Legislator Case Law & Legislation
255/2006 AI generated

255/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 255/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Α.-Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη.

Legislator headnote

AI generated

255/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
failure to keep accounts unemployment benefits overpayment missing case documents unemployment insurance financing mismanagement certificate of unpaid debts
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 255 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 255/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:

Α.-Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη.

Β.- Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.,ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Δ. Ζ. του Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη.

Καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALΡHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31643/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Μαΐου 2004 αίτησή του και με τους από 28 Ιουλίου 2005 προσθέτους λόγους και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 27 Ιουλίου 2005 πρόσθετη παρέμβασή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής και της πρόσθετης παρέμβασης, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεση και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.

Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Ακολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.

Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε ήδη καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 8-6-1993, ως κλητήρας Γ' και τοποθετήθηκε στο υποκατάστημά της στη Θεσσαλονίκη, που βρίσκεται επί της οδού Μοναστηρακίου. Στη συνέχει μετατάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και την 1-11-1999 τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, που βρίσκεται στην οδό Ίωνος Δραγούμη.

Τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ήσαν οι εργασίες του λογιστηρίου, η διαχείριση της Αυτόματης Ταμειολογιστικής Μηχανής (ΑΤΜ) και τις δύο τελευταίες ημέρες κάθε μήνα η λογιστική και χρηματική διαχείριση των ενσήμων του ΙΚΑ. Η διαχείριση της ΑΤΜ συνίστατο στην καθημερινή αποφόρτωση, φόρτωση και συμφωνία αυτής, διαδικασία, που ξεκινούσε με το άνοιγμα του συνδυασμού της ΑΤΜ από το Διευθυντή ή τον Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος, την αφαίρεση των κιβωτιδίων από τον υπεύθυνο υπάλληλο διαχειρίσεώς της, συνεχιζόταν με την εκ μέρους του ανωτέρω υπαλλήλου καταμέτρηση των χρημάτων, που βρίσκονταν σ' αυτά, τη συμπλήρωση του ποσού τους, την τακτοποίηση των σχετικών παραστατικών εγγράφων με το κλείσιμο(κλείδωμα) των κιβωτίων του ταμείου, την επανατοποθέτησή τους στο ταμείο ΑΤΜ και τη θέση της τελευταίας σε λειτουργία.

Μετά τις 5-1-2000 η εργασία αυτή ανατέθηκε από τη διεύθυνση του υποκαταστήματος αποκλειστικά στον αναιρεσείοντα κατόπιν ελέγχου και συμφωνίας του υπολοίπου του και μετά τις 11-8-2000 αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στα πλαίσια των διαχειριστικών του καθηκόντων δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια. Τούτο δε γιατί παρέβη τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης στον οποίο είχε προσχωρήσει με την πρόσληψή του, καθώς και την υπ' αριθ. 314/7-12-1993 εγκύκλιο αυτής που αφορούσε τα μέσα ασφάλειας λειτουργίας των υποκαταστημάτων της, που στο άρθρο 3 εδάφια στ', ζ, και η, ορίζει ότι:

α) Η εσωτερική διακίνηση των χρημάτων από τα χρηματοκιβώτια σε ταμεία, χώρους καταμετρήσεως, θησαυροφυλάκια και αντίστροφα, πρέπει να γίνεται προσεκτικά, β) να μην αφήνονται χρήματα εκτεθειμένα στις θέσεις εργασίας των ταμιών και Tellers (γκισέ, δάπεδο, γραφεία κλπ) και γ) η καταμέτρηση να γίνεται σε απομονωμένους ή καλυπτόμενους ασφαλείς χώρους.

Ειδικότερα, αυτός, κατά τη διάρκεια της παραπάνω διαδικασίας διαχειρίσεως του ταμείου ΑΤΜ δεν έκαμε καθημερινή καταμέτρηση του χρηματικού υπολοίπου και δεν συμπλήρωνε αυθημερόν τα φύλλα χρηματικής συμφωνίας ΑΤΜ, ενώ παράλληλα άφηνε εκτεθειμένο το χρηματικό υπόλοιπο του ΑΤΜ επάνω στα ερμάρια, που βρίσκονται στο πίσω μέρος της θέσεως εργασίας του, στο δεύτερο όροφο του υποκαταστήματος, χωρίς να λάβει κανένα μέτρο ασφαλούς φυλάξεώς τους και κατέβαινε στον πρώτο όροφο του υποκαταστήματος προς διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, χωρίς να ενημερώσει γι' αυτό τη διεύθυνση του υποκαταστήματος ή τον αρμόδιο προϊστάμενό του, παρά το γεγονός, ότι στον εν λόγω χώρο εργασίας του υπήρχαν, εκτός από τα συρτάρια και φοριαμοί καθώς και χρηματοκιβώτιο (πυρασφαλές ερμάριο) με κλειδιά και συνδυασμό, στα οποία θα μπορούσε να φυλαχθεί το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό.

Η πλημμελής αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ενείχε ορατό τον κίνδυνο της αφαιρέσεως κάποιου χρηματικού ποσού από υπάλληλο του υποκαταστήματος ή και από τρίτο πρόσωπο, γεγονός που δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα. Έτσι, στις 14-8-2000 και ενώ ο αναιρεσείων βρισκόταν από την ημέρα εκείνη σε άδεια, η υπάλληλος του υποκαταστήματος Α.

Κ., που τον αντικατέστησε στα ανωτέρω καθήκοντα του διαχειριστή του ΑΤΜ, διαπίστωσε κατά τον έλεγχο του ανωτέρω ταμείου, το πρωί της ίδιας ημέρας, ότι υπήρχε ελλειμματική διαφορά ύψους 6250000 δραχμών. Ακολούθησε η σχετική έρευνα από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης, από την οποία δεν κατέστη μεν δυνατός ο εντοπισμός του προσώπου που αφαίρεσε το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, θεωρήθηκε όμως ο αναιρεσείων ως το πρόσωπο, που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να έκανε κάτι τέτοιο, ενώ σε κάθε περίπτωση θεωρήθηκαν οι παραλείψεις του, ως η πρόσφορη αιτία που οδήγησε στην απώλεια του πιο πάνω ποσού.

Μετά από αυτά η Διεύθυνση του υποκαταστήματος, κατόπιν εντολής της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως απομάκρυνε τον αναιρεσείοντα από τη διαχείριση του ΑΤΜ, ενώ στη συνέχεια η Διοίκηση της αναιρεσίβλητης προέβη, στις 10-10-2001, στην έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, χωρίς προηγουμένως να ασκηθεί πειθαρχική ούτε και ποινική δίωξη σε βάρος κανενός, πράγμα βέβαια που δεν ήταν απαραίτητο για την καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως καταγγελίας..

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι η προαναφερόμενη υπαίτια παράβαση από τον αναιρεσείοντα των σημαντικών κανόνων της εσωτερικής λειτουργίας της αναιρεσίβλητης τράπεζας και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα της διαχειρίσεως σημαντικών χρηματικών ποσών, αποτελούν σοβαρές παραβάσεις των υποχρεώσεων αυτού από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη και ότι από την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων και κατέστη μη επιθυμητή από την αναιρεσίβλητη η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως, αλλά παρίστατο αναγκαία η καταγγελία αυτής, αντί της οποίας δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων και μάλιστα κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ.1 του Συντάγματος. Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητος και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν, κατ' αντικειμενικήν κρίση, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της συνδεούσης αυτή με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε κατά τις άνω διατάξεις δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτήν μέτρον, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως καθώς και οι δύο πρώτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ.

για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το έγγραφο αυτό, ποιο ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και το οποίο είναι διαφορετικό από το αληθινό καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, από τους αριθμούς 11και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα ή παραμόρφωσε αυτά, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πιο πάνω απαραίτητα για την πληρότητά του στοιχεία.

Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι.

Η υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338-341 και 346 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα απ' αυτά και να κάνει μνεία του περιεχομένου τους.

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται εκ της μη παραθέσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερης αναφοράς του περιεχομένου αποδεικτικών μέσων. Επίσης, η μη παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερης αναφοράς του περιεχομένου αποδεικτικού μέσου δεν συνιστά ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία και δεν ιδρύεται εκ του λόγου τούτου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος τους, με το οποίον προβάλλεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερη αναφορά του περιεχομένου αποδεικτικών μέσων, όπως ενόρκων βεβαιώσεων και ενόρκων καταθέσεων στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, η μη παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση του περιεχομένου αποδεικτικών μέσων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της καθώς και η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ALPHA BANK", που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

και το άρθρο και 675Α του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1του ν. 3189/2003. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ενώ δικαστικά έξοδα εις βάρος του προσθέτως παρεμβάντος δεν πρέπει να επιδικασθούν, γιατί δεν υπάρχει σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης και γιατί αυτή δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη δαπάνη για την αντίκρουση της πρόσθετης παρέμβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24 Μαΐου 2004, αίτηση του Δ. Ζ. για αναίρεση της 141/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως και την πρόσθετη παρέμβαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ