255/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 255 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated255/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 255 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 255 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 255/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 700/1998 μη οριστική, 744/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 690/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της αίτησης για αναίρεση της 690/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Εξάλλου, ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκαν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης (βλ. και ΑΠ Ολ. 24/2000 Ελλ Δνη 42/62). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 24/2000). Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει ν' αναφέρονται ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν. 2344/1940) είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού. Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας, η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου, δεν αρκεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 744/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία το τελευταίο, αποδεχόμενο την ένσταση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό, απέρριψε την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσείοντος, μετ' αποδοχήν των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών: Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 16 στρεμμάτων, περίπου βρίσκεται στη θέση "... " ή "..." της κτηματικής περιφέρειας .... και συνορεύει ανατολικά με ζώνη αιγιαλού, δυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος και βόρεια και νότια με δημόσιες εκτάσεις, που κατέχονται από ιδιώτες, οι οποίοι έχουν υποβάλει αιτήσεις εξαγοράς. Το δυτικό όριο του επιδίκου είναι το παλαιό όριο του παλαιού αιγιαλού, εκεί όπου ήταν η οριογραμμή της παραλίας κατά το έτος 1920, όπως αυτή αποτυπώνεται στα επίσημα υπηρεσιακά τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1920 και 1932. Αποτελεί τμήμα του υπό τα στοιχεία .. .... δημόσιου κτήματος, συνολικής έκτασης 1229 στρεμμάτων, που βρίσκεται μεταξύ των εκβολών του ... Ποταμού και του .... . Το επίδικο έλαβε τη σημερινή του μορφή (αμμώδη και προσχωματική) λόγω των προσχώσεων του ... ποταμού και ως ευρισκόμενο πιο ανατολικά της ανωτέρω οριογραμμής της παραλίας αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων από το 1963, που το επίδικο περιήλθε σ' αυτόν, κατά τους ισχυρισμούς του, μετά από άτυπη διανομή, ασκούσε σ' αυτό τις αναφερόμενες στην απόφαση διακατοχικές πράξεις, η άσκηση των οποίων όμως δε μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το επίδικο ως δημόσιο κτήμα που προέρχεται από παλαιό αιγιαλό, εξαιρείται της χρησικτησίας κατά το άρθρο 1054 ΑΚ. Υπό τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι πρόκειται πράγματι για αιγιαλό με την έννοια της χερσαίας ζώνης που βρέχεται από τις μέγιστες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων και αυτή η ιδιότητα του επιδίκου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι εκ των υστέρων έγιναν προσχώσεις και με φερτά υλικά που διοχέτευσε προς τη θάλασσα ο .... ποταμός με αποτέλεσμα τη μετατόπιση της οριογραμμής της παραλίας ανατολικότερα. Οι αιτιολογίες αυτές του Εφετείου για το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης ως αιγιαλού είναι ανεπαρκείς και ασαφείς, διότι από αυτές δεν προκύπτει σαφώς ότι έγινε διοικητικός προσδιορισμός του αιγιαλού από την αρμόδια Επιτροπή καθορισμού ορίων, την προβλεπόμενη από τις διατάξεις που κατά καιρούς ίσχυσαν (άρθρο 11 Ν.Δ. 7/1923, άρθρο 10 παρ. 1 α.ν. 1540/1930, άρθρο 2 παρ. 1 εδ. 1 α.ν. 2344/1940) και κατά κύριο λόγο δεν προκύπτει με σαφήνεια παραδοχή του Εφετείου, δηλαδή δικό του αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της επίδικης εδαφικής έκτασης ως αιγιαλού είτε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής είτε κατά το απώτερο παρελθόν, έτσι ώστε, για τη δεύτερη περίπτωση να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίδικη έκταση, παρά τη μη ύπαρξη πλέον των προϋποθέσεων να χαρακτηριστεί σήμερα αιγιαλός, αποτελεί προστατευόμενο κτήμα του Δημοσίου, ως τμήμα παλαιού αιγιαλού. Και είναι αληθές ότι, στις ανωτέρω αιτιολογίες του Εφετείου γίνεται αναφορά ότι στο παρελθόν έγινε οριοθέτηση του αιγιαλού στο όριο της παραλίας του 1920 πλην όμως πέρα του ότι υπάρχει ασάφεια ως προς τον χρόνο της οριοθέτησης και του οργάνου που την ενήργησε, δεν καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο με δική του παραδοχή και διαπίστωση που προέκυψε από τις μνημονευόμενες στην απόφασή του αποδείξεις, καθόρισε την έκταση του φυσικού φαινομένου της μέγιστης, πλην συνήθους, ανάβασης του χειμέριου κύματος και ότι με βάση τον καθορισμό αυτό συμπέρανε ότι το επίδικο αποτελεί αιγιαλό. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπαρκών αιτιολογιών που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου περί αιγιαλού, ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 690/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ