Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling on fraud and money laundering charges due to sufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding fraud and money laundering charges. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and misapplied criminal statutes, but the Court found the appellate council's decision well-founded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 463, 465, 473, 474, 482 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appellate council decision is not subject to cassation if it contains specific and detailed reasoning regarding the facts and correct application of substantive criminal law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2550 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2550/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2592/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 266/2008.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 143/26.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ'αριθ. 12/17-1-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 2592/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 358/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, 2) της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και 3) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος την υπ'αριθμ. 80/20-2-2007 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε το παραπάνω υπ'αριθμ. 2592/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.
α' του Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003, καθ'όσον α) ασκήθηκε στις 17-1-2008, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 7-1-2008 και β) διαλαμβάνονται στην ίδια ως άνω αίτηση αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα οι λόγοι: Α.1) της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 216 του Π.Κ.
και εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 13 Π.Κ., 2) της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 2 § 1 του Ν.2331/95 "Περί Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματική Δραστηριότητα" και Β.1) της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και 93 § 3 του Συντάγματος στην απάτη και 2) στη χρήση πλαστού (άρθρα 386 και 216 Π.Κ.).
Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο.
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.
Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π. Χρ. ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ.ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ.ΝΓ/638).
Επειδή εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος, ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως πραγματοποιήσεως ή μη του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς βεβαιώσεις του δράστη. (ΑΠ 2538/2003 Ποιν.Χρ. 2003 σελίς 1675).
Ως γεγονότα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως οι υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητος του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης.
Ως χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος (ΑΠ 1820/2003 Συμβ, Ποιν.Χρ.
ΝΔ/2004 σελίς 709, ΑΠ 55/2004 Ποιν. Χρ. ΝΔ-509, ΑΠ 1307/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ-497, ΑΠ 299/98 Συμβ. Ποιν. Χρ. ΜΗ 907). Περιουσιακό όφελος υπάρχει, όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης, οποιουδήποτε εξ αυτών και είναι παράνομο το όφελος, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο, δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος (Μπουρόπουλου Ερμ.
Π.Κ. Τόμος, σελίς 88, ΑΠ 723/76 Ποιν. Χρ. ΚΖ-157, ΑΠ 7,31/75 Ποιν. Χρ. ΚΣΤ-131). Εξ άλλου κατά το εδ. α' της παρ.3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. με τα άρθρα 1 παρ.11 Ν.2408/96 και 14 παρ.4 Ν. 2721/99, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ).
Σύμφωνα με το άρθρο "13 εδ. στ' ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ.1 Ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002 Ποιν.
Χρ. ΝΓ-762, ΑΠ 692/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ-47). Κατά συνήθεια τέλεση της πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση, προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για , μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 865/2003 Ποιν.
Λογ. 2003, σελίς 972). Η διάταξη του άρθρου 386 παρ.3 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 Ν. 2721/99, είναι ηπιωτέρα της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων, τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν. 2721/99, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στη ρύθμιση του με τον Ν. 2408/96, δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Εν όψει τούτου, πράξεις απάτης που ετελέσθηκαν εξακολουθητικά και προ της ισχύος του Ν.2721/99 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ, διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς, τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και εάν το αντικείμενο των μερικωτέρων πράξεων, υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως.
Δεν δύναται να γίνει δεκτό στην προαναφερθείσα περίπτωση ότι για τη διατήρηση του κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης, πρέπει εκάστη μερικωτέρα πράξη να υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ, διότι κατά τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ένα πλασματικό νομικό καθεστώς, που δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του νομοθέτη.
Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά τόσο από την νομολογία (ΑΠ 294/2004, 17/2004, 1949/2002, Ποιν. Δικ. 2004, σελίς 738, 605, 2003 σελίς 452 αντίστοιχα), όσο και από την θεωρία. (Α. Τζαννετής, το αθροιστικό σύστημα στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (Ποιν. Χρ. Ν/854, σελίς 856-857) και ΑΠ 23/2006 (Συμβ) Ποιν. Χρ. ΝΣΤ-784).
Κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, έγκλημα κατ' εξακολούθηση, είναι εκείνο που διαπράττει το ίδιο πρόσωπο με περισσότερες ομοειδείς αυτοτελείς, απέχουσες χρονικώς μεταξύ τους πράξεις, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση αυτών. Η ενότητα του δόλου στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο των σχεδιασμένων μερικότερων πράξεων στα κυριότερα σημεία της μελλοντικής του διαμόρφωσης.
Πρέπει να κατευθύνεται στην επέλευση ενός συνολικού αποτελέσματος και να προδιαγράψει τη μέλλουσα πορεία των περισσότερων επί μέρους πράξεων όχι βέβαια με κάθε λεπτομέρεια, αλλά τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, ώστε να λαμβάνεται υπόψη το έννομο αγαθό που πρόκειται να προσβληθεί και ο φορέας του και επί πλέον ο τόπος, ο χρόνος και σε γενικές γραμμές ο τρόπος τέλεσης της πράξης, σημειωτέον ότι πλέον με την παρ. 2 που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/99 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, ενώ κατά τα πριν από την τροποποίηση ισχύσαντα, οι πράξεις δεν συναριθμούνται και συνεπώς η παλαιά ρύθμιση είναι επιεικέστερη και θα εφαρμοσθεί για τις προ 3-6-99 τελεσθείσες πράξεις (ΟλΑΠ 5/2002 ΠΧ ΝΒ 697 ΑΠ 1319/2001 Ποιν.
Δικ. 2002. 87, έτσι και η ιδιαίτερα μεγάλη αξία κρίνεται ήδη από το σύνολο των πράξεων για δε τις προ του Ν. 2721/99 τελεσθείσες πράξεις πρέπει μια τουλάχιστον να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ΑΠ 974/2001 ΠΧ ΝΒ 334).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1-3 ΠΚ - όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 1 § 7α Ν.2408/96 και 14 § 2α Ν.2721/99 και προσετέθη το εδ. β της παρ. 3 με το αρ. 14 § 2β Ν.2721/99-, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει, έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν, θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται: 1. Η εξ υπαρχής κατασκευή εγγράφου το οποίο φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνησίου κατά τρόπο που να φαίνεται ότι εκδότης αυτού είναι άλλο πρόσωπο από τον δράστη ή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου γνησίου εγγράφου, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί με την προσθήκη, εξάλειψη η παραμόρφωση λέξεων, αριθμών ή σημείων, ώστε να εμφανίζεται σε αυτό έννοια διαφορετική από αυτήν, που είχε αποτυπώσει σε αυτό ο εκδότης του. 2.
δόλος που συνίσταται στην γνώση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την πράξη και την θέληση να πραγματωθούν αυτά, επί πλέον δε σκοπός του δράστη με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή τέτοιο, που είναι ουσιώδες για την γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως ιδιωτικής ή δημόσιας φύσεως, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίτευξη της παραπλάνησης. 3.
για την συγκρότηση της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος θα πρέπει είτε το συνολικό σκοπούμενο όφελος ή η ζημία να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση τα 73.000 ευρώ είτε να τελείται αυτό κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό σκοπούμενο όφελος τα 15.000 ευρώ (ΑΠ 1753/2003 ΠΧρΝΔ 635, Συμβ ΑΠ 1303/2003 ΠΧρΝΔ 335, ΣυμβΑΠ 769/2003 ΠΧρΝΔ 150, ΑΠ 184/2002 ΠΧρΝβ 898, ΑΠ 1224/2001 ΠοινΧρΝβ 426, ΑΠ 814/2000 ΠΧρΝΑ 131, ΑΠ 164/2001 ΠοινΛόγ2001 141, ΑΠΣυμβ 355/2001 ΠοινΛόγ2001 485, ΑΠ 150/2001 ΠοινΛόγ2001 425, ΑΠ Συμβ 357/2001 ΠοινΛόγ2001 488, ΑΠ 837/2001 ΠοινΛόγ2001 1008, ΑΠ 924/2001 ΠοινΛόγ2001 1069, ΑΠ 1802/2001 ΠοινΧρΝΒ 643).
Η χρήση του πλαστού εγγράφου όταν γίνεται από τον ίδιο τον δράστη της πλαστογραφίας δεν συνιστά αυτοτελές έγκλημα αλλά επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο απορροφάται (ΑΠ 636/98 ΠΧρ ΜΘ 130, ΑΠΣυμΒ 367/98 ΠΧρ ΜΗ 986).
Περαιτέρω με την απάτη συρρέει αληθινά η πλαστογραφία ή η χρήση, γιατί κάθε μια πράξη είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μια στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε αποτελεί αναγκαίο μέσο για την τέλεση (βλ. άρθρο 94 αρ. 20 επ. ΑΠ 1855/2002 ΠΧ ΝΒ 697), απορροφάται όμως η απόπειρα απάτης από τη χρήση πλαστού (ΑΠ. 238/2000 ΠΧ Ν695).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2331/1995 "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύψει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα.
Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας" προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχ.
α' της παρ. 1 άρ. 1 Ν. 2331/1995, ανάμεσα στα οποία είναι και η απάτη του άρ. 386 παρ. 1 β και 386 παρ. 3 ΠΚ (περ. αη1 στοιχ. α' άρ. 1 Ν. 2331/1995). Για να μπορεί να γίνει όμως λόγος για νομιμοποίηση εσόδων "από εγκληματική δραστηριότητα", προϋποτίθεται λογικά και τυπικά η τέλεση μιας άλλης εγκληματικής δραστηριότητας, δηλαδή η προηγούμενη πραγμάτωση μιας άλλης αξιόποινης πράξης.
Έτσι, δημιουργείται μια σχέση κυρίας και επόμενης πράξης, όπου κύρια πράξη είναι το αδίκημα από το οποίο δημιουργείται το προϊόν και η επόμενη εκείνη η εγκληματική συμπεριφορά με την οποία το προϊόν αυτό αποκτά νομιμοφανή υπόσταση. Η προηγούμενη αυτή πράξη ορίζεται στο άρθρο 1 Ν. 2331/1995, ως προαναφέρθη, ως "εγκληματική δραστηριότητα".
Ως υποκείμενο του εγκλήματος νοείται και το πρόσωπο που συμμετείχε στη διάπραξη, σε προηγούμενο χρόνο, εγκληματικής πράξεως, εκ των στο άρ. 1 περιοριστικώς αναφερομένων, έστω κι αν το πρόσωπο αυτό εφέρετο αυτουργός της πράξεως αυτής, η οποία τελεί σε σχέση πραγματικής συρροής με τα υπό του ιδίου δράστου τελούμενα, σε μεταγενέστερο χρόνο, εγκλήματα του άρθρου 2 του Ν. 2331.
Εξάλλου, από την γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης του άρ. 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 συνάγεται, ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποίησης, μόνον στην περίπτωση της προς τον σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, διότι, ομιλών ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του αδικήματος της νομιμοποίησης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ακολουθεί, ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρ. 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να ^είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα και γι' αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπιση του. (ΑΠ 1231/2004 (σε Συμβούλιο) και ΑΠ 83/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ/703).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2592/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση, μετά την συνένωση των ποινικών δικογραφιών 1) Β98/4484, 2) Β98/2678, 3) Β98/2975, 4) Α99/4688 και 5) ΕΓ 33-01/89 διά του υπ' αριθμό 820/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, προς συνεκτίμηση και συνεκδίκαση και ειδικώτερα τις μηνύσεις τις ανωμοτί και ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις απολογίες και υπομνήματα του 1ου εκκαλούντος κατηγορουμένου και των συγκατηγορουμένων του, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο Μητροπολίτης Ξ γνώρισε τον Ζ αρχές του 1997 μετά από προτροπή της Ψ, την οποία ήδη γνώριζε και την συμβουλευόταν σε οικονομικά θέματα αναφορικά με την διαχείριση των οικονομικών της Εκκλησίας της Κύπρου.
Ο Ζ, ο οποίος εμφανίστηκε ως δικηγόρος στην .... των ΗΠΑ, πρώην εισαγγελέας, έγινε νομικός σύμβουλος του (Μητροπολίτη) σε θέματα οικονομικών επενδύσεων των χρημάτων της Μητρόπολης Ξ στην Αμερική. Εξάλλου ο εν λόγω Μητροπολίτης την ίδια περίπου εποχή, καλοκαίρι του 1997, είχε γνωρίσει και τον Χ, ο οποίος του παρουσιάστηκε ως καθηγητής, αντιπρόσωπος της χρηματιστηριακής εταιρείας "Bear Sterns & Co" της Νέας Υόρκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος χρηματιστηριακής και επενδυτικής εταιρείας στην Ελλάδα, με την επωνυμία "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", η οποία είχε συσταθεί ήδη από το έτος 1996 είχε κύρος και φήμη στην αγορά παρόλο που δεν είχε άδεια λειτουργίας, με διασυνδέσεις με Τράπεζες, ότι ο ίδιος συμμετείχε σε μεγάλα έργα (Ζεύξη Ρίου Αντίρριου κλπ), και τέλος ότι είχε "μεγάλη εμπειρία, ικανότητα και γνώσεις και ότι ενδιαφερόταν για τα επενδυτικά προγράμματα στην Αμερική και ότι ήταν πρόθυμος να συμβάλλει σε αυτά παρέχοντας τις υπηρεσίες του.
Σημειωτέον ότι αμέσως μετά την γνωριμία τους ο Χ είχε προτείνει στον ανωτέρω Μητροπολίτη ο τελευταίος να συμμετάσχει στο κεφάλαιο της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής του εταιρείας με την εξαγορά του 40% αυτής αντί του ποσού των 2 εκατ δολαρίων ΗΠΑ, αντηλλάγησαν σχετικές επιστολές πλην όμως ουδέποτε υπογράφηκε σχετικό συμφωνητικό μεταξύ τους και η σχετική συμφωνία τελικά δεν επιτεύχθηκε.
Ο Χ γνώρισε τον Ζ, ως νομικό εκπρόσωπο του παραπάνω Μητροπολίτη, μέσω του τελευταίου, τον Οκτώβριο του 1997. Εν συνεχεία δε και κατά παράκληση του ίδιου του Μητροπολίτη Ξ, ήρθε σε απευθείας συνεννοήσεις με τον Αμερικανό δικηγόρο του τελευταίου (Ζ), αλλά και με την σύμβουλο του Ψ, προκειμένου η χρηματιστηριακή του εταιρεία να συμμετάσχει σε διάφορα επενδυτικά προγράμματα αυτών (όπως τα ενδεικτικώς αναφερόμενα για την αγορά ομολόγων από τους Αμερικάνους πολίτες ...., και ...., άνοιγμα λογαριασμών στο όνομα του Μητροπολίτη και κίνηση αυτών στις τράπεζες Citibank του Λονδίνου, Merrill Lynch της Νέας Υόρκης κλπ).
Συγκεκριμένα ο Χ, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε ήδη από το τέλος Ιουλίου 1997 επαφές με τον παραπάνω Μητροπολίτη αναφορικά με την χρηματιστηριακή εταιρεία που προτίθετο να ιδρύσει. Αμέσως δε μετά την γνωριμία τους είχε αποστείλει πλήθος επιστολών, ενημερωτικών, προσφορών κλπ προς τον ανωτέρω Μητροπολίτη Ξ, προσπαθώντας να τον πείσει ότι είναι πλέον απαραίτητη τόσο η συνεργασία του με τον ίδιο (Χ), ο οποίος είναι άριστος γνώστης των διεθνών χρηματιστηριακών συναλλαγών, όσο και η συμμετοχή του ίδιου (Μητροπολίτη Ξ) σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία για την αποφυγή των όποιων κινδύνων κατά τις συναλλαγές του γενικά.
Λόγω της εμπλοκής του με τα οικονομικά του Μητροπολίτη Ξ και της γνωριμίας του με τον αμερικανό δικηγόρο του πληροφορήθηκε το κατωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο θα εκτελείτο υπό την αιγίδα του Μητροπολίτη, Ξ, δυνάμει του οποίου θα εισέρρεαν κεφάλαια από φιλανθρωπικά ιδρύματα κυρίως των ΗΠΑ .και χωρών της Νοτίου Αμερικής, τα οποία θα επενδύονταν σε ομόλογα και εν συνεχεία θα μεταπωλούντο άμεσα με μεγάλο κέρδος, ώστε μέρος των κερδών θα διοχέτευε εν συνεχεία ο παραπάνω Μητροπολίτης Ξ στο φιλανθρωπικό ίδρυμα "FIND THE CHILDREN", στο οποίο ο ίδιος ήταν επικεφαλής.
Τότε, γνωρίζοντας ο ίδιος ότι για την εκτέλεση του όποιου επενδυτικού προγράμματος, όπως ήταν και το ανωτέρω, απαιτείτο η συνεργασία με μία εταιρεία επενδυτική και χρηματιστηριακή με μεγάλο εύρος συναλλαγών και δραστηριοτήτων και κύρους στην διεθνή αγορά, προκειμένου μέσω αυτής, να γίνονται οι συναλλαγές, προσπάθησε να πείσει τους ανωτέρω ότι τόσο ο ίδιος όσο και η δική του, έστω υπό ίδρυση, χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν πλέον απαραίτητη για την ολοκλήρωση και την επιτυχία της επένδυσης αυτής στην Αμερική.
Προς το σκοπό αυτό απέστειλε επιστολές στον εν λόγω Μητροπολίτη Ξ δηλώνοντας του επί λέξει ότι "εάν δεν χρησιμοποιηθεί μια αδειοδοτημένη χρηματιστηριακή εταιρεία και ταυτόχρονα ένας αδειοδοτημένος χρηματιστής οι νομικοί κίνδυνοι είναι τεράστιοι η "Ζ Χρηματιστηριακή" και εγώ είναι ένας άριστος συνδυασμός με την παρούσα οργανωτική σας δυνατότητα..." (σχετ.
επιστολές από 11-9-1997 και 17-9-1997 του Χ προς τον Μητροπολίτη Ξ). Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτει ότι ο Χ είχε άμεση γνώση για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ανωτέρω από τις επαφές του και την έντονη εμπλοκή του σε όλες τις επιχειρηματικές και επενδυτικές δραστηριότητες του Μητροπολίτη Ξ, ο οποίος τις διενεργούσε μέσω του Αμερικανού δικηγόρου του Ζ και της συμβούλου του Ψ καθώς και της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής εταιρείας του ιδίου (Χ), ώστε γνώριζε και το επενδυτικό σχέδιο των ανωτέρω .και την επικείμενη επενδυτική συμφωνία αυτών με το Ίδρυμα "PEREZ PALLARES" στην Αμερική, στην οποία η εταιρεία του θα συμμετείχε ενεργά όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται (σχετ.
η από 30-6-2000 απολογία του στον 20 Ειδικό Ανακριτή). Το γεγονός δε ότι μόλις την 9-1-1998, λίγες δηλαδή ημέρες πριν την υπογραφή της από 11-1-1998 συμφωνίας του Μητροπολίτη Ξ και του Ιδρύματος PEREZ PALLARES, ο ίδιος μετά του ανωτέρω Μητροπολίτη επισκέφθηκαν προσωπικά τον Διευθυντή της Τράπεζας ING BANK στην Αθήνα, ...., και άνοιξαν σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ...
στο όνομα της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής του εταιρείας "Ζ FINANCE SA", ανωτέρω, δηλώνοντας μάλιστα ψευδώς ότι σε αυτόν θα εμβάζονταν χρηματικά ποσά από διάφορες πηγές ως δωρεές προς την Εκκλησία της Κύπρου (σχετ. καταθέσεις μαρτύρων υπαλλήλων της ανωτέρω τραπέζης), με μοναδικό όμως δικαιούχο στην κίνηση του λογαριασμού τον Χ χωρίς καν να είναι συνδικαιούχος σε αυτόν και ο Μητροπολίτης Ξ, συνηγορεί προς την αλήθεια όλων των παραπάνω, ενώ επιβεβαιώνεται το γεγονός της στενής συνεργασίας όλων των ανωτέρω προσώπων και ειδικά του το ότι ο Χ ενεργούσε ως άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης του Μητροπολίτη.
Για την υλοποίηση της επικείμενης συμφωνίας του Μητροπολίτη με το ίδρυμα εκ του Εκουαδόρ και προκειμένου να πείσει και τον Ζ, ώστε η εταιρεία του και ο ίδιος να συμμετάσχει και σε αυτήν την επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου (Μητροπολίτη), και να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ισχυρίστηκε στον τελευταίο ότι ο ίδιος είναι καθηγητής Πανεπιστημίου ειδικός επί των χρηματιστηριακών επενδυτικών προγραμμάτων και λοιπών τραπεζικών εργασιών και δη διεθνών τοιούτων, αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία " Bear Sterns & CO" που εδρεύει στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ και ότι η χρηματιστηριακή του εταιρεία στην Ελλάδα "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" έχει φήμη και κύκλο εργασιών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, ώστε έχει όλα τα εχέγγυα και προϋποθέσεις, σε συνδυασμό με τις δικές του ικανότητες και κύρος να διαχειριστεί με επιτυχία το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα.
Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον προς απόδειξη αυτών δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο, όπως τα ενδεικτικώς αναφερόμενα πανεπιστημιακά πτυχία του, τίτλοι σπουδών, έγγραφα από τις εταιρείες στις οποίες εργάστηκε, μισθοδοσία, καταστατικά, επετηρίδα, πρόγραμμα σπουδών Πανεπιστημίου όπου δίδασκε, εργασία διδακτορική και θέμα αυτής και εάν εγκρίθηκε πότε από ποιον, των εκδόσεων του κλπ.) πλην ενός βιογραφικού συνταχθέντος από τον ίδιο.
Επιπροσθέτως και προκειμένου να πείσει τον Ζ, ότι σε κάθε περίπτωση θα είναι και ο ίδιος συνδικαιούχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς όπου εν συνεχεία θα κατατίθεντο τα χρήματα από το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα, ώστε θα έχει άμεση πρόσβαση και έλεγχο αυτών, ήδη την 19-12-1997 απέστειλε στον τελευταίο (Ζ), σχετικό πληρεξούσιο προς υπογραφή προκειμένου να καταστήσει αυτόν συνδικαιούχο στον όποιο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του "Ζ.
FINANCE SA" στην ING BANK στην Αθήνα, με απόλυτη διαχειριστική εξουσία στα κατατεθημένα στον εν λόγω λογαριασμό χρήματα, με την παράκληση να του το επιστρέψει υπογεγραμμένο με επισυναπτόμενο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του. Ο Ζ του έστειλε το πληρεξούσιο υπογεγραμμένο από τον ίδιο με φαξ. Στη συνέχεια δε, στα πλαίσια της συμφωνίας τους, την 14-1-1998, ήτοι μετά την υπογραφή της επίδικης συμβάσεως με το ίδρυμα (11-1-1998), ενημέρωσε εγγράφως με φαξ τον Ζ ότι δυνάμει του προαναφερομένου από 19-12-1997 πληρεξουσίου, τον έχει καταστήσει ήδη συνδικαιούχο στον ανωτέρω τραπεζικό του λογαριασμό στην ING BANK στην Αθήνα με δυνατότητα μάλιστα να τον αντικαθιστά πλήρως σε ότι αφορά στην κίνηση του (τραπεζικού λογαριασμού).
Πλην όμως και αυτό ήταν ψευδές διότι ο τελευταίος απέστειλε στην τράπεζα μόνον σε φαξ το ανωτέρω υπογεγραμμένο πληρεξούσιο, το οποίο και δεν δέχθηκε η τελευταία (τράπεζα) προκειμένου να καταστήσει τον Ζ συνδικαιούχο στον τραπεζικό λογαριασμό, απαίτησε δε την προσκόμιση του πρωτοτύπου εγγράφου, ενημερώνοντας τον (Χ) σχετικά.
Αυτός όμως ουδέποτε προσεκόμισε το πρωτότυπο, αν και είχε τέτοια υποχρέωση και δυνατότητα και γνώση, εφόσον ο ίδιος είχε, όπως ο ίδιος δήλωνε, μεγάλη εμπειρία και διασυνδέσεις με Τράπεζες. Έτσι παρέμεινε εκείνος ο μοναδικός δικαιούχος του λογαριασμού. Εν τω μεταξύ ο Ζ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Ξ, ήρθε σε επαφή και συνεννοήθηκε με τους εκπροσώπους του Ιδρύματος άπορων κορασίδων "FOUNDATION PEREZ PALLARES" στον Ισημερινό προκειμένου να επενδυθούν τα χρήματα του ιδρύματος αυτού.
Στα πλαίσια αυτών των επαφών την 11-1-1998 μεταξύ αφενός του ιδρύματος με την επωνυμία "FOUNDATION PEREZ PALLARES" το οποίο εδρεύει στον Ισημερινό και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Φ και αφετέρου του Ζ, δικηγόρου, κατοίκου .... ΗΠΑ, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του Μητροπολίτη Ξ, υπεγράφη στο Εκουαδόρ έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό με το εξής περιεχόμενο (μετάφραση από αγγλικό κείμενο): "Το συμφωνητικό τούτο ισχύει από τις 11-1-1998 και γίνεται ανάμεσα στους εξής:
Το ίδρυμα Perez Parailes με έδρα τον Ισημερινό για λογαριασμό του ιδίου και άλλων επενδυτών που θα αναφέρονται με το όνομα "Ίδρυμα" και του Ζ με την εξής διεύθυνση ...., ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην .... και διενεργεί γία λογαριασμό του Μητροπολίτη Ξ που θα αναφέρεται με το όνομα Ζ. Τα συμβαλλόμενα αυτά μέρη θα αναφέρονται με το όνομα "μέχρι τούδε μέρη".
Δεδομένου ότι το Ίδρυμα πρόκειται να διαθέσει αμέσως το ποσό των 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ (το "Κεφάλαιο") που αφορά χρήματα που προέρχονται από νόμιμη προέλευση και στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο και επιθυμεί να χρησιμοποιηθούν για νόμιμες και ασφαλείς συναλλαγές με αξιόπιστες Τράπεζες (η "Εμπορική Δραστηριότητα") και Δεδομένου ότι ο Ζ έχει συγκεκριμένη σχέση με ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη με τα οποία μπορεί να αναπτύξει και να έχει τον έλεγχο στις Εμπορικές Δραστηριότητες και συγκεκριμένα στην αγορά και μεταπώληση χρεογράφων της τράπεζας.
Επομένως τα μέχρι τούδε συμβαλλόμενα μέρη που επιθυμούν να συνεργαστούν και λαμβάνοντας υπόψη την δέσμευση να πληρώσει το ένα μέρος στο άλλο το ποσό των 5 δολαρίων και δεδομένου πως η συμφωνία αυτή είναι σωστή αξιόλογη και νόμιμη και ικανοποιητική αποφασίζονται τα εξής:
1. Το "Κεφάλαιο" θα τεθεί κάτω από τον έλεγχο του Μητροπολίτη Ξ σε λογαριασμό της δικαιοδοσίας του Ζ για να αναπτυχθεί Εμπορική Δραστηριότητα σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται.
2. Το Ίδρυμα θα στείλει μέχρι την 13-1-1998 τηλεγραφική εντολή στην Τράπεζα ώστε να αρχίσει η μεταφορά του "Κεφαλαίου" στον Τραπεζικό λογαριασμό που θα ορίσει ο Ζ (επισυνάπτεται σαν Αποδεικτικό Στοιχείο Α).
3. Ο Ζ με την άδεια του Ιδρύματος, θα τοποθετήσει το "Κεφάλαιο" σε Εμπορικές Δραστηριότητες που έχει καθορίσει ο Μητροπολίτης Ξ ή θα περιμένει να λάβει ανάλογα κεφάλαια από μία ή περισσότερες άλλες πηγές τις οποίες θα υποδείξει ο ....., ώστε το ύψος του "Κεφαλαίου" να φτάσει τα 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ ($5.000.000).
4. Η τράπεζα θα προσφέρει τις ανάλογες και νόμιμες εγγυήσεις για το "Κεφάλαιο" η αξία των οποίων ανέρχεται στα 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ ή παραπάνω (η "Εγγύηση") και η μορφή του είδους της εγγύησης θα είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς του Διεθνούς Επιμελητηρίου Εμπορίου και θα προέρχεται από μία από τις 25 καλύτερες δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες (με βάση τα περιουσιακά τους στοιχεία) που κρίνονται σαν ΑΑ ή με ανώτερο επίπεδο και των οποίων η αγοραστική αξία είναι ανάλογη με το ύψος του "Κεφαλαίου" και των άλλων κεφαλαίων που περιγράφηκαν στην παράγραφο 3 και η αξία που θα φτάσει μετά το ένα έτος και μία ημέρα το ποσοστό του 106% με βάση το χρεόγραφο της Τράπεζας ή άλλο χρεόγραφο ανάλογης αξίας. Το ύψος της "Εγγύησης" δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 5.000.000 δολαρίων και θα βρίσκεται στα χέρια του Ζ.
5. Κάθε βραχυπρόθεσμος κύκλος θα έχει καθαρά κέρδη 1000,0 για το ίδρυμα και τους επενδυτές του και θα κατατίθεται στον τραπεζικό λογαριασμό ή λογαριασμούς που έχει καθορίσει το ίδρυμα ή θα επενδύσει εκ νέου ανάλογα με τις εντολές του ιδρύματος.
6. Ο Ζ συμφωνεί να ενημερώνει το Ίδρυμα για τις οποιεσδήποτε ή για όλες τις σημαντικές δραστηριότητας που σχετίζονται με τα "Κεφάλαια" αυτά, συμπεριλαμβανομένων και των inter alia, της Εγγύησης και το ύψος των κερδών που έχει να λαμβάνει το Ίδρυμα και την επανεπένδυση του ποσού και την τηλεγραφική εντολή ή μεταφοράς του. Ο Ζ εγγυάται όπως έχει την απαιτούμενη δικαιοδοσία στους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους έχουν κατατεθεί το "Κεφάλαιο" ή η "Εγγύηση" και έχει το δικαίωμα να διενεργεί μεταφορά των χρημάτων αυτών ή να πληρώνει τα κέρδη που αναλογούν.
7. Η διάρκεια του Συμφωνητικού αυτού ορίζεται στις 60 ημέρες.
8. Πέραν των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 το Συμφωνητικό τούτο α) λήγει αυτόματα στις 5.00 μμ της 23-1-1998 στην περίπτωση όπου δεν έχει γίνει καμία απόδοση των αρχικών κερδών στον λογαριασμό που έχει το ίδρυμα ή που έχουν επενδυθεί εκ νέου σύμφωνα με τις εντολές του Ιδρύματος, ή β) θεωρείται λήξαν πέντε εργάσιμες ημέρες μετά την ειδοποίηση του Ζ με φαξ ή άλλο μέσο και με την αιτιολογία πως έχει γίνει παράβαση κάποιου όρου του Συμφωνητικού ή γιατί το Ίδρυμα δεν είναι ευχαριστημένο από τις Εμπορικές Δραστηριότητες που έχουν γίνει μέχρι την ημέρα αυτή. Στην περίπτωση διακοπής της ισχύος του Συμφωνητικού όπως ορίζει η παράγραφος 8 τα "Κεφάλαια" θα πρέπει να κατατεθούν σε λογαριασμό του Ιδρύματος μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες και χωρίς να τους γίνει καμία κράτηση.
9. Όλες οι ειδοποιήσεις και οι άλλες ενημερώσεις που θα στέλνει το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο θα γίνονται με φαξ και στους αριθμούς που έχουν οριστεί παραπάνω 10. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο για την πληρωμή των φόρων που του αναλογούν.
Για το Ίδρυμα και τους Για τον Μητροπολίτη Ξ Επενδυτές του Φ. Ζ Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την υπογραφή της ανωτέρω συμβάσεως και παρά το ότι η εμπλοκή του Χ και της εταιρείας του για την υλοποίηση της είχε προαποφασισθεί εν τοις πράγμασι, κατά τα ανωτέρω, μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, ήτοι του Ζ, του Μητροπολίτη Ξ και της τότε οικονομικής Συμβούλου του τελευταίου Ψ αφενός και του Χ αφετέρου, δεν υπογράφηκε καμιά συμφωνία στην οποία να προσδιορίζεται ειδικότερα το πλαίσιο της συνεργασίας τους, οι ενέργειες που θα προέβαινε η εταιρεία "Ζ FINANCE SA" για λογαριασμό τους, οι υποχρεώσεις των μερών, η συμφωνηθείσα αμοιβή της τελευταίας (εταιρείας), και η γενικότερη εμπλοκή της στην ανωτέρω σύμβαση.
Ο Ζ δε εφόσον είχε πεισθεί πλήρως, κατά τα ανωτέρω, ότι είχε ήδη καταστεί συνδικαιούχος στον ανωτέρω λογαριασμό της εταιρείας "Ζ FINANCE SA" συμφερόντων του Χ και προκειμένου να φανεί συνεπής απέναντι στο Ίδρυμα δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως τους, την 14-1-1998 με επιστολή του τους διαβεβαιώνει ότι πέραν της προσωπικής του εγγύησης που είχε παράσχει για την εξασφάλιση των κεφαλαίων του Ιδρύματος από την συμφωνηθείσα επιχειρηματική τους δραστηριότητα, εγγύηση αυτών αποτελούσε και η κατάθεση των κεφαλαίων σε λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας του Χτης "Ζ FINANCE SA" στην ING BANK στην Αθήνα.
Στη συνέχεια μάλιστα στον ανωτέρω λογαριασμό της ανωτέρω υπό σύσταση χρηματιστηριακής εταιρείας του Χ στην Τράπεζα ING BANK έγιναν αρχικά οι εξής καταθέσεις: 1) Την 23-1-1998 έμβασμα ποσού 170.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα τον Ζ, Lawyer's Trust Acct Washington, 2) Την 26-1-1998 έμβασμα ποσού 134.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα επίσης τον Ζ, Lawyer's Trust Acct Washington.
Βασικός όρος όμως για την υλοποίηση της ανωτέρω συμφωνίας του Μητροπολίτη Ξ και του Ιδρύματος ήταν η παροχή τραπεζικών εγγυήσεων προκειμένου να κατατεθεί από το τελευταίο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε συγκεκριμένη Τράπεζα, την οποία σε κάθε περίπτωση θα όριζε ο ίδιος ο Ζ, για περαιτέρω επένδυση κατά τα συμφωνηθέντα, γεγονός που γνώριζαν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και ο Χ.
Εξάλλου ο τελευταίος είχε αποστείλει στον Ζ ήδη την 26-1-1998 σχετικό έγγραφο με θέμα: "Διαθεσιμότητα Εγγυητικών Επιστολών" στο οποίο ανέφερε ότι οι τραπεζικές συναλλαγές της εταιρείας του γίνονταν από τις Τράπεζες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" και "ING BANK Ελλάδος". Εκ του εγγράφου αυτού καθίστατο σαφές στον Ζ με ποιες συγκεκριμένες τράπεζες συνεργαζόταν η εταιρεία του (Χ), η οποία εξάλλου ήταν εκείνη που θα υλοποιούσε την ανωτέρω σύμβαση.
Σε συνέχεια δε όλων των ανωτέρω αμέσως την 27-11998 ο Χ στέλνει με φαξ τρεις έγγραφες επιστολές από το φαξ της εταιρείας του με αριθμό .... και περί ώρα 23.00 στον Ζ, που φέρονται να έχουν εκδοθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών ING. BANK της Αθήνας υποκατάστημα Καλλιθέας, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και απευθύνονταν μεν στον ίδιο, Χ, με όμοιο περιεχόμενο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο σε μετάφραση είχε ως εξής: "ΘΕΜΑ:
Διάθεση Εγγυητικών Επιστολών. Αγαπητέ κ. Χ, Σε απάντηση του ερωτήματος σας σχετικά με τη διάθεση, τους όρους και τις προϋποθέσεις έκδοσης εγγυητικών επιστολών για λογαριασμό της "Ζ FINANCE SA" σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Η Τράπεζα μας ως θέμα καθημερινής πρακτικής και ειδικότερα για τους πελάτες της Ζ FINANCE SA είναι έτοιμη να διαθέσει εγγυητικές επιστολές για υποθηκευμένο ρευστό του λογαριασμού φυσικά στη λήψη οποιουδήποτε ποσού νέων καταθέσεων σε δολάρια. Τέτοιες εγγυητικές επιστολές μπορεί να καλύψουν το αρχικό κεφάλαιο συν κάθε τόκο ο οποίος αυξάνει τις εν λόγω καταθέσεις".
Στις επιστολές αυτές υπέγραφαν για την ING BANK ο ...., για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η .... και για την Εμπορική Τράπεζα ο ...... Όπως απεδείχθη όμως οι ανωτέρω επιστολές ήταν πλαστές δεν είχαν εκδοθεί και αποσταλεί από τις ανωτέρω τράπεζες προς τον Χ και τα πρόσωπα που φέρονταν ως εκδότες τους δεν είχαν ποτέ υπογράψει αυτές.
Εξάλλου το γεγονός της πλαστότητας των εγγράφων δεν αμφισβητείται από κανέναν των κατηγορουμένων πλην όμως αποδίδουν την τέλεση της πλαστογραφίας ο ένας στον άλλο. Ειδικότερα ο Χ ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά τα κατήρτισαν οι Ζ, Μητροπολίτης Ξ και Ψ με σκοπό να τον ενοχοποιήσουν και να φανεί ο ίδιος ως υπεύθυνος της απώλειας των χρημάτων που ενέβασε σε λογαριασμό του το Ίδρυμα, προκειμένου ο πρώτος αυτών να αποφύγει τις ευθύνες και την επιστροφή οιουδήποτε ποσού στο Ίδρυμα.
Περαιτέρω δε ότι τα επίδικα έγγραφα φαξ είτε α) είναι προϊόν "κολλάζ" ήτοι συρραφής παλιών φαξ με τα οποία επικοινωνούσε με την Ψ είτε β) ότι οι ανωτέρω επιστολές-φαξ απεστάλησαν από κάποιο φαξ το οποίο είχε ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αναγράφεται επί του σταλθέντος εγγράφου ο αριθμός της εταιρείας του (Χ).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντιθέτως δε εκ του ίδιου του σώματος του εγγράφου αυτών (επιστολών) συνάγεται ότι οι εν λόγω επιστολές έχουν αποσταλεί με φαξ το πρώτον από το μηχάνημα-φαξ της εταιρείας του Χ εφόσον στο επάνω μέρος αυτών ο πρώτος αριθμός που αναγράφεται (πρώτος στην αρχή του κειμένου) είναι αυτός της εταιρείας "Ζ FINANCE SA" εκ του οποίου αποστέλλονται την 23:00 της 27-11-1998 τρεις μόνον σελίδες, προφανώς οι τρεις επιστολές.
Οι υπόλοιποι αριθμοί φαξ που αναγράφονται επί του σώματος των επιστολών και πάνω από τον αριθμό φαξ της εταιρείας του Χ είναι των μετέπειτα αποστολέων αυτών η σειρά των οποίων είναι δεύτερος ένας άγνωστος αριθμός φαξ και τρίτος ο αριθμός φαξ του Ζ. Εξάλλου ο ίδιος δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από τον ΟΤΕ ή άλλο που να αποδεικνύει ότι ουδέν έγγραφο απέστειλε στον Ζ και επίσης δεν διευκρινίζει επαρκώς πώς τεχνικά, κατά την άποψη του, θα μπορούσε κάποιο μηχάνημα- φαξ κατασκευής του 1998 να ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει τα δικά του στοιχεία ως αποστολέα, αναφέροντας μόνον ότι ένα μηχάνημα-φαξ θα μπορούσε εάν συνδεθεί σε άλλη τηλεφωνική γραμμή από αυτήν την οποία έχει αρχικώς συνδεθεί και είχε αναλόγως ρυθμιστεί να συνεχίσει να αποτυπώνει τα ηλεκτρονικά στοιχεία της πρώτης σύνδεσης, γεγονός όμως που δεν ισχυρίζεται ειδικά ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος το ότι τα ανωτέρω έγγραφα έχουν σταλεί από το μηχάνημα -φαξ της εταιρείας του ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλα τα έγγραφα που ο ίδιος έχει αποστείλει κατά καιρούς με φαξ στον Μητροπολίτη Ξ κλπ έχουν την ίδια μορφή -τύπο, δηλαδή σε αυτά αναγράφεται πρώτα η ημερομηνία, μετά η επωνυμία της εταιρείας του και κατόπιν το τηλέφωνο αυτής ενώ τα αντίστοιχα φαξ του Ζ ή του αγνώστου αποστολέα έχουν παντελώς διαφορετική μορφή και συγκεκριμένα σε αυτά αναγράφεται πρώτο το όνομα του αποστολέα, δεύτερος ο αριθμός του τηλεφώνου του και τρίτη η ημερομηνία και ώρα αποστολής, προφανώς λόγω διαφορετικού μοντέλου, μάρκας κλπ.
Περαιτέρω όλοι οι ανωτέρω ήτοι Μητροπολίτης Ξ, Ζ και Ψ δεν θα μπορούσαν να καταρτίσουν τις επίδικες επιστολές προθέσεως παροχής εγγυήσεως των τριών ανωτέρω Τραπεζών, όταν οι ίδιοι δεν είχαν ποτέ επαφές με τις ανωτέρω τράπεζες, και δεν γνώριζαν τα πρόσωπα που τις εκπροσωπούσαν, τα αρμόδια στελέχη για την έκδοση εγγυητικών επιτολών, τις υπογραφές τους την διαδικασία έκδοσης αυτών κλπ., δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή με τις Ελληνικές Τράπεζες, ούτε διατηρούσαν λογαριασμούς σε αυτές στο όνομά τους.
Αντιθέτως ο μόνος που είχε επαφή και συνεργαζόταν με τις ανωτέρω Τράπεζες ήταν ο Χ, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφτεί επανειλημμένως αυτές, είχε τραπεζικούς λογαριασμούς και ως εκ τούτου γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Επιπλέον ήταν ο μόνος που θα ωφελείτο διότι αφενός το γεγονός της άμεσης έκδοσης εγγυητικών επιστολών από τις Τράπεζες για πελάτες της "Ζ FINANCE SA" και η δέσμευση τους αυτή, όπως αναφέρεται ειδικά στις επιστολές, προσέδιδαν στην εταιρεία του, που σημειωτέον δεν είχε εισέτι τεθεί σε λειτουργία, άνευ ετέρου ιδιαίτερο κύρος ως έχουσα βαρύτητα στην αγορά και ιδιαίτερη πιστοληπτική ικανότητα, αφετέρου διότι η μεταφορά των χρημάτων θα γινόταν σε λογαριασμό στον οποίον ήταν ο μόνος και αποκλειστικός δικαιούχος αυτού, όπως ο ίδιος είχε επιμεληθεί επ' αυτού ειδικά, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Ο Ζ αντιθέτως δεν είχε κανένα συμφέρον από μια τέτοια κίνηση, εφόσον ο ίδιος είχε παράσχει ήδη προσωπική εγγύηση στο Ίδρυμα για την εξασφάλιση των χρημάτων του (Ιδρύματος), και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε και ο ίδιος να παράσχει γραπτή βεβαίωση από οιαδήποτε Τράπεζα που ο ίδιος διατηρούσε λογαριασμό και είχε συνεργασία εφόσον είχε τέτοια δυνατότητα και ανοικτή εντολή δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως του με το Ίδρυμα (άρθ. 1 και 2 της από 11-1-1998 συμβάσεως).
Οι λοιποί ισχυρισμοί του Χ περί του ότι οι εν λόγω επιστολές δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του 216 ΠΚ διότι "δεν προορίζονταν ούτε ήταν πρόσφορες να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομη σημασία" ή έχουν "έννομες συνέπειες", πέραν της αντιφατικότητας τους διότι στα ίδια ανωτέρω στοιχεία περί πλαστότητας των ίδιων επιστολών, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να πείσουν τρίτους, όπως τους εκπροσώπους του Ιδρύματος, ανωτέρω, να προβούν σε περιουσιακή διάθεση, βασίζει την από 7-7-1998 μήνυση του εναντίον των Μητροπολίτη Ξ και Ζ, είναι αβάσιμοι κυρίως για το λόγο ότι οι επιστολές αυτές φερόμενες ως εκδοθείσες από Τράπεζες σε κάθε περίπτωση είναι πρόσφορες να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα εξ αυτών των επιστολών προκύπτει ότι η εταιρεία "Ζ Χρηματιστηριακή ΑΕ" έχει συναλλαγές μεγάλου ύψους με τις ανωτέρω Τράπεζες, οι οποίες δεσμεύονται για την έκδοση εγγυητικών επιστολών σε πελάτες αυτής, εμφανίζει δηλ. την ανωτέρω εταιρεία έχουσα ιδιαίτερο κύρος και πιστοληπτική ικανότητα, ικανή δε να παράσχει σε κάθε περίπτωση και άμεσα εγγυήσεις για την εξασφάλιση των χρημάτων πελατών της, ώστε μπορούσε κανείς με την χρήση τους να πείσει κάποιον τρίτο για την αλήθεια των ανωτέρω και για την ισχυρή θέση της εταιρείας στην αγορά (σχετ.
καταθέσεις μαρτύρων από 4-10-1999 του .... διευθυντής εσωτερικού ελέγχου της ING BANK,από 28-9-1999 του ..... υποδιευθυντή ΕΤΕ, από 4-6-2004 του ..... εγκεκριμένου ελεγκτή, από 22-6-2004 του .... οικονομολόγου). Τα ανωτέρω όλα δε ενισχύονται και από την από 30-1-1998 επιστολή του Χ προς τον εκπρόσωπο του Ιδρύματος με το εξής περιεχόμενο:
"Αγαπητέ κύριε Φ , Παρακαλώ σημειώστε ότι με την μεταφορά των χρημάτων του Ιδρύματος σας στον Λογαριασμό της "Ζ FINANCE SA" στην Τράπεζα ING BANK της Αθήνας θα γίνετε πελάτης της "Ζ FINANCE SA" και αυτομάτως και σε συμφωνία με την ανάληψη της υποχρέωσης από την Τράπεζα θα λάβετε μια εγγυητική επιστολή για να εξασφαλίσετε το 1,8$ εκατομμύρια που το Ίδρυμα σκοπεύει να τοποθετήσει στο επενδυτικό πρόγραμμα".
Η επιστολή αυτή πράγματι απεστάλη καθ' υπόδειξη του Ζ (σχετ. φαξ την 29-1-1998) διότι κατά τον τελευταίο απαιτούντο επιπλέον εγγυήσεις πέραν των ανωτέρω τριών επιστολών προθέσεως παροχής εγγυήσεων των τριών Ελληνικών Τραπεζών, προκειμένου και ο ίδιος αλλά κυρίως το Ίδρυμα να πεισθεί για την εξασφάλιση των χρημάτων του που στη συνέχεια θα κατέθετε.
Η αποστολή μιας επιστολής με το ανωτέρω περιεχόμενο από τον Χ έγινε από τον τελευταίο με σκοπό να άρει τις όποιες αμφιβολίες του Ζκαι να τον πείσει περί της αλήθειας του περιεχομένου ειδικά των τριών πρώτων επιστολών, γεγονός που δεν αίρεται από το ότι απεστάλη κατόπιν σχετικής υποδείξεως του ίδιου του Ζ και τούτο για τους εξής λόγους:
α) Από το ίδιο το κείμενο της επιστολής διαφαίνεται σαφώς ότι ο Χ γνώριζε το περιεχόμενο των τριών πρώτων επιστολών εφόσον κάνει ειδική αναφορά στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω τραπεζών και δη της ING BANK περί παροχής εγγυήσεως σε πελάτες της εταιρείας του σε περίπτωση κατάθεσης του συγκεκριμένου ποσού ήτοι 1,8 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε λογαριασμό αυτής (εταιρείας του), β) ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι προέβη στην αποστολή της σχετικής επιστολής χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικό είναι ψευδής, διότι σε κάθε περίπτωση ο ίδιος την ημέρα της αποστολής αυτής της επιστολής γνώριζε τόσο ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση της συγκεκριμένης Τράπεζας, (εφόσον ο ίδιος ως ισχυρίζεται δεν είχε απευθυνθεί σχετικά), καθώς και ότι ούτε είχε τέτοια δυνατότητα η εταιρεία του, ούτε τέτοιο εύρος συναλλαγών στον συγκεκριμένο λογαριασμό (ύψους 1,8 εκατ δολαρίων) και παρόλα αυτά δέχεται να δηλώσει ψευδώς, εν γνώσει του, όπως ο ίδιος ομολογεί, τα περί αντιθέτου, προκειμένου μάλιστα να πείσει τρίτον να καταθέσει ένα υπέρογκο, σε σχέση με τις συναλλαγές του ιδίου, ποσό στον λογαριασμό του, και γ) δέχτηκε μάλιστα να αποστείλει την προαναφερομένη επιστολή του όταν ήδη γνωρίζει ότι είναι κα ο μόνος δικαιούχος στον τραπεζικό αυτόν λογαριασμό, γεγονός όμως που ταυτόχρονα αγνοεί ο Ζ, ο οποίος μέχρι τότε πίστευε ότι είχε ήδη καταστεί συνδικαιούχος στον ανωτέρω λογαριασμό και η κίνηση αυτού θα γινόταν με την συνυπογραφή και του ίδιου και συνεπώς τα χρήματα που θα κατατίθετο σε αυτόν των επενδυτών θα ήταν σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένα.
Τελικά, ο Ζ πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του Χ πείθει με την σειρά του τους εκπροσώπους του Ιδρύματος και την 3-2-1998 εμβάζουν το ποσό των 1.739.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα τον Φ από το Quito Ecuador στο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του Χ "Ζ FINANCE SA" στην ING BANK στην Αθήνα. Εκ του ποσού αυτού το ποσό των 1.000.000 δολαρίων ανήκε στο ίδρυμα "PEREZ PALLARES" και ποσό 739.000 δολαρίων στους Φ, ...., ...., ......
Συνολικά συνεπώς κατατέθηκαν στον ανωτέρω λογαριασμό το ποσό των 2.043.000 δολαρίων ΗΠΑ. Αναφορικά μόνον με το τρίτο έμβασμα ο Χ ζήτησε την 4-2-1998 από την τράπεζα να του γνωστοποιήσει εγγράφως το ποσό του εμβάσματος και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της ποιος ήταν ο αποστολέας-καταθέτης αυτού, η Τράπεζα όμως αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του (σχετ.
το από 3-2-1998 έγγραφο της Τράπεζας όπου τον ενημερώνει για το ποσό του εμβάσματος στις 3-2-1998 στον λογαριασμό του και τον εντολέα αυτού). Σημειωτέον δε ότι ο Χ είχε πληροφορηθεί ήδη προ της καταθέσεως από 1-2-1998 από την Ψ ότι επρόκειτο την επομένη να κατατεθούν στον λογαριασμό του αυτόν το ποσό των 1.739.000 δολαρίων και τον εντολέα αυτού, ώστε η ενέργεια του να βεβαιωθεί από τη Τράπεζα το ποσό του εμβάσματος στον λογαριασμό του χωρίς όμως να φαίνεται ο εντολέας αυτού κρίνεται προσχηματική προκειμένου να συγκαλύψει τις μετέπειτα κινήσεις του για την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού.
Εξάλλου μόλις την επομένη της καταθέσεως, στις 4-2-1998 με έγγραφη εντολή του ζήτησε από την Τράπεζα ING BANK της Αθήνας να μεταφέρει το ποσό των 1.600.000 δολαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό με αριθμό .... της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος στο υποκατάστημα του Ψυχικού, τον οποίο άνοιξε ο ίδιος την 11-2-1998 στο όνομα της Ζ. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ (Ζ.
FINANCE SA), στον οποίο και πάλι ήταν ο μοναδικός δικαιούχος. Η μεταφορά του ανωτέρω χρηματικού ποσού ολοκληρώθηκε την 11-2-1998. Ο δε τραπεζικός λογαριασμός στην ING BANK έκλεισε οριστικά την 17-2-1998 κατ' απαίτηση της ίδιας της τράπεζας διότι "δεν ήταν παραδεκτός ο τρόπος λειτουργίας του σύμφωνα με την τραπεζική δεοντολογία" κατά τον Διευθυντή αυτής, ....., όπως ενημερώθηκε σχετικά και ο Χ περί αυτού.
Ειδικότερα οι λόγοι που οδήγησαν την Τράπεζα να κλείσει τον λογαριασμό αυτόν ήταν ότι την 6-2-1998 έλαβαν με ταχυμεταφορέα (κούριερ) ένα έγγραφο αποδεικτικό κατάθεσης για το ποσό των 20.000.000 δολαρίων ΗΠΑ από την Τράπεζα BANCO DE LA NACION ARGENTINA. H τράπεζα ακολουθώντας όλες τις διαδικασίες ελέγχου της γνησιότητας του εγγράφου αυτού διαπίστωσε ότι είναι πλαστό και στη συνέχεια ενημέρωσε όλες τις τράπεζες στον κόσμο για την ύπαρξη αυτού του πλαστού εγγράφου.
Πλην όμως δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για το ποιος προέβη στην πλαστογράφηση του ανωτέρω εγγράφου. Ο Χ με τον Μητροπολίτη Ξ την 10-2-1998 επισκέφτηκαν την Τράπεζα και τον διευθυντή αυτής ..... όπου ο τελευταίος ζήτησε να του δοθεί το πρωτότυπο του ανωτέρω εγγράφου πλην όμως ο διευθυντής της τράπεζας αρνήθηκε διότι ο Μητροπολίτης Ξ δεν είχε έννομο συμφέρον να λάβει αυτό, εφόσον δεν ήταν δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού, το δε έγγραφο απευθυνόταν στην Τράπεζα και ουδόλως αναφερόταν το όνομα του σε αυτό.
Στη συνέχεια ο Χ με την από 16-2-1998 επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Ξ δήλωνε στον τελευταίο ότι ο ίδιος έλαβε γνώση μέσω της ING BANK και της εταιρείας "EARL SECURITIES LTD" ότι ο Μητροπολίτης απεπειράθη να προβεί στη αγορά τραπεζικών ομολόγων ύψους 1,8 δις δολαρίων ΗΠΑ μέσω του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της "Ζ.FINANCE SA" χωρίς να έχει καταθέσει το ανάλογο ποσό, ενέργεια η οποία συνιστά παράβαση των τραπεζικών κανόνων και είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου διακόπτει την συνεργασία της εταιρείας του μαζί του, ενώ έχει δώσει ήδη εντολή στην ING BANK να κλείσει τον λογαριασμό και να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, δηλώνοντας του ταυτόχρονα ότι με την ενέργεια του αυτή προκάλεσε πλήγμα στην εταιρεία του.
Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή, έρχονται δε σε προφανή αντίφαση με όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν σχετικά με την πρωτοβουλία της Τράπεζας να κλείσει η ίδια τον λογαριασμό, πρόθεση για την οποία άλλωστε είχε ήδη και ο ίδιος ενημερωθεί σχετικά, και ο οποίος (λογαριασμός) πράγματι έκλεισε μόλις μία ημέρα μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής του Χ προς τον Μητροπολίτη Ξ.
Σημειώνεται δε ότι στην ανωτέρω επιστολή του ισχυρίζεται ότι ο Μητροπολίτης Ξ οφείλει στην εταιρεία του ως αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών της για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 10-2-1998 (το οποίο σημειωτέον ταυτίζεται με το επίδικο χρονικό διάστημα διάρκειας της επίδικης συμβάσεως) το ποσό των 2.460.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Η ενέργεια του αυτή κρίνεται ότι έγινε προφανώς για να συγκαλύψει τις δικές του μετέπειτα κινήσεις αναφορικά με την μεταφορά και εν συνεχεία παράνομη από τον ίδιο ιδιοποίηση του κατατεθειμένου ήδη σε αυτόν το λογαριασμό κεφαλαίου ποσού 1.739.000 δολαρίων ΗΠΑ και να δημιουργήσει σύγχυση ως προς την προέλευση και τον κύριο του ποσού αυτού, την νομιμότητα της συναλλαγής κλπ ώστε να απεμπλακεί ο ίδιος από την συγκεκριμένη σύμβαση και υποχρέωση του απέναντι στους λοιπούς κατηγορουμένους και να υποστηρίξει στη συνέχεια, όπως και έκανε, ότι συμψηφίζει το κατατεθειμένο ποσό στον λογαριασμό του από τον Ζ που ενεργούσε κατ' εντολή του Μητροπολίτη Ξ με την δήθεν, κατά τα ανωτέρω, απαίτηση του κατά του τελευταίου.
Σημειώνεται ότι για το τι έγιναν τελικά τα χρήματα που κατατέθηκαν πράγματι στο λογαριασμό του και εάν επεστράφησαν στο Ίδρυμα ο ίδιος δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά και με σαφήνεια αλλά ισχυρίζεται, προσπαθώντας προφανώς να περιπλέξει τα πράγματα, ώστε ο ίδιος να φανεί ως αμέτοχος τρίτος ενεργών με πλήρη άγνοια των προθέσεων των λοιπών κατηγορουμένων (αν και είναι άριστος γνώστης των επενδυτικών χρηματιστηριακών και δη διεθνών τραπεζικών συναλλαγών ως ισχυρίζεται), ότι όταν μετέφερε τα χρήματα σε άλλον τραπεζικό του λογαριασμό διακόπτοντας ταυτόχρονα και την συνεργασία του με τον Μητροπολίτη Ξ, κατά τα ανωτέρω, πίστευε ότι εισπράττοντας τα νομίμως στη συνέχεια προβαίνει σε συμψηφισμό με ανταπαίτηση που είχε ο ίδιος εναντίον του Μητροπολίτη (για άλλη μάλιστα παλιότερη αιτία, ως ισχυρίζεται, την οποία όμως ουδόλως προσδιορίζει στην εν λόγω επιστολή του), παρόλα αυτά όμως αμέσως μόλις ενημερώνεται για την μήνυση του Ιδρύματος κατά του Ζ στην Αμερική έρχεται ο ίδιος σε συμφωνία με το Ίδρυμα για το πώς θα του επιστρέψει τα χρήματα αυτά, που πράγματι έχει στην κατοχή του και τα οποία σε κάθε περίπτωση και ήδη εξ αρχής γνωρίζει ότι ανήκουν στο τελευταίο, τα οποία τελικά δεν επέστρεψε την 7-7-2004 ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους διότι, όπως ο ίδιος δηλώνει, πλην των 873.000 δολαρίων που βρέθηκαν και δεσμεύθηκαν στο λογαριασμό του τα υπόλοιπα δεν τα έχει διότι τα χρησιμοποίησε για την ίδρυση της χρηματιστηριακής του εταιρείας (σχετ.
η από 10-6-2004 απολογία του στον 20 Ειδικό Ανακριτή). Τελικά όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και δεν αρνείται ο Χ, από τον ανωτέρω λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας στον οποίο είχε ήδη μεταφέρει το ποσό των 1.600.000 δολαρίων προέβη στις κάτωθι ενέργειες: α) ανέλαβε ο ίδιος το ποσό των 873.396 δολαρίων, ποσό το οποίο χρησιμοποίησε για να ανοίξει τον υπ' αριθμ. ...
στην ίδια Τράπεζα στο όνομα και πάλι της εταιρείας "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" προκειμένου να καταβληθεί το μετοχικό κεφάλαιο αυτής και να λάβει σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας. Με την καταβολή αυτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 130/28-4-1998 αποφάσεως της Επιτροπής της Κεφαλαιαγοράς έλαβε άδεια λειτουργίας η εταιρεία του αυτή, της οποίας ο ίδιος ορίσθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και χρηματιστηριακός αντιπρόσωπος.
Επίσης β) ποσό 60.000 δολαρίων δραχμοποιήθηκε και μεταφέρθηκε στον προσωπικό του λογαριασμό με αριθμό .... στο όνομα Χ. Τέλος γ) ποσό 21.000.000 δρχ πιστώθηκε στο λογαριασμό υπ' αριθμ. ..... στην Εθνική Τράπεζα στο όνομα ...... Σημειωτέον ότι η λειτουργία της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 142/6-10-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατόπιν της υποβολής μηνύσεως του Ζ εναντίον του για πλαστογραφία και την έκδοση της υπ' αριθμ. 21285/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του για να επαναλειτουργήσει με νεότερη απόφαση αυτής της Επιτροπής η οποία βασίσθηκε στο από 14-2-2000 υπόμνημα των Ζ και Φ στο οποίο ανέφεραν ότι η μεταξύ τους διαφορά έχει καταλήξει σε συμβιβασμό και προτίθενται να ανακαλέσουν τις αιτιάσεις τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Τελικά δε η εν λόγω εταιρεία δεν λειτούργησε ποτέ ως χρηματιστηριακή τοιαύτη. Εν τω μεταξύ την 13-2-1998 και ενώ είχε αποσταλεί από το ίδρυμα ήδη την 3-21998 το ποσό των 1.739.000 δολαρίων ο τότε εκπρόσωπος του Ιδρύματος Fernando Guarderas έστειλε επιστολή προς τον Ζ αναφέροντας μεταξύ άλλων (από μετάφραση) "...μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία επιστολή με υπόσχεση εγγύησης και θα παρακαλούσαμε να φροντίσετε όπως μας αποσταλεί η εγγυητική αυτή επιστολή πριν την συνέλευση του ΔΣ ώστε να είναι όλοι ικανοποιημένοι".
Την ίδια δε ανωτέρω ημέρα ο Ζ απάντησε με φαξ προς τον εκπρόσωπο του Ιδρύματος αναφέροντας (από μετάφραση): "Με ενημέρωσαν ότι η επιστολή της Solomon-Smith-Barney είναι ήδη έτοιμη και ότι έχει σταλεί στο υποκατάστημα της Αθήνας με προορισμό το Ίδρυμα. Αν δεν την έχετε λάβει ακόμα, σίγουρα θα την λάβετε μέχρι την Δευτέρα το πρωί".
Την ίδια ημέρα και ενώ πράγματι ο ίδιος δεν είχε στα χέρια του καμία εγγυητική αποστολή πέραν των ανωτέρω επιστολών που είχε από τον Χ και τις Τράπεζες, που ο τελευταίος συνεργαζόταν, απέστειλε προς τις ίδιες Τράπεζες ING BANK, Εθνική και Εμπορική αντίστοιχα επιστολές με φαξ ζητώντας να τον ενημερώσουν σχετικά με την δέσμευση τους αναφορικά με την έκδοση από αυτές εγγυητικών επιστολών δυνάμει των από 27-1-1998 επιστολών που φέρονταν να έχουν εκδοθεί από αυτές, επισυνάπτοντας και τις επιστολές αυτές.
Οι Τράπεζες του απάντησαν ότι οι επιστολές αυτές δεν ήταν γνήσιες και δεν είχαν εκδοθεί από τις ίδιες. Μετά ταύτα ο Ζ υπέβαλλε την σχετική μήνυση κατά του Χ καθώς και αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του επί της οποίας εκδόθησαν οι υπ' αριθμ.21285/1998 και 1997/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διετάχθη η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "Ζ FINANCE SA".
Τέλος, στην Αμερική το Ίδρυμα εστράφη με αγωγή κατά του Ζ και επέτυχε την έκδοση δύο αποφάσεων του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Κολούμπια με τις οποίες υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στο Ίδρυμα το ποσό των 1.000.000 δολαρίων και 16.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ο Ζ έχει ήδη καταβάλει εξ ιδίων το ποσό των 200.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδιαίτερα δε τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...., ..., ...., ....). Η βασιμότητα των ως άνω παραδοχών, ουδόλως αναιρείται από τους ανεπέρειστους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος και την απολύτως αρνητική και παραπειστική των απόψεων του στάση, κατά την διατύπωση των αιτιάσεων του στο συνημμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημα.
Προς τούτο επισημαίνεται ότι από την κάθε μία των ως άνω εις βάρος του αξιοποίνων κακ/κών πράξεων απάτης, πλαστογραφίας και νομιμοποίησης εσόδων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα, πορίσθηκε παράνομο περιουσιακό όφελος, εις το οποίο και αποσκοπούσε ιδιαίτερο μεγάλο, έχοντας μάλιστα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων.
Ειδικώτερα προκύπτει ότι την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη ροπή προς τις απάτες και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Είχε διαμορφώσει υποδομή και συγκεκριμένα διατηρούσε οργανωμένα πολυτελή γραφεία εταιρείας, την οποία εμφάνιζε ως χρηματιστηριακή τοιαύτη, αν και δεν είχε λάβει σχετική άδεια, με ιδιαίτερο κύρος και μεγάλο εύρος συναλλαγών και δη διεθνών, ο ίδιος εμφανιζόταν ως άτομο κύρους, με ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις επί χρηματιστηριακών θεμάτων, με στενές επαφές και γνωριμίες με διοικητές Τραπεζών, στις οποίες διατηρούσε λογαριασμούς και διακινούσε μεγάλα χρηματικά ποσά.
Επί πλέον ενεργούσε με μεθοδικότητα κατά τις συχνές συναντήσεις του με τον Μητροπολίτη Ξ και τους συνεργάτες του ανωτέρω, αναμίχθηκε μάλιστα λόγω της επιμονής του σε πλήθος διεθνών συναλλαγών του Μητροπολίτη, ώστε εν τέλει κατόρθωσε να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη αυτών και στη συνέχεια, ενήργησε βάσει σχεδίου και οργανωμένης ετοιμότητος περί δήθεν ιδιαιτέρως επικερδούς συνεργασίας των και δη σε διεθνές επίπεδο αναφορικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές πολλών εκατομμυρίων, σε συνδυασμό με την αποστολή στους τελευταίους πλαστών επιστολών Τραπεζών, προθέσεως παροχής εγγυήσεων εκ μέρους των για μεγάλα χρηματικά ποσά, σκοπώντας να πορισθεί υψηλής αξίας παράνομα εισοδήματα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση της παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ'εξακολούθηση, τελεσθείσα κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, 2) της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και 3) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § § 1 και 3α, 386 § § 1 και 3α', 98, και 13 στ Π.Κ.
και 2 § 1 Ν.2331/1995, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης δια των οποίων τα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμοι και αναφορικά με τον δεύτερο λόγο, περίπτωση α και β του δικογράφου της αναιρέσεως είναι αβάσιμος ακόμη διότι αναφέρεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου (δείτε και ΑΠ 414/2007 Π.Χρ. ΝΗ/65 και ΑΠ 474/2004 Π.Χρ. ΝΕ/152). Περαιτέρω, όπως προδιαλαμβάνεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφέρθηκε επιτρεπτώς εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση της παρ' αυτώ εισαγγελέως, η οποία με δική της αιτιολογία που ταυτίζεται με αυτήν του πρωτοδίκου βουλεύματος, στο οποίο όμως δεν αναφέρεται, πρότεινε την απόρριψη της μνημονευόμενης εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως ουσία αβάσιμη. Την αιτιολογία της εισαγγελικής αυτής προτάσεως επιτρεπτώς δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα και αναφέρθηκε σ'αυτή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι απεκδύθηκε το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε την προβλεπόμενη από το νόμο δευτέρου βαθμού κρίση του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον προβαλλόμενο στην περίπτωση γ', αρ. 5, του δευτέρου του λόγου αναίρεσης λόγο. Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί κατ'ουσία ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 12/17-1-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 2592/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών' και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (υπερχειλής αντικειμενική υπόσταση) και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος' "περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποίαν ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τοιούτο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης, γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία) η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως (της αξίας) της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της.
Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη στην απάτη συντρέχει ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της αξιώσεως του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες.
Τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος πρέπει να αποτελεί το περιουσιακό όφελος, η οποία συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου.
Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς.
Ως χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξ αιτίας των οποίων παρεπλανήθη (επείσθη) ο παθών. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος με την οποίαν ολοκληρώνεται η απάτη καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίον επεχειρήθη η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο α' της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικατεστάθη δια των άρθρων 1 παρ. 11 Ν. 2408/4.6.1996 και 14 παρ. 4 Ν. 2721/3.6.1999 η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, όταν τελείται κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του' επανειλημμένη τέλεση υπάρχει και επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, ενώ εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητός του. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προσετέθη δια του άρθρου 14 παρ. 1 υποπαρ. 1.1 Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή ζημία ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Ούτως η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ, όπως ισχύει νυν είναι ηπιωτέρα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος είναι εις το σύνολό του επιεικέστερος δια τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι εις την παλαιοτέρα ρύθμιση δεν προεβλέποντο ποσοτικά όρια.
Ενόψει αυτών, πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσα εξακολουθητικώς προ τις ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουσα συνολικώς όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) διατηρούν και νυν τον κακουργηματικόν των χαρακτήρα.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση από αυτόν του εγγράφου θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων, δηλαδή της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως ή της χρήσεως, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ), όπως η τελευταία δευτερεύουσα πρόταση προσετέθη με το άρθρο 1 παρ. 7α' Ν. 2408/1996 και αντικατεστάθη και ισχύει με το άρθρο 14 παρ. 2 α' Ν. 2721/1999.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), όπως το εδ. β' αυτό προσετέθη με το άρθρο 14 παρ. 2β Ν. 2721/1999. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13γ' ΠΚ από την αρχή στο όνομα του άλλου, ως να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και την θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και τον σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως.
Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο εάν η εξαπάτηση επετεύχθη, η δε περαιτέρω χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπ' όψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος απαιτείται το συνολικό σκοπούμενο όφελος ή η ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) ή ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 2331/24.8.1995 "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερομένη δραστηριότητα.
Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. α' και γ' του αυτού Νόμου, η έννοια της μεν "εγκληματικής δραστηριότητος" προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων, που απαριθμούνται περιοριστικά, μεταξύ των οποίων είναι και "η απάτη" του άρθρου 386 παρ. 1, 3 ΠΚ (στοιχ.
αη'), της δε "περιουσίας" είναι τα "περιουσιακά στοιχεία" κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αντικειμενικώς μεν απαιτείται (εναλλακτικά) αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή της εμπραγμάτου ασφαλείας, αποδοχή στην κατοχή μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας προερχομένης από την τέλεση της εμπεριεχομένης στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου αξιοποίνου πράξεως της απάτης, υποκειμενικώς δε δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων, και επιπλέον ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή την συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεως της υπό του άρθρου 1 στοιχ.
γ' του ιδίου Νόμου καθοριζομένης "περιουσίας". Η άνω όμως "εγκληματική δραστηριότητα", δηλαδή το κύριο αδίκημα δεν πρέπει να εικάζεται ή πιθανολογείται, αλλά να προκύπτει από ασφαλή στοιχεία η τέλεσή του και οι δράστες αυτού, έστω και αν δεν εχώρησε καταδίκη του. Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995, συνάγεται, ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με τον δράστη της νομιμοποιήσεως, μόνο στην περίπτωση της προς το σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα.
Διότι, κάνοντας μνεία ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 και στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του εγκλήματος της νομιμοποίησης.
Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ακολουθεί ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα και γι' αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπισή του.
ΙΙ.- Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση.
Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2592/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 358/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, συντρεχουσών επαρκών ενδείξεων, παρεπέμφθη ούτος για να δικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, πλαστογραφία με χρήση, με σκοπούμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική ενέργεια, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπόψη του, εδέχθη ότι απεδείχθησαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Μητροπολίτης Ξ ώρισε τον Ζ αρχές του 1997 μετά από προτροπή της Ψ, την οποία ήδη γνώριζε και την συμβουλευόταν σε οικονομικά θέματα αναφορικά με την διαχείριση των οικονομικών της Εκκλησίας της Κύπρου.
Ο Ζ, ο οποίος εμφανίστηκε ως δικηγόρος στην ..... των ΗΠΑ, πρώην εισαγγελέας, έγινε νομικός σύμβουλος του (Μητροπολίτη) σε θέματα οικονομικών επενδύσεων των χρημάτων της Μητρόπολης Ξ στην Αμερική. Εξάλλου ο εν λόγω Μητροπολίτης την ίδια περίπου εποχή, καλοκαίρι του 1997, είχε γνωρίσει και τον Χ, ο οποίος του παρουσιάστηκε ως καθηγητής, αντιπρόσωπος της χρηματιστηριακής εταιρείας "Bear Sterns & Co" της Νέας Υόρκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος χρηματιστηριακής και επενδυτικής εταιρείας στην Ελλάδα, με την επωνυμία "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", η οποία είχε συσταθεί ήδη από το έτος 1996, είχε κύρος και φήμη στην αγορά παρόλο που δεν είχε άδεια λειτουργίας, με διασυνδέσεις με Τράπεζες, ότι ο ίδιος συμμετείχε σε μεγάλα έργα (Ζεύξη Ρίου Αντίρριου κλπ), και τέλος ότι είχε μεγάλη εμπειρία, ικανότητα και γνώσεις και ότι ενδιαφερόταν για τα επενδυτικά προγράμματα στην Αμερική και ότι ήταν πρόθυμος να συμβάλλει σε αυτά παρέχοντας τις υπηρεσίες του.
Σημειωτέον ότι αμέσως μετά την γνωριμία τους ο Χ είχε προτείνει στον ανωτέρω Μητροπολίτη ο τελευταίος να συμμετάσχει στο κεφάλαιο της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής του εταιρείας με την εξαγορά του 40% αυτής αντί του ποσού των 2 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ, αντηλλάγησαν σχετικές επιστολές πλην όμως ουδέποτε υπογράφηκε σχετικό συμφωνητικό μεταξύ τους και η σχετική συμφωνία τελικά δεν επιτεύχθηκε.
Ο Χ γνώρισε τον Ζ, ως νομικό εκπρόσωπο του παραπάνω Μητροπολίτη, μέσω του τελευταίου, τον Οκτώβριο του 1997. Εν συνεχεία δε και κατά παράκληση του ίδιου του Μητροπολίτη Ξ, ήρθε σε απευθείας συνεννοήσεις με τον Αμερικανό δικηγόρο του τελευταίου (Ζ), αλλά και με την σύμβουλό του Ψ, προκειμένου η χρηματιστηριακή του εταιρεία να συμμετάσχει σε διάφορα επενδυτικά προγράμματα αυτών (όπως τα ενδεικτικώς αναφερόμενα για την αγορά ομολόγων από τους Αμερικάνους πολίτες ..., και ...., άνοιγμα λογαριασμών στο όνομα του Μητροπολίτη και κίνηση αυτών στις τράπεζες Citibank του Λονδίνου, Merrill Lynch της Νέας Υόρκης κλπ).
Συγκεκριμένα ο Χ, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είχε ήδη από το τέλος Ιουλίου 1997 επαφές με τον παραπάνω Μητροπολίτη αναφορικά με την χρηματιστηριακή εταιρεία που προτίθετο να ιδρύσει. Αμέσως δε μετά την γνωριμία τους είχε αποστείλει πλήθος επιστολών, ενημερωτικών, προσφορών κλπ προς τον ανωτέρω Μητροπολίτη Ξ, προσπαθώντας να τον πείσει ότι είναι πλέον απαραίτητη τόσο η συνεργασία του με τον ίδιο (Χ), ο οποίος είναι άριστος γνώστης των διεθνών χρηματιστηριακών συναλλαγών, όσο και η συμμετοχή του ίδιου (Μητροπολίτη Ξ) σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία για την αποφυγή των όποιων κινδύνων κατά τις συναλλαγές του γενικά.
Λόγω της εμπλοκής του με τα οικονομικά του Μητροπολίτη Ξ και της γνωριμίας του με τον αμερικανό δικηγόρο του, πληροφορήθηκε το κατωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο θα εκτελείτο υπό την αιγίδα του Μητροπολίτη Ξ, δυνάμει του οποίου θα εισέρρεαν κεφάλαια από φιλανθρωπικά ιδρύματα κυρίως των ΗΠΑ και χωρών της Νοτίου Αμερικής, τα οποία θα επενδύονταν σε ομόλογα και εν συνεχεία θα μεταπωλούντο άμεσα με μεγάλο κέρδος, ώστε μέρος των
κερδών
θα διοχέτευε εν συνεχεία ο παραπάνω Μητροπολίτης Ξ στο φιλανθρωπικό ίδρυμα "FIND THE CHILDREN", στο οποίο ο ίδιος ήταν επικεφαλής. Τότε, γνωρίζοντας ο ίδιος ότι για την εκτέλεση του όποιου επενδυτικού προγράμματος, όπως ήταν και το ανωτέρω, απαιτείτο η συνεργασία με μία εταιρεία επενδυτική και χρηματιστηριακή με μεγάλο εύρος συναλλαγών και δραστηριοτήτων και κύρους στην διεθνή αγορά, προκειμένου μέσω αυτής, να γίνονται οι συναλλαγές, προσπάθησε να πείσει τους ανωτέρω ότι τόσο ο ίδιος όσο και η δική του, έστω υπό ίδρυση, χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν πλέον απαραίτητη για την ολοκλήρωση και την επιτυχία της επένδυσης αυτής στην Αμερική.
Προς το σκοπό αυτό απέστειλε επιστολές στον εν λόγω Μητροπολίτη Ξ δηλώνοντάς του επί λέξει ότι "εάν δεν χρησιμοποιηθεί μια αδειοδοτημένη χρηματιστηριακή εταιρεία και ταυτόχρονα ένας αδειοδοτημένος χρηματιστής οι νομικοί κίνδυνοι είναι τεράστιοι η "Ζ Χρηματιστηριακή" και εγώ είναι ένας άριστος συνδυασμός με την παρούσα οργανωτική σας δυνατότητα ... " (σχετ.
επιστολές από 11-9-1997 και 17-9-1997 του Χ προς τον ΜητροπολίτηΞ). Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτει ότι ο Χ είχε άμεση γνώση για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ανωτέρω από τις επαφές του και την έντονη εμπλοκή του σε όλες τις επιχειρηματικές και επενδυτικές δραστηριότητες του Μητροπολίτη Ξ, ο οποίος τις διενεργούσε μέσω του Αμερικανού δικηγόρου του Ζ και της συμβούλου του Ψ καθώς και της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής εταιρείας του ιδίου (Χ), ώστε γνώριζε και το επενδυτικό σχέδιο των ανωτέρω και την επικείμενη επενδυτική συμφωνία αυτών με το Ίδρυμα "PEREZ PALLARES" στην Αμερική, στην οποία η εταιρεία του θα συμμετείχε ενεργά όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται (σχετ.
η από 30-6-2000 απολογία του στον 20 Ειδικό Ανακριτή). Το γεγονός δε ότι μόλις την 9-1-1998, λίγες δηλαδή ημέρες πριν την υπογραφή της από 11-1-1998 συμφωνίας του Μητροπολίτη Ξ και του Ιδρύματος PEREZ PALLARES, ο ίδιος μετά του ανωτέρω Μητροπολίτη επισκέφθηκαν προσωπικά τον Διευθυντή της Τράπεζας ING BANK στην Αθήνα, ...., και άνοιξαν σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό .....
στο όνομα της υπό ίδρυση χρηματιστηριακής του εταιρείας "Ζ FINANCE SA", ανωτέρω, δηλώνοντας μάλιστα ψευδώς ότι σε αυτόν θα εμβάζονταν χρηματικά ποσά από διάφορες πηγές ως δωρεές προς την Εκκλησία της Κύπρου (σχετ. καταθέσεις μαρτύρων υπαλλήλων της ανωτέρω τραπέζης), με μοναδικό όμως δικαιούχο στην κίνηση του λογαριασμού τον Χ χωρίς καν να είναι συνδικαιούχος σε αυτόν και ο Μητροπολίτης Ξ, συνηγορεί προς την αλήθεια όλων των παραπάνω, ενώ επιβεβαιώνεται το γεγονός της στενής συνεργασίας όλων των ανωτέρω προσώπων και ειδικά του το ότι ο Χ ενεργούσε ως άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης του Μητροπολίτη.
Για την υλοποίηση της επικείμενης συμφωνίας του Μητροπολίτη με το ίδρυμα εκ του Εκουαδόρ και προκειμένου να πείσει και τον Ζ, ώστε η εταιρεία του και ο ίδιος να συμμετάσχει και σε αυτήν την επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου (Μητροπολίτη), και να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ισχυρίστηκε στον τελευταίο ότι ο ίδιος είναι καθηγητής Πανεπιστημίου ειδικός επί των χρηματιστηριακών επενδυτικών προγραμμάτων και λοιπών τραπεζικών εργασιών και δη διεθνών τοιούτων, αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "Bear Sterns & CO" που εδρεύει στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ και ότι η χρηματιστηριακή του εταιρεία στην Ελλάδα "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" έχει φήμη και κύκλο εργασιών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, ώστε έχει όλα τα εχέγγυα και προϋποθέσεις, σε συνδυασμό με τις δικές του ικανότητες και κύρος να διαχειριστεί με επιτυχία το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα.
Πλην όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον προς απόδειξη αυτών δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο, όπως τα ενδεικτικώς αναφερόμενα πανεπιστημιακά πτυχία του, τίτλοι σπουδών, έγγραφα από τις εταιρείες στις οποίες εργάστηκε, μισθοδοσία, καταστατικά, επετηρίδα, πρόγραμμα σπουδών Πανεπιστημίου όπου δίδασκε, εργασία διδακτορική και θέμα αυτής και εάν εγκρίθηκε πότε από ποιον, των εκδόσεων του κλπ.) πλην ενός βιογραφικού συνταχθέντος από τον ίδιο.
Επιπροσθέτως και προκειμένου να πείσει τον Ζ, ότι σε κάθε περίπτωση θα είναι και ο ίδιος συνδικαιούχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς όπου εν συνεχεία θα κατατίθεντο τα χρήματα από το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα, ώστε θα έχει άμεση πρόσβαση και έλεγχο αυτών, ήδη την 19-12-1997 απέστειλε στον τελευταίο (Ζ), σχετικό πληρεξούσιο προς υπογραφή προκειμένου να καταστήσει αυτόν συνδικαιούχο στον όποιο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του "Ζ FINANCE SA" στην ING BANK στην Αθήνα, με απόλυτη διαχειριστική εξουσία στα κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό χρήματα, με την παράκληση να του το επιστρέψει υπογεγραμμένο με επισυναπτόμενο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του.
Ο Ζ του έστειλε το πληρεξούσιο υπογεγραμμένο από τον ίδιο με φαξ. Στη συνέχεια δε, στα πλαίσια της συμφωνίας τους, την 14-1-1998, ήτοι μετά την υπογραφή της επίδικης συμβάσεως με το ίδρυμα (11-1-1998), ενημέρωσε εγγράφως με φαξ τον Ζ ότι δυνάμει του προαναφερομένου από 19-12-1997 πληρεξουσίου, τον έχει καταστήσει ήδη συνδικαιούχο στον ανωτέρω τραπεζικό του λογαριασμό στην ΙΝG ΒΑΝΚ στην Αθήνα με δυνατότητα μάλιστα να τον αντικαθιστά πλήρως σε ότι αφορά στην κίνηση του (τραπεζικού λογαριασμού).
Πλην όμως και αυτό ήταν ψευδές διότι ο τελευταίος απέστειλε στην τράπεζα μόνον σε φαξ το ανωτέρω υπογεγραμμένο πληρεξούσιο, το οποίο και δεν δέχθηκε η τελευταία (τράπεζα) προκειμένου να καταστήσει τον Ζ συνδικαιούχο στον τραπεζικό λογαριασμό, απαίτησε δε την προσκόμιση του πρωτοτύπου εγγράφου, ενημερώνοντάς τον (Χ) σχετικά.
Αυτός όμως ουδέποτε προσεκόμισε το πρωτότυπο, αν και είχε τέτοια υποχρέωση και δυνατότητα και γνώση, εφόσον ο ίδιος είχε, όπως ο ίδιος δήλωνε, μεγάλη εμπειρία και διασυνδέσεις με Τράπεζες. Έτσι παρέμεινε εκείνος ο μοναδικός δικαιούχος του λογαριασμού. Εν τω μεταξύ ο Ζ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Ξ, ήρθε σε επαφή και συνεννοήθηκε με τους εκπροσώπους του Ιδρύματος άπορων κορασίδων "FOUNDATION PEREZ PALLARES" στον Ισημερινό προκειμένου να επενδυθούν τα χρήματα του ιδρύματος αυτού.
Στα πλαίσια αυτών των επαφών την 11-1-1998 μεταξύ αφενός του ιδρύματος με την επωνυμία "FOUNDATION PEREZ PALLARES" το οποίο έδρευε στον Ισημερινό και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Φ. και αφετέρου του Ζ, δικηγόρου, κατοίκου Ουάσιγκτον ΗΠΑ, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του Μητροπολίτη Ξ, υπεγράφη στο Εκουαδόρ έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό με τοεξής περιεχόμενο (μετάφραση από αγγλικό κείμενο): "Το συμφωνητικό τούτο ισχύει από τις 11-1-1998 και γίνεται ανάμεσα στους εξής:
Το ίδρυμα Perez Pallares με έδρα τον Ισημερινό για λογαριασμό του ιδίου και άλλων επενδυτών που θα αναφέρονται με το όνομα "Ίδρυμα" και του Ζ με την εξής διεύθυνση ...., ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην .... και διενεργεί για λογαριασμό του Μητροπολίτη Ξ που θα αναφέρεται με το όνομα Ζ. Τα συμβαλλόμενα αυτά μέρη θα αναφέρονται με το όνομα "μέχρι τούδε μέρη".
ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ το Ίδρυμα πρόκειται να διαθέσει αμέσως το ποσό των 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ (το "Κεφάλαιο") που αφορά χρήματα που προέρχονται από νόμιμη προέλευση και στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο και επιθυμεί να χρησιμοποιηθούν για νόμιμες και ασφαλείς συναλλαγές με αξιόπιστες Τράπεζες (η "Εμπορική Δραστηριότητα") και ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ ο Ζ έχει συγκεκριμένη σχέση με ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη με τα οποία μπορεί να αναπτύξει και να έχει τον έλεγχο στις Εμπορικές Δραστηριότητες και συγκεκριμένα στην αγορά και μεταπώληση χρεογράφων της τράπεζας. ΕΠΟΜΕΝΩΣ τα μέχρι τούδε συμβαλλόμενα μέρη που επιθυμούν να συνεργαστούν και λαμβάνοντας υπόψη την δέσμευση να πληρώσει το ένα μέρος στο άλλο το ποσό των 5 δολαρίων και δεδομένου πως η συμφωνία αυτή είναι σωστή αξιόλογη και νόμιμη και ικανοποιητική αποφασίζονται τα εξής:
1.- Το "Κεφάλαιο" θα τεθεί κάτω από τον έλεγχο του Μητροπολίτη Ξ σε λογαριασμό της δικαιοδοσίας του Ζ για να αναπτυχθεί Εμπορική Δραστηριότητα σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται.
2.- Το Ίδρυμα θα στείλει μέχρι την 13-1-1998 τηλεγραφική εντολή στην Τράπεζα ώστε να αρχίσει η μεταφορά του "Κεφαλαίου" στον Τραπεζικό λογαριασμό που θα ορίσει ο Ζ (επισυνάπτεται σαν Αποδεικτικό Στοιχείο Α).
3.- Ο Ζ, με την άδεια του Ιδρύματος, θα τοποθετήσειτο "Κεφάλαιο" σε Εμπορικές Δραστηριότητες που έχεικαθορίσει ο Μητροπολίτης Ξ ή θα περιμένει να λάβει ανάλογα κεφάλαια από μία ή περισσότερες άλλες πηγές τις οποίες θα υποδείξει ο ...., ώστε το ύψος του "Κεφαλαίου" να φτάσει τα 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ ($5.000.000).
4.- Η τράπεζα θα προσφέρει τις ανάλογες και νόμιμεςεγγυήσεις για το "Κεφάλαιο" η αξία των οποίων ανέρχεται στα 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ ή παραπάνω (η "Εγγύηση") και η μορφή του είδους της εγγύησης θα είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς του Διεθνούς Επιμελητηρίου Εμπορίου και θα προέρχεται από μία από τις 25 καλύτερες δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες (με βάση τα περιουσιακά τους στοιχεία) που κρίνονται σαν ΑΑ ή με ανώτερο επίπεδο και των οποίων η αγοραστική αξία είναι ανάλογη με το ύψος του "Κεφαλαίου" και των άλλων κεφαλαίων που περιγράφηκαν στην παράγραφο 3 και η αξία που θα φτάσει μετά το ένα έτος και μία ημέρα το ποσοστό του 106% με βάση το χρεόγραφο της Τράπεζας ή άλλο χρεόγραφο ανάλογης αξίας. Το ύψος της "Εγγύησης" δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 5.000.000 δολαρίων και θα βρίσκεται στα χέρια του Ζ.
5.- Κάθε βραχυπρόθεσμος κύκλος θα έχει καθαρά κέρδη1000,0 για το ίδρυμα και τους επενδυτές του και θακατατίθεται στον τραπεζικό λογαριασμό, ή λογαριασμούς που έχει καθορίσει το ίδρυμα ή θα επενδύσει εκ νέου ανάλογα με τις εντολές του ιδρύματος.
6. Ο Ζ συμφωνεί να ενημερώνει το Ίδρυμα για τιςοποιεσδήποτε ή για όλες τις σημαντικές δραστηριότητας που σχετίζονται με τα "Κεφάλαια" αυτά, συμπεριλαμβανομένων και των inter alia, της Εγγύησης και το ύφος των κερδών που έχει να λαμβάνει το Ίδρυμα και την επανεπένδυση του ποσού και την τηλεγραφική εντολή ή μεταφοράς του. Ο Ζ εγγυάται πως έχει την απαιτούμενη δικαιοδοσία στους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους έχουν κατατεθεί το"Κεφάλαιο" ή η "Εγγύηση" και έχει το δικαίωμα να διενεργεί μεταφορά των χρημάτων αυτών ή να πληρώνει τα κέρδη που αναλογούν.
7.- Η διάρκεια του Συμφωνητικού αυτού ορίζεται στις 60ημέρες.
8.- Πέραν των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 το Συμφωνητικό τούτο α) λήγει αυτόματα στις 5.00 μμ της 23-1-1998 στην περίπτωση όπου δεν έχει γίνει καμία απόδοση των αρχικών κερδών στον λογαριασμό που έχει το ίδρυμα ή που έχουν επενδυθεί εκ νέου σύμφωνα με τις εντολές του Ιδρύματος, ή β) θεωρείται λήξαν πέντε εργάσιμες ημέρες μετά την ειδοποίηση του Ζ με φαξ ή άλλο μέσο και με την αιτιολογία πως έχει γίνει παράβαση κάποιου όρου του Συμφωνητικού ή γιατί το Ίδρυμα δεν είναι ευχαριστημένο από τις Εμπορικές Δραστηριότητες που έχουν γίνει μέχρι τηνημέρα αυτή. Στην περίπτωση διακοπής της ισχύος τουΣυμφωνητικού όπως ορίζει η παράγραφος 8 τα "Κεφάλαια" θα πρέπει να κατατεθούν σε λογαριασμό του Ιδρύματος μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες και χωρίς να τους γίνει καμία κράτηση.
9.- Όλες οι ειδοποιήσεις και οι άλλες ενημερώσεις πουθα στέλνει το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο θα γίνονται με φαξ και στους αριθμούς που έχουν οριστεί παραπάνω.
10.- Κάθε συμβαλλόμενο μέρος είναι υπεύθυνο για τηνπληρωμή των φόρων που του αναλογούν.
Για το Ίδρυμα και τους Για τον Μητροπολίτη Επενδυτές του Ξ Φ Ζ Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την υπογραφή της ανωτέρω συμβάσεως και παρά το ότι η εμπλοκή του Χ και της εταιρείας του για την υλοποίησή της είχε προαποφασισθεί εν τοις πράγμασι, κατά τα ανωτέρω, μεταξύ των ανωτέρω προσώπων, ήτοι του Ζ, του Μητροπολίτη Ξ και της τότε οικονομικής Συμβούλου του τελευταίου Ψ αφενός και του Χ αφετέρου, δεν υπογράφηκε καμιά συμφωνία στην οποία να προσδιορίζεται ειδικότερα το πλαίσιο της συνεργασίας τους, οι ενέργειες που θα προέβαινε η εταιρεία "Ζ FINANCE SA" για λογαριασμό τους, οι υποχρεώσεις των μερών, η συμφωνηθείσα αμοιβή της τελευταίας (εταιρείας), και η γενικότερη εμπλοκή της στην ανωτέρω σύμβαση.
Ο Ζ δε, εφόσον είχε πεισθεί πλήρως, κατά τα ανωτέρω, ότι είχε ήδη καταστεί συνδικαιούχος στον ανωτέρω λογαριασμό της εταιρείας "Ζ FINANCE SA" συμφερόντων του Χ και προκειμένου να φανεί συνεπής απέναντι στο Ίδρυμα δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεώς τους, την 14-1-1998 με επιστολή του τους διαβεβαιώνει ότι πέραν της προσωπικής του εγγύησης που είχε παράσχει για την εξασφάλιση των κεφαλαίων του Ιδρύματος από την συμφωνηθείσα επιχειρηματική τους δραστηριότητα, εγγύηση αυτών αποτελούσε και η κατάθεση των κεφαλαίων σε λογαριασμό της χρηματιστηριακής εταιρείας του Χ της "Ζ FINANCE SA" στην ΙΝG ΒΑΝΚ στην Αθήνα.
Στη συνέχεια μάλιστα στον ανωτέρω λογαριασμό της ανωτέρω υπό σύσταση χρηματιστηριακής εταιρείας του Χ στην Τράπεζα ΙΝG ΒΑΝΚ έγιναν αρχικά οι εξής καταθέσεις: 1) Την 23-1-1998 έμβασμα ποσού 170.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα τον Ζ, Lawyer's Trust Acct Washington, 2) Την 26-1-1998 έμβασμα ποσού 134.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα επίσης τον Ζ, Lawyer's Trust Acct Washington.
Βασικός όρος όμως για την υλοποίηση της ανωτέρω συμφωνίας του Μητροπολίτη Ξ και του Ιδρύματος ήταν η παροχή τραπεζικών εγγυήσεων προκειμένου να κατατεθεί από το τελευταίο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε συγκεκριμένη Τράπεζα, την οποία σε κάθε περίπτωση θα όριζε ο ίδιος ο Ζ, για περαιτέρω επένδυση κατά τα συμφωνηθέντα, γεγονός που γνώριζαν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και ο Χ.
Εξάλλου ο τελευταίος είχε αποστείλει στον Ζ ήδη την 26-1-1998 σχετικό έγγραφο με θέμα: "Διαθεσιμότητα Εγγυητικών Επιστολών" στο οποίο ανέφερε ότι οι τραπεζικές συναλλαγές της εταιρείας του γίνονταν από τις Τράπεζες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" και "ΙΝG ΒΑΝΚ Ελλάδος". Εκ του εγγράφου αυτού καθίστατο σαφές στον Ζ με ποιες συγκεκριμένες τράπεζες συνεργαζόταν η εταιρεία του (Χ), η οποία εξάλλου ήταν εκείνη που θα υλοποιούσε την ανωτέρω σύμβαση.
Σε συνέχεια δε όλων των ανωτέρω αμέσως την 27-1-1998 ο Χ στέλνει με φαξ τρεις έγγραφες επιστολές από το φαξ της εταιρείας του με αριθμό .... και περί ώρα 23.00 στον Ζ, που φέρονται να έχουν εκδοθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους των Τραπεζών ΙΝG ΒΑΝΚ της Αθήνας υποκατάστημα Καλλιθέας, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και απευθύνονταν μεν στον ίδιο, Χ, με όμοιο περιεχόμενο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο σε μετάφραση είχε ως εξής: "ΘΕΜΑ:
Διάθεση Εγγυητικών Επιστολών.
Αγαπητέ κ. Χ, Σε απάντηση του ερωτήματός σας σχετικά με τη διάθεση, τους όρους και τις προϋποθέσεις έκδοσης εγγυητικών επιστολών για λογαριασμό της "Ζ FINANCE SA" σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Η Τράπεζά μας ως θέμα καθημερινής πρακτικής και ειδικότερα για τους πελάτες της Ζ FINANCE SA είναι έτοιμη να διαθέσει εγγυητικές επιστολές για υποθηκευμένο ρευστό του λογαριασμού φυσικά στη λήψη οποιουδήποτε ποσού νέων καταθέσεων σε δολάρια. Τέτοιες εγγυητικές επιστολές μπορεί να καλύψουν το αρχικό κεφάλαιο συν κάθε τόκο ο οποίος αυξάνει τις εν λόγω καταθέσεις." Στις επιστολές αυτές υπέγραφαν για την ΙΝG ΒΑΝΚ ο ...., για την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η ....
και για την Εμπορική Τράπεζα ο ..... Όπως απεδείχθη όμως οι ανωτέρω επιστολές ήταν πλαστές δεν είχαν εκδοθεί και αποσταλεί από τις ανωτέρω τράπεζες προς τον Χ και τα πρόσωπα που φέρονταν ως εκδότες τους δεν είχαν ποτέ υπογράψει αυτές. Εξάλλου το γεγονός της πλαστότητας των εγγράφων δεν αμφισβητείται από κανέναν των κατηγορουμένων πλην όμως αποδίδουν την τέλεση της πλαστογραφίας ο ένας στον άλλο.
Ειδικότερα ο Χ ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα αυτά τα κατήρτησαν οι Ζ, Μητροπολίτης Ξ και Ψ με σκοπό να τον ενοχοποιήσουν και να φανεί ο ίδιος ως υπεύθυνος της απώλειας των χρημάτων που ενέβασε σε λογαριασμό του το Ίδρυμα, πρoκειμένου ο πρώτος αυτών να αποφύγει τις ευθύνες και την επιστροφή οιουδήποτε ποσού στο Ίδρυμα.
Περαιτέρω δε ότι τα επίδικα έγγραφα φαξ είτε α) είναι προϊόν "κολλάζ" ήτοι συρραφής παλιών φαξ με τα οποία επικοινωνούσε με την Ψ είτε β) ότι οι ανωτέρω επιστολές-φαξ απεστάλησαν από κάποιο φαξ το οποίο είχε ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αναγράφεται επί του σταλθέντος εγγράφου ο αριθμός της εταιρείας του (Χ).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αντιθέτως δε εκ του ίδιου του σώματος του εγγράφου αυτών (επιστολών) συνάγεται ότι οι εν λόγω επιστολές έχουν αποσταλεί με φαξ το πρώτον από το μηχάνημα -φαξ της εταιρείας του Χ εφόσον στο επάνω μέρος αυτών ο πρώτος αριθμός που αναγράφεται (πρώτος στην αρχή του κειμένου) είναι αυτός της εταιρείας "Ζ FINANCE SA" εκ του οποίου αποστέλλονται την 23:00 της 27-11-1998 τρεις μόνον σελίδες, προφανώς οι τρεις επιστολές.
Οι υπόλοιποι αριθμοί φαξ που αναγράφονται επί του σώματος των επιστολών και πάνω από τον αριθμό φαξ της εταιρείας του Χ είναι των μετέπειτα αποστολέων αυτών η σειρά των οποίων είναι δεύτερος ένας άγνωστος αριθμός φαξ και τρίτος ο αριθμός φαξ του Ζ. Εξάλλου ο ίδιος δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από τον ΟΤΕ ή άλλο που να αποδεικνύει ότι ουδέν έγγραφο απέστειλε στον Ζ και επίσης δεν διευκρινίζει επαρκώς πώς τεχνικά, κατά την άποψη του, θα μπορούσε κάποιο μηχάνημα- φαξ κατασκευής του 1998 να ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει τα δικά του στοιχεία ως αποστολέα, αναφέροντας μόνον ότι ένα μηχάνημα-φαξ θα μπορούσε εάν συνδεθεί σε άλλη τηλεφωνική γραμμή από αυτήν την οποία έχει αρχικώς συνδεθεί και είχε αναλόγως ρυθμιστεί να συνεχίσει να αποτυπώνει τα ηλεκτρονικά στοιχεία της πρώτης σύνδεσης, γεγονός όμως που δεν ισχυρίζεται ειδικά ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος το ότι τα ανωτέρω έγγραφα έχουν σταλεί από το μηχάνημα -φαξ της εταιρείας του ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλα τα έγγραφα που ο ίδιος έχει αποστείλει κατά καιρούς με φαξ στον Μητροπολίτη Ξ κλπ έχουν την ίδια μορφή -τύπο, δηλαδή σε αυτά αναγράφεται πρώτα η ημερομηνία, μετά η επωνυμία της εταιρείας του και κατόπιν το τηλέφωνο αυτής ενώ τα αντίστοιχα φαξ του Ζ ή του αγνώστου αποστολέα έχουν παντελώς διαφορετική μορφή και συγκεκριμένα σε αυτά αναγράφεται πρώτο το όνομα του αποστολέα, δεύτερος ο αριθμός του τηλεφώνου του και τρίτη η ημερομηνία και ώρα αποστολής, προφανώς λόγω διαφορετικού μοντέλου, μάρκας κλπ.
Περαιτέρω όλοι οι ανωτέρω ήτοι Μητροπολίτης Ξ, Ζ και Ψ δεν θα μπορούσαν να καταρτίσουν τις επίδικες επιστολές προθέσεως παροχής εγγυήσεως των τριών ανωτέρω Τραπεζών, όταν οι ίδιοι δεν είχαν ποτέ επαφές με τις ανωτέρω τράπεζες, και δεν γνώριζαν τα πρόσωπα που τις εκπροσωπούσαν, τα αρμόδια στελέχη για την έκδοση εγγυητικών επιστολών, τις υπογραφές τους την διαδικασία έκδοσης αυτών κλπ, δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή με τις Ελληνικές Τράπεζες, ούτε διατηρούσαν λογαριασμούς σε αυτές στο όνομά τους.
Αντιθέτως ο μόνος που είχε επαφή και συνεργαζόταν με τις ανωτέρω Τράπεζες ήταν ο Χ, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφτεί επανειλημμένως αυτές, είχε τραπεζικούς λογαριασμούς και ως εκ τούτου γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Επιπλέον ήταν ο μόνος που θα ωφελείτο διότι αφενός το γεγονός της άμεσης έκδοσης εγγυητικών επιστολών από τις Τράπεζες για πελάτες της "Ζ FINANCE SA" και η δέσμευσή τους αυτή, όπως αναφέρεται ειδικά στις επιστολές, προσέδιδαν στην εταιρεία του, που σημειωτέον δεν είχε εισέτι τεθεί σε λειτουργία, άνευ ετέρου ιδιαίτερο κύρος ως έχουσα βαρύτητα στην αγορά και ιδιαίτερη πιστοληπτική ικανότητα, αφετέρου διότι η μεταφορά των χρημάτων θα γινόταν σε λογαριασμό στον οποίον ήταν ο μόνος και αποκλειστικός δικαιούχος αυτού, όπως ο ίδιος είχε επιμεληθεί επ' αυτού ειδικά, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Ο Ζ αντιθέτως δεν είχε κανένα συμφέρον από μια τέτοια κίνηση, εφόσον ο ίδιος είχε παράσχει ήδη προσωπική εγγύηση στο Ίδρυμα για την εξασφάλιση των χρημάτων του (Ιδρύματος), και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε και ο ίδιος να παράσχει γραπτή βεβαίωση από οιαδήποτε Τράπεζα που ο ίδιος διατηρούσε λογαριασμό και είχε συνεργασία εφόσον είχε τέτοια δυνατότητα και ανοικτή εντολή δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως του με το Ίδρυμα (αρθ. 1 και 2 της από 11-1-1998 συμβάσεως).
Οι λοιποί ισχυρισμοί του Χ περί του ότι οι εν λόγω επιστολές δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του 216 ΠΚ διότι "δεν προορίζονταν ούτε ήταν πρόσφορες να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομη σημασία" ή έχουν "έννομες συνέπειες", πέραν της αντιφατικότητάς τους διότι στα ίδια ανωτέρω στοιχεία περί πλαστότητας των ίδιων επιστολών, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να πείσουν τρίτους, όπως τους εκπροσώπους του Ιδρύματος, ανωτέρω, να προβούν σε περιουσιακή διάθεση, βασίζει την από 7-7-1998 μήνυση του εναντίον των Μητροπολίτη Ξ και Ζ, είναι αβάσιμοι κυρίως για το λόγο ότι οι επιστολές αυτές φερόμενες ως εκδοθείσες από Τράπεζες σε κάθε περίπτωση είναι πρόσφορες να αποδείξουν γεγονός που έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα εξ αυτών των επιστολών προκύπτει ότι η εταιρεία "Ζ Χρηματιστηριακή ΑΕ" έχει συναλλαγές μεγάλου ύψους με τις ανωτέρω Τράπεζες, οι οποίες δεσμεύονται για την έκδοση εγγυητικών επιστολών σε πελάτες αυτής, εμφανίζει δηλ. την ανωτέρω εταιρεία έχουσα ιδιαίτερο κύρος και πιστοληπτική ικανότητα, ικανή δε να παράσχει σε κάθε περίπτωση και άμεσα εγγυήσεις για την εξασφάλιση των χρημάτων πελατών της, ώστε μπορούσε κανείς με την χρήση τους να πείσει κάποιον τρίτο για την αλήθεια των ανωτέρω και για την ισχυρή θέση της εταιρείας στην αγορά (σχετ.
καταθέσεις μαρτύρων από 4-10-1999 του .... διευθυντής εσωτερικού ελέγχου της ΙΝG ΒΑΝΚ, από 28-9-1999 του .... υποδιευθυντή ΕΤΕ, από 4-6-2004 του ... εγκεκριμένου ελεγκτή, από 22-6-2004 του .... οικονομολόγου). Τα ανωτέρω όλα δε ενισχύονται και από την από 30-1-1998 επιστολή του Χ προς τον εκπρόσωπο του Ιδρύματος με το εξής περιεχόμενο:
"Αγαπητέ κύριε Φ, Παρακαλώ σημειώστε ότι με την μεταφορά των χρημάτων του Ιδρύματός σας στον Λογαριασμό της "Ζ FINANCE SA" στην Τράπεζα ΙΝG ΒΑΝΚ της Αθήνας θα γίνετε πελάτης της "Ζ FINANCE SA" και αυτομάτως και σε συμφωνία με την ανάληψη της υποχρέωσης από την Τράπεζα θα λάβετε μια εγγυητική επιστολή για να εξασφαλίσετε το 1,8$ εκατομμύρια που το Ίδρυμα σκοπεύει να τοποθετήσει στο επενδυτικό πρόγραμμα".
Η επιστολή αυτή πράγματι απεστάλη καθ' υπόδειξη του Ζ (σχετ. φαξ την 29-1-1 998) διότι κατά τον τελευταίο απαιτούντο επιπλέον εγγυήσεις πέραν των ανωτέρω τριών επιστολών προθέσεως παροχής εγγυήσεων των τριών Ελληνικών Τραπεζών, προκειμένου και ο ίδιος αλλά κυρίως το Ίδρυμα να πεισθεί για την εξασφάλιση των χρημάτων του που στη συνέχεια θα κατέθετε.
Η αποστολή μιας επιστολής με το ανωτέρω περιεχόμενο από τον Χ έγινε από τον τελευταίο με σκοπό να άρει τις όποιες αμφιβολίες του Ζ και να τον πείσει περί της αλήθειας του περιεχομένου ειδικά των τριών πρώτων επιστολών, γεγονός που δεν αίρεται από το ότι απεστάλη κατόπιν σχετικής υποδείξεως του ίδιου του Ζ και τούτο για τους εξής λόγους:
α) Από το ίδιο το κείμενο της επιστολής διαφαίνεται σαφώς ότι ο Χ γνώριζε το περιεχόμενο των τριών πρώτων επιστολών εφόσον κάνει ειδική αναφορά στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω τραπεζών και δη της ΙΝG ΒΑΝΚ περί παροχής εγγυήσεως σε πελάτες της εταιρείας του σε περίπτωση κατάθεσης του συγκεκριμένου ποσού ήτοι 1,8 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε λογαριασμό αυτής (εταιρείας του), β) ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι προέβη στην αποστολή της σχετικής επιστολής χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικό, είναι ψευδής, διότι σε κάθε περίπτωση ο ίδιος την ημέρα της αποστολής αυτής της επιστολής γνώριζε τόσο ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση της συγκεκριμένης Τράπεζας, (εφόσον ο ίδιος ως ισχυρίζεται δεν είχε απευθυνθεί σχετικά), καθώς και ότι ούτε είχε τέτοια δυνατότητα η εταιρεία του, ούτε τέτοιο εύρος συναλλαγών στον συγκεκριμένο λογαριασμό (ύψους 1,8 εκατ.
δολαρίων) και παρόλα αυτά δέχεται να δηλώσει ψευδώς, εν γνώσει του, όπως ο ίδιος ομολογεί, τα περί αντιθέτου, προκειμένου μάλιστα να πείσει τρίτον να καταθέσει ένα υπέρογκο, σε σχέση με τις συναλλαγές του ιδίου, ποσό στον λογαριασμό του, και γ) δέχτηκε μάλιστα να αποστείλει την προαναφερομένη επιστολή του όταν ήδη γνωρίζει ότι είναι και ο μόνος δικαιούχος στον τραπεζικό αυτόν λογαριασμό, γεγονός όμως που ταυτόχρονα αγνοεί ο Ζ, ο οποίος μέχρι τότε πίστευε ότι είχε ήδη καταστεί συνδικαιούχος στον ανωτέρω λογαριασμό και η κίνηση αυτού θα γινόταν με την συνυπογραφή και του ίδιου και συνεπώς τα χρήματα που θα κατετίθεντο σε αυτόν των επενδυτών θα ήταν σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένα.
Τελικά, ο Ζ, πεισθείς από τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις του Χ πείθει με την σειρά του τους εκπροσώπους του Ιδρύματος και την 3-2-1998 εμβάζουν το ποσό των 1.739.000 δολαρίων ΗΠΑ με εντολέα τον Φ από το Quito Ecuador στο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας του Χ "Ζ FINANCE SA" στην ΙΝG ΒΑΝΚ στην Αθήνα. Εκ του ποσού αυτού το ποσό των 1.000.000 δολαρίων ανήκε στο ίδρυμα "PEREZ PALLARES" και ποσό 739.000 δολαρίων στους Φ, ...., ...., ......
Συνολικά συνεπώς κατατέθηκαν στον ανωτέρω λογαριασμό το ποσό των 2.043.000 δολαρίων ΗΠΑ. Αναφορικά μόνον με το τρίτο έμβασμα ο Χ ζήτησε την 4-2-1998 από την τράπεζα να του γνωστοποιήσει εγγράφως το ποσό του εμβάσματος και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφό της ποιος ήταν ο αποστολέας-καταθέτης αυτού, η Τράπεζα όμως αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του (σχετ.
το από 3-2-1998 έγγραφο της Τράπεζας όπου τον ενημερώνει για το ποσό του εμβάσματος στις 3-2-1998 στον λογαριασμό του και τον εντολέα αυτού). Σημειωτέον δε ότι ο Χ είχε πληροφορηθεί ήδη προ της καταθέσεως από 1-2-1998 από την Ψ ότι επρόκειτο την επομένη να κατατεθούν στον λογαριασμό του αυτόν το ποσό των 1.739.000 δολαρίων και τον εντολέα αυτού, ώστε η ενέργειά του να βεβαιωθεί από την Τράπεζα το ποσό του εμβάσματος στον λογαριασμό του χωρίς όμως να φαίνεται ο εντολέας αυτού, κρίνεται προσχηματική προκειμένου να συγκαλύψει τις μετέπειτα κινήσεις του για την παράνομη ιδιοποίηση του ποσού αυτού.
Εξάλλου μόλις την επομένη της καταθέσεως, στις 4-2-1998 με έγγραφη εντολή του ζήτησε από την Τράπεζα ΙΝG ΒΑΝΚ της Αθήνας να μεταφέρει το ποσό των 1.600.000 δολαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό με αριθμό ..... της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος στο υποκατάστημα του Ψυχικού, τον οποίο άνοιξε ο ίδιος την 11-2-1998 στο όνομα της Ζ. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ (Ζ FINANCE SA), στον οποίο και πάλι ήταν ο μοναδικός δικαιούχος.
Η μεταφορά του ανωτέρω χρηματικού ποσού ολοκληρώθηκε την 11-2-1998. Ο δε τραπεζικός λογαριασμός στην ΙΝG ΒΑΝΚ έκλεισε οριστικά την 17-2-1998 κατ' απαίτηση της ίδιας της τράπεζας, διότι "δεν ήταν παραδεκτός ο τρόπος λειτουργίας του σύμφωνα με την τραπεζική δεοντολογία", κατά τον Διευθυντή αυτής, ...., όπως ενημερώθηκε σχετικά και ο Χ περί αυτού.
Ειδικότερα, οι λόγοι που οδήγησαν την Τράπεζα να κλείσει τον λογαριασμό αυτόν ήταν ότι την 6-2-1998 έλαβαν με ταχυμεταφορέα (κούριερ) ένα έγγραφο αποδεικτικό κατάθεσης για το ποσό των 20.000.000 δολαρίων ΗΠΑ από την Τράπεζα BANCO DE LA NACION ARGENTINA. Η τράπεζα ακολουθώντας όλες τις διαδικασίες ελέγχου της γνησιότητας του εγγράφου αυτού διαπίστωσε ότι είναι πλαστό και στη συνέχεια ενημέρωσε όλες τις τράπεζες στον κόσμο για την ύπαρξη αυτού του πλαστού εγγράφου.
Πλην όμως δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τα ποιος προέβη στην πλαστογράφηση του ανωτέρω εγγράφου. Ο Χ με τον Μητροπολίτη Ξ την 10-2-1998 επισκέφτηκαν την Τράπεζα και τον διευθυντή αυτής ...., όπου ο τελευταίος ζήτησε να του δοθεί το πρωτότυπο του ανωτέρω εγγράφου, πλην όμως ο διευθυντής της τράπεζας αρνήθηκε διότι ο Μητροπολίτης Ξ δεν είχε έννομο συμφέρον να λάβει αυτό, εφόσον δεν ήταν δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού, το δε έγγραφο απευθυνόταν στην Τράπεζα και ουδόλως αναφερόταν το όνομά του σε αυτό.
Στη συνέχεια ο Χ με την από 16-2-1998 επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Ξ δήλωνε στον τελευταίο ότι ο ίδιος έλαβε γνώση μέσω της ΙΝG ΒΑΝΚ και της εταιρείας "EARL SECURITIES LTO" ότι ο Μητροπολίτης απεπειράθη να προβεί στη αγορά τραπεζικών ομολόγων ύψους 1,8 δις δολαρίων ΗΠΑ μέσω του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της "Ζ FINANCE SA" χωρίς να έχει καταθέσει το ανάλογο ποσό, ενέργεια η οποία συνιστά παράβαση των τραπεζικών κανόνων και είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου διακόπτει την συνεργασία της εταιρείας του μαζί του, ενώ έχει δώσει ήδη εντολή στην ΙΝG ΒΑΝΚ να κλείσει τον λογαριασμό και να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, δηλώνοντάς του ταυτόχρονα ότι με την ενέργεια του αυτή προκάλεσε πλήγμα στην εταιρεία του.
Τα ανωτέρω όμως ήταν ψευδή, έρχονται δε σε προφανή αντίφαση με όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν σχετικά με την πρωτοβουλία της Τράπεζας να κλείσει η ίδια τον λογαριασμό, πρόθεση για την οποία άλλωστε είχε ήδη και ο ίδιος ενημερωθεί σχετικά, και ο οποίος (λογαριασμός) πράγματι έκλεισε μόλις μία ημέρα μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής του Χ προς τον Μητροπολίτη Ξ.
Σημειώνεται δε ότι στην ανωτέρω επιστολή του ισχυρίζεται ότι ο Μητροπολίτης Ξ οφείλει στην εταιρεία του ως αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών της για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 10-2-1998 (το οποίο σημειωτέον ταυτίζεται με το επίδικο χρονικό διάστημα διάρκειας της επίδικης συμβάσεως) το ποσό των 2.460.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Η ενέργειά του αυτή κρίνεται ότι έγινε προφανώς για να συγκαλύψει τις δικές του μετέπειτα κινήσεις αναφορικά με την μεταφορά και εν συνεχεία παράνομη από τον ίδιο ιδιοποίηση του κατατεθειμένου ήδη σε αυτόν το λογαριασμό κεφαλαίου ποσού 1.739.000 δολαρίων ΗΠΑ και να δημιουργήσει σύγχυση ως προς την προέλευση και τον κύριο του ποσού αυτού, την νομιμότητα της συναλλαγής κλπ, ώστε να απεμπλακεί ο ίδιος από την συγκεκριμένη σύμβαση και υποχρέωσή του απέναντι στους λοιπούς κατηγορουμένους και να υποστηρίξει στη συνέχεια, όπως και έκανε, ότι συμψηφίζει το κατατεθειμένο ποσό στον λογαριασμό του από τον Ζ που ενεργούσε κατ' εντολή του Μητροπολίτη Ξ με την δήθεν, κατά τα ανωτέρω, απαίτησή του κατά του τελευταίου.
Σημειώνεται ότι, για το τι έγιναν τελικά τα χρήματα που κατατέθηκαν πράγματι στο λογαριασμό του και εάν επεστράφησαν στον Ίδρυμα, ο ίδιος δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά και με σαφήνεια αλλά ισχυρίζεται, προσπαθώντας προφανώς να περιπλέξει τα πράγματα, ώστε ο ίδιος να φανεί ως αμέτοχος τρίτος ενεργών με πλήρη άγνοια των προθέσεων των λοιπών κατηγορουμένων (αν και είναι άριστος γνώστης των επενδυτικών χρηματιστηριακών και δη διεθνών τραπεζικών συναλλαγών ως ισχυρίζεται), ότι όταν μετέφερε τα χρήματα σε άλλον τραπεζικό του λογαριασμό διακόπτοντας ταυτόχρονα και την συνεργασία του με τον Μητροπολίτη Ξ, κατά τα ανωτέρω, πίστευε ότι εισπράττοντάς τα νομίμως στη συνέχεια προβαίνει σε συμψηφισμό με ανταπαίτηση που είχε ο ίδιος εναντίον του Μητροπολίτη (για άλλη μάλιστα παλιότερη αιτία, ως ισχυρίζεται, την οποία όμως ουδόλως προσδιορίζει στην εν λόγω επιστολή του), παρόλα αυτά όμως αμέσως μόλις ενημερώνεται για την μήνυση του Ιδρύματος κατά του Ζ στην Αμερική έρχεται ο ίδιος σε συμφωνία με το Ίδρυμα για το πώς θα του επιστρέψει τα χρήματα αυτά, που πράγματι έχει στην κατοχή του και τα οποία σε κάθε περίπτωση και ήδη εξ αρχής γνωρίζει ότι ανήκουν στο τελευταίο, τα οποία τελικά δεν επέστρεψε την 7-7-2004 ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους διότι, όπως ο ίδιος δηλώνει, πλην των 873.000 δολαρίων που βρέθηκαν και δεσμεύθηκαν στο λογαριασμό του τα υπόλοιπα δεν τα έχει διότι τα χρησιμοποίησε για την ίδρυση της χρηματιστηριακής του εταιρείας (σχετ.
η από 10-6-2004 απολογία του στον 20 Ειδικό Ανακριτή). Τελικά όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και δεν αρνείται ο Χ, από τον ανωτέρω λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας στον οποίο είχε ήδη μεταφέρει το ποσό των 1.600.000 δολαρίων προέβη στις κάτωθι ενέργειες: α) ανέλαβε ο ίδιος το ποσό των 873.396 δολαρίων, ποσό το οποίο χρησιμοποίησε για να ανοίξει τον υπ' αριθμ. .....
στην ίδια Τράπεζα στο όνομα και πάλι της εταιρείας "Ζ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" προκειμένου να καταβληθεί το μετοχικό κεφάλαιο αυτής και να λάβει σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας. Με την καταβολή αυτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 130/28-4-1998 αποφάσεως της Επιτροπής της Κεφαλαιαγοράς έλαβε άδεια λειτουργίας η εταιρεία του αυτή, της οποίας ο ίδιος ορίσθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και χρηματιστηριακός αντιπρόσωπος.
Επίσης β) ποσό 60.000 δολαρίων δραχμοποιήθηκε και μεταφέρθηκε στον προσωπικό του λογαριασμό με αριθμό .... στο όνομα Χ. Τέλος γ) ποσό 21.000.000 δρχ πιστώθηκε στο λογαριασμό υπ' αριθμ. ..... στην Εθνική Τράπεζα στο όνομα ..... Σημειωτέον ότι η λειτουργία της ανωτέρω χρηματιστηριακής εταιρείας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 142/6-10-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατόπιν της υποβολής μηνύσεως του Ζ εναντίον του για πλαστογραφία και την έκδοση της υπ' αριθμ. 21285/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του για να επαναλειτουργήσει με νεότερη απόφαση αυτής της Επιτροπής η οποία βασίσθηκε στο από 14-2-2000 υπόμνημα των Ζ και Φ στο οποίο ανέφεραν ότι η μεταξύ τους διαφορά έχει καταλήξει σε συμβιβασμό και προτίθενται να ανακαλέσουν τις αιτιάσεις τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Τελικά δε η εν λόγω εταιρεία δεν λειτούργησε ποτέ ως χρηματιστηριακή τοιαύτη. Εν τω μεταξύ την 13-2-1998 και ενώ είχε αποσταλεί από το ίδρυμα ήδη την 3-21998 το ποσό των 1.739.000 δολαρίων ο τότε εκπρόσωπος του Ιδρύματος Fernando Guarderas έστειλε επιστολή προς τον Ζ αναφέροντας μεταξύ άλλων (από μετάφραση) " ... μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία επιστολή με υπόσχεση εγγύησης και θα παρακαλούσαμε να φροντίσετε όπως μας αποσταλεί η εγγυητική αυτή επιστολή πριν την συνέλευση του ΔΣ ώστε να είναι όλοι ικανοποιημένοι".
Την ίδια δε ανωτέρω ημέρα ο Ζ απάντησε με φαξ προς τον εκπρόσωπο του Ιδρύματος αναφέροντας (από μετάφραση) "Με ενημέρωσαν ότι η επιστολή της Solomon - Smith - Barney είναι ήδη έτοιμη και ότι έχει σταλεί στο υποκατάστημα της Αθήνας με προορισμό το Ίδρυμα. Αν δεν την έχετε λάβει ακόμα, σίγουρα θα την λάβετε μέχρι την Δευτέρα το πρωί".
Την ίδια ημέρα και ενώ πράγματι ο ίδιος δεν είχε στα χέρια του καμία εγγυητική αποστολή πέραν των ανωτέρω επιστολών που είχε από τον Χ και τις Τράπεζες, που ο τελευταίος συνεργαζόταν, απέστειλε προς τις ίδιες Τράπεζες ΙΝG ΒΑΝΚ, Εθνική και Εμπορική αντίστοιχα επιστολές με φαξ ζητώντας να τον ενημερώσουν σχετικά με την δέσμευσή τους αναφορικά με την έκδοση από αυτές εγγυητικών επιστολών δυνάμει των από 27-1-1998 επιστολών που φέρονταν να έχουν εκδοθεί από αυτές, επισυνάπτοντας και τις επιστολές αυτές.
Οι Τράπεζες του απάντησαν ότι οι επιστολές αυτές δεν ήταν γνήσιες και δεν είχαν εκδοθεί από τις ίδιες. Μετά ταύτα ο Ζ υπέβαλλε την σχετική μήνυση κατά του Χ καθώς και αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του επί της οποίας εκδόθησαν οι υπ' αριθμ. 21285/1998 και 1997/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διετάχθη η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας "Ζ FINANCE SA".
Τέλος, στην Αμερική το Ίδρυμα εστράφη με αγωγή κατά του Ζ και επέτυχε την έκδοση δύο αποφάσεων του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Κολούμπια με τις οποίες υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στο Ίδρυμα το ποσό των 1.000.000 δολαρίων και 16.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ο Ζ έχει ήδη καταβάλει εξ ιδίων το ποσό των 200.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδιαίτερα δε τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ..., ...., ....., .....). Η βασιμότητα των ως άνω παραδοχών ουδόλως αναιρείται από τους ανεπέρειστους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος και την απολύτως αρνητική και παραπειστική των απόψεών του στάση, κατά την διατύπωση των αιτιάσεών του στο συνημμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημα.
Προς τούτο επισημαίνεται ότι από την κάθε μία των ως άνω εις βάρος του αξιοποίνων κακουργηματικών πράξεων απάτης, πλαστογραφίας και νομιμοποίησης εσόδων από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα, πορίσθηκε παράνομο περιουσιακό όφελος, εις το οποίο και αποσκοπούσε ιδιαίτερα μεγάλο, έχοντας μάλιστα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων.
Ειδικώτερα προκύπτει ότι την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη ροπή προς τις απάτες και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Είχε διαμορφώσει υποδομή και συγκεκριμένα διατηρούσε οργανωμένα πολυτελή γραφεία εταιρείας, την οποία εμφάνιζε ως χρηματιστηριακή τοιαύτη, αν και δεν είχε λάβει σχετική άδεια, με ιδιαίτερο κύρος και μεγάλο εύρος συναλλαγών και δη διεθνών, ο ίδιος εμφανιζόταν ως άτομο κύρους, με ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις επί χρηματιστηριακών θεμάτων, με στενές επαφές και γνωριμίες με διοικητές Τραπεζών, στις οποίες διατηρούσε λογαριασμούς και διακινούσε μεγάλα χρηματικά ποσά.
Επί πλέον ενεργούσε με μεθοδικότητα κατά τις συχνές συναντήσεις του με τον Μητροπολίτη Ξ και τους συνεργάτες του ανωτέρω, αναμίχθηκε μάλιστα λόγω της επιμονής του σε πλήθος διεθνών συναλλαγών του Μητροπολίτη, ώστε εν τέλει κατόρθωσε να κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη αυτών και στη συνέχεια ενήργησε βάσει σχεδίου και οργανωμένης ετοιμότητας περί δήθεν ιδιαιτέρως επικερδούς συνεργασίας των και δη σε διεθνές επίπεδο αναφορικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές πολλών εκατομμυρίων, σε συνδυασμό με την αποστολή στους τελευταίους πλαστών επιστολών Τραπεζών, προθέσεως παροχής εγγυήσεων εκ μέρους των για μεγάλα χρηματικά ποσά, σκοπώντας να πορισθεί υψηλής αξίας παράνομα εισοδήματα.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, δια της αναφοράς του εις την ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως (Εφετών) εν σχέσει με τις αποδιδόμενες εις τον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσης κατ' εξακολούθηση, 2) της πλαστογραφίας με χρήση, εκ της οποίας ο υπαίτιος σκόπευε όφελος και αντίστοιχη ζημία του παθόντος το συνολικό ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ) και 3) νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1 και 3α, 216 παρ. 1 και 3α, 98, 13γ και στ' ΠΚ και 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα δεν υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 ΠΚ και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 13 ούτε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995, μετά τα όσα εξετέθησαν ανωτέρω, υπάρχει δε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το μεν ως προς την απάτη, αφού προσδιορίζεται η βλάβη της ξένης περιουσίας και εις τι συνίσταται αυτή εκτενώς και συγκεκριμένως και δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίον επραγματοποιήθη, όσον και ως προς την πλαστογραφία, διότι προσδιορίζεται η ταυτότης των εγγράφων, πλαστών επιστολών τις οποίες κατήρτισεν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, αναφέρεται σε τι συνίσταται η πλαστότης και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προκύπτει αυτή, προς δε εξειδικεύεται η χρήση και ο τρόπος καθ' όν εχρησιμοποιήθησαν αυτές, το σκοπούμενο όφελος και η βλάβη της ξένης περιουσίας.
Ούτως αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα και περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας από αυτό των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 και 13 ΠΚ και 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Συμβουλίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά πάντα ταύτα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.1.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2592/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ