στους υπόλοιπους εναγομένους, ως δάνειο, σύμφωνα με τους όρους που ο εν λόγω εντολοδόχος του εναγόμενος του είχε εκθέσει.
Ακόμη ο πρώτος εναγόμενος εισέπραξε για τον ίδιο λόγο από τον ενάγοντα και το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα για το τελευταίο αυτό ποσό εκδόθηκε στις 11.7.1995 και παραδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο από τον αδελφό του ενάγοντος χ, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, η τραπεζική επιταγή ........, την οποία και εισέπραξε εκείνος (πρώτος εναγόμενος). 'Ετσι ο πρώτος εισέπραξε συνολικά από τον ενάγοντα το ποσό των 12.000.000 δρχ.
με την εντολή να το παραδώσει στους υπόλογους εναγομένους. Αυτός όμως δεν απέδωσε ποτέ το ποσό αυτό στους λοιπούς εναγομένους, αλλά το παρακράτησε ο ίδιος. Με τη συμπεριφορά του αυτή, η οποία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., ο πρώτος εναγόμενος ζημίωσε τον ενάγοντα κατά το ποσό των 12.000.000 δρχ. (ήδη 35.216,43 ευρώ).
Ευθύνη των εναγομένων - εφεσίβλητων ψ2 και ψ3 απέναντι στον ενάγοντα - εκκαλούντα από τη σύμβαση δανείου, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση διότι δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια των εν λόγω εναγομένων το επίμαχο ποσό των 12.000.000 δρχ., από τον πρώτο εναγόμενοι ο οποίος, όπως προειπώθηκε, ανέλαβε την εντολή από τον ενάγονται ως εντολοδόχος εκείνου, να τους αποδώσει το ποσό αυτό, ως δάνειο.
Εξάλλου, και αν ακόμη εκτιμηθεί ότι η αγωγή περιέχει βάση από αδικοπραξία εναντίον των εν λόγω εναγομένων - εφεσίβλητων, και πάλι δεν δημιουργείται ευθύνη αυτών απέναντι στον ενάγοντα προς αποζημίωση, διότι δεν αποδείχθηκε καμία αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι απέβλεψαν αποκλειστικά και μόνο στο δανεισμό τους από τον ενάγονται μέσω του πρώτου εναγομένου.
Έτσι υφίσταται τελικά υποχρέωση μόνο του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, το ποσό των 35.216ι43 ευρώ (12.000.000 δρχ.) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση όχι κατ ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος που αφορούσε τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους,ψ2 και ψ3, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ψ1, εξαφάνισε ως προς αυτόν την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 35.216,43 Ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και γι' αυτό ο δεύτερος και έκτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Αφού δε η κύρια αιτιολογία της απόφασης περί μη καταβολής του ποσού του δανείσματος στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους στηρίζει αυτοτελώς ως προς αυτούς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, είναι μάταιη η εξέταση των ίδιων ως άνω δευτέρου και έκτου λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία δεν δημιουργείται ευθύνη του δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων έναντι του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση, διότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, οι οποίοι απέβλεψαν και μόνον στο δανεισμό τους από τον αναιρεσείοντα μέσω του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι ως αλυσιτελείς είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λύγος αναίρεσης κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενο του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.
Επόμενους, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, το περιεχόμενο 1) της από ...... σύμβασης δανείου, σύμφωνα με την οποία οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι και ο αδελφός τους. γ1, έλαβαν δάνειο ποσού 33.000.000 δραχμών από τον αναιρεσείοντα και τον ψ1 (πρώτο αναιρεσίβλητο), προς κάλυψη του δανείου υπέγραψαν τις παρακάτω συναλλαγματικές και υποσχέθηκαν να δώσουν σ' αυτούς την άδεια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου τους στην ....
Αττικής προς διασφάλιση της απαίτησης τους, 2) του από ........ ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ψ2 υπόσχεται και δηλώνει σ' αυτούς (αναιρεσείοντα και πρώτο αναιρεσίβλητο) ότι η τιμή της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας 100 τ.μ., δεν θα ήταν μεγαλύτερη του πραγματικού κόστους, 3) της από ......
δήλωσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος υπόσχεται και αναγνωρίζει ότι ο κόστος κατασκευής της οριζόντιας ιδιοκτησίας των 100 τ.μ. δεν θα είναι μεγαλύτερο των 200.000 δρχ. ανά τ.μ., 4) της από ....... δήλωσης των αδελφών ψ2,ψ3,γ1, με την οποία αυτοί αναγνωρίζουν ότι το ποσό των 33.000.000 δρχ., που έλαβαν ως δάνειο από τον αναιρεσείοντα και τον ψ1, αποτελείται από κεφάλαιο 24.000.000 δρχ. (το οποίο εισέπραξαν μετρητά), 12.000.000 δρχ.
από τον καθένα τους και από 9.000.000 δρχ. για τους νόμους συμβατικούς τόκους μέχρι την ημερομηνία λήξεως των συναλλαγματικοί που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση δανείου μέχρι 30-9-1999 και 5) των από ...... τεσσάρων συναλλαγματικών σε διαταγή του αναιρεσείοντος, ποσού 5.000.000 δρχ. των τριών εξ αυτών και 500.000 δρχ.
της μίας, που αποδέχθηκε π γ1, χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων, αλλά το κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο τους και εκείνο, το οποίο εξέλαβε το Εφετείο, (άστε να κριθεί αν εσφαλμένως τα ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης ανάγνωσης του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δε στοιχειοθετείται, όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αγωγικό ισχυρισμό του, που είχε επαναφέρει σ' αυτό με λόγο έφεσης ότι, δηλαδή, δάνεισε στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους και στον αδελφό του, γ1, το ποσό των 12.000.000 δρχ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο , έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι οι υπογραφές των ανωτέρω αναφεσιβλήτων είχαν υφαρπασθεί και το παραπάνω ποσό του δανείσματος δεν καταβλήθηκε, σ' αυτούς, αλλά στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενεργούντα στην κατάρτιση της δανειακής σύμβασης για λογαριασμό και κατ1 εντολήν του αναιρεσείοντος και ο οποίος το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΛ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγος αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα 1) την από ..... σύμβαση δανείου, 2) το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό, 3) την από ...... δήλωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, 4) την από ..... δήλωση των αδελφών ψ2,ψ3,γ1 και 5) της από ...... τέσσερις συναλλαγματικές σε διαταγή του, ποσού 5.000.000 δρχ. και 500.000 δρχ., αποδοχής γ1. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη όλα τα υπό των διαδίκων νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα ως άνω στο αναιρετήριο έγγραφο.
Επειδή με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι από τον αριθμό 1) ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά την επιδίκαση σε βάρος του πρώτου αναριεσιβλήτου τόκων επί του κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη την ομολογία αυτού, που περιλαμβάνεται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του περί προγενεστέρας της επιδόσεως της αγωγής όχλησής του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι την τοιαύτη ομολογία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νομίμως στο Εφετείο, προσκομίζοντας άμα και τις προτάσεις του πρώτου αναριεσιβλήτου από τις οποίες προέκυπτε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2006 αίτηση του χ1 περί αναιρέσεως της 8461/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ