Legislator Case Law & Legislation
254/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance invalidity, upholding lower court's interpretation of parental contribution contract terms.

Case Number 254/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's final decision regarding the invalidity of a will. The appellant argued that the appellate court misinterpreted a parental contribution contract, claiming it mandated capital contribution rather than non-contribution, which would affect the heir's legal share. The court rejected this, ruling that the contract explicitly stated the contribution was not subject to capital contribution and would be included in the calculation of the legal share to determine the actual inheritance portion, thereby validating the lower court's findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1831, 1840 of the Civil Code; The court held that a parental contribution contract specifying non-contribution of capital does not deprive the child of their legal share, and the agreement's terms regarding the inclusion of the contribution's value in the calculation of the legal share are binding and must be respected.

Keywords

AI generated
inheritance law legal share parental contribution will invalidity cassation appeal capital contribution Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 1831, paragraph 2 of the Civil Code
Article 1840 of the Civil Code
Article 495, paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 558, 564, paragraph 1 and 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
No specific cited cases were mentioned in the provided text.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 254 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 254 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. Ρ. του Β. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Ρ. του Β. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μανώλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2023 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση, από 4-10-2023 και με αρ. καταθ. .../2023, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της με αρ. 21/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο, (συνεκ)δικάζοντας επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν τη με αρ. καταθ. ...-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν τη με αρ.

καταθ. ...-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίζοντας δε τη με αρ. 5/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 24-1-2019 και με αρ. καταθ. 1/2019 αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας διαθήκης και, επικουρικώς, αναγνώρισης της ακυρότητας κατά το μέρος που θίγεται η νόμιμη μοίρα της, δικάζοντας κατ' ουσίαν αυτή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της διαθήκης μόνο ως προς την διάταξη που θίγει τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και περιόρισε το ορισθέν πρωτοδίκως ποσοστό αυτής.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ καθόσον αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 7-9-2023, γεγονός που δεν αμφισβητείται, και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 4-10-2023, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ.

Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 Α.Κ. για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά, με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επίσης, οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Στο άρθρο 1833 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές προς μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου, καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 Α.Κ.

από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού αυτή, μετά τον ν. 1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 παρ. 1 Α.Κ.) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα κατ' άρθρον 1831 παρ. 2 Α.Κ. , που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.

Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 Α.Κ. παροχές του κληρονομουμένου προς τον μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτόν παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβιώσεως του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Η έννοια της φράσεως του άρθρου 1831 εδ. 2 Α.Κ. "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παροχές δεν έχει την έννοια ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομία, αλλά ότι η αξία τους υπολογιζόμενη κατά τον χρόνο της παροχής θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας (Α.Π. 307/2019, Α.Π. 135/2017, Α.Π. 2014/2014).

Όσον αφορά τον χρόνο της σχετικής δηλώσεως του κληρονομουμένου, περί μη καταλογισμού της εν ζωή παροχής προς μεριδούχο, στη νόμιμη μοίρα αυτού, είναι πρόδηλο από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1833 Α.Κ. , ότι ο όρος αυτός πρέπει να τεθεί κατά τον χρόνο της παροχής. Γίνεται, όμως, ερμηνευτικά δεκτό ότι σχετική δήλωση του κληρονομουμένου μπορεί να λάβει χώρα και μεταγενέστερα - ακόμα και με διαθήκη.

Η δε δήλωση δεν υποβάλλεται σε τύπο και μπορεί να λάβει χώρα ρητά ή σιωπηρά.

Περαιτέρω, κατά ρητή αρχή του δικαίου (άρθρο 361 Α.Κ.), ό,τι συμφωνήθηκε με σύμβαση, καταργείται ή αλλοιώνεται δηλαδή τροποποιείται κατά περιεχόμενο, μόνο με σύμβαση, εκτός αν υπάρχει δικαιολογητική αιτία κατάργησης ή αλλοίωσης της ενοχής από σύμβαση με μονομερή δικαιοπραξία, όπως π.χ. η υπαναχώρηση και η καταγγελία συμβάσεως. Αλλοίωση του περιεχομένου της συμβάσεως αποτελεί και η κατάργηση όρου της δικαιοπραξίας. Επομένως, η δήλωση του διαθέτη που γίνεται μετά την παροχή, για τον καταλογισμό της στη νόμιμη μοίρα κατά την έννοια του νόμου, δεν έχει ενέργεια. Αλλ' ούτε η θέληση του διαθέτη η οποία εκδηλώνεται για πρώτη φορά στη διαθήκη, για τον καταλογισμό της παροχής στη νόμιμη μοίρα, έχει οποιαδήποτε ενέργεια (Α.Π. 1176/2002, ΑΠ 1312/1999) καθόσον η ανάκληση με διαθήκη συμφωνηθέντος όρου περί μη καταλογισμού, αποτελεί μη έγκυρη μονομερή ανάκληση συμβατικού όρου.

Περαιτέρω, ο όρος περί μη καταλογισμού της εν ζωή παροχής στη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, περιορίζεται μόνο όταν θίγεται, και κατά το αντίστοιχο ποσοστό, η νόμιμη μοίρα άλλου μεριδούχου καθώς και όταν συντρέχουν οι περιοριστικά οριζόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 1840 Α.Κ. περί της εν στενή εννοία αποκληρώσεως νομίμου μεριδούχου. Επιπλέον, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Α.Π. 120/2017, Α.Π. 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1040/2010, Α.Π. 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλομένη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Α.Π. 376/2022, Α.Π. 1265/2017, Α.Π. 674/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. , αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) Το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Αν ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και, στη συνέχεια, καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά τον σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια αναγομένη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθ' εαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη όταν το δικαστήριο εκτιμά ένα έγγραφο διαφορετικά από τον διάδικο (Α.Π. 8/2021, Α.Π. 210/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά μέρος της αποφάσεώς, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις ...-2017 απεβίωσε στη Λευκάδα, ο Β. Ρ. του Ζ. , ηλικίας 92 ετών (γεννηθείς την ...-1924), κάτοικος ... , με αιτία θανάτου, (αναγραφόμενη στην υπ' αριθμ. .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Λευκάδας) "αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο - αρτηριακή υπέρταση - χρόνια λεμφογενής λευχαιμία - σακχαρώδης διαβήτης".

Πλησιέστεροι συγγενείς του, κατά το χρόνο του θανάτου του, είναι οι διάδικοι, θυγατέρες του, Ζ. Ρ. και Β. Ρ. (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ιωαννιτών). Ο αποβιώσας κατέλειπε την υπ' αριθμ. ...-2014 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε, κατά τους νόμιμους τύπους, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λευκάδας Ν.

Κ. , παρουσία τριών (3) μαρτύρων, δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. ...-2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και έχει, κατά λέξη, το ακόλουθο περιεχόμενο: "Εγκαθιστώ γενική κληρονόμο μου, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου που θα ευρεθεί μετά τον θάνατό την θυγατέρα μου Ζ.

Ρ. Ενδεικτικά στην περιουσία μου αναφέρω: α) το οικόπεδο εκτάσεως 400 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι με την επ' αυτού οικία εμβαδού 60 τ.μ. , που βρίσκεται στα Βαρδάνια Λευκάδας, στο οικοδομικό τετράγωνο 328 και επί της οδού ... και β) το συνεχόμενο οικόπεδο εκτάσεως 944,53 τ.μ. , που βρίσκεται στα Βαρδάνια Λευκάδας, στο οικοδομικό τετράγωνο 328 και επί της οδού ...

Τα δύο ανωτέρω οικόπεδα προήλθαν από τη ένταξη στο σχέδιο πόλεως της αρχικής ιδιοκτησίας μου. Στην θυγατέρα μου, Β. Ρ. , δεν αφήνω μερίδιο διότι: α) παραιτήθηκα υπέρ αυτής από την κληρονομιά της συζύγου μου στα Ιωάννινα, β) της έδωσα χρήματα να κατασκευάσει το σπίτι της στα Ιωάννινα και γ) της έδωσα και στην Λευκάδα ακίνητα με συμβόλαια γονικής παροχής καθώς επίσης την βοήθησα οικονομικά να κτίσει σπίτι στην Λευκάδα.

Τέλος, η κόρη μου Ζ. , από το έτος 2005 που πέθανε η σύζυγός μου με φροντίζει και με περιποιείται μόνο αυτή". Η εναγομένη αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά του πατέρα της, με την υπ' αριθμ. ...-2017 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λευκάδας Ν. Κ. , που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκάδας (βλ.

την υπ' αριθμ. ...-2017 καταχώριση εγγραπτέας πράξης του προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκάδας).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ζούσε μόνιμα μέχρι και το θάνατο της συζύγου του που επισυνέβη το έτος 2005, στα Ιωάννινα, ενώ μετά το θάνατο αυτής εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λευκάδα, τόπο καταγωγής του, όπου και διέμενε μέχρι το χρόνο θανάτου του στην περιοχή "Βαρδάνια", σε οικία εντός του κληρονομιαίου ακινήτου.".

Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κληρονομούμενος είχε μεταβιβάσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε διάδικο (τέκνα του) με γονική παροχή, το έτος 1988, ακίνητο της ιδιοκτησίας του στη Λευκάδα και έχοντας την οικονομική δυνατότητα προς τούτο βοηθούσε αυτές, κατ' ακριβοδίκαιο τρόπο (μέχρι και την άνοιξη του έτους 2013, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω), ότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο η συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 1782 Α.Κ. , ότι, δηλαδή, ο κληρονομούμενος συνέταξε την προσβαλλομένη διαθήκη του υπό το κράτος απειλής του από την εναγομένη, αλλά, ότι, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης βουλήσεως του διαθέτη ο οποίος και τελούσε, κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής, εν γνώσει της ουσίας και του περιεχομένου της, όπως και των συνεπειών που θα απέρρεαν από αυτή, ότι οι σχέσεις του με την ενάγουσα είχαν σοβαρά διαταραχθεί, γεγονός που βεβαίως δεν δικαιολογεί την αποστέρηση αυτής από τη νόμιμη μοίρα της, χωρίς τη συνδρομή νομίμου λόγου αποκληρώσεώς αυτής και, για τον λόγο αυτό, ο κληρονομούμενος, δεν αναφέρει στη επίμαχη δημόσια διαθήκη του κάποιον από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 1840 Α.Κ.

λόγους αποκληρώσεώς της, προσπαθώντας να δικαιολογήσει ότι με την ένδικη διαθήκη του, η ενάγουσα, νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και νόμιμη μεριδούχος του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δεν προσβάλλεται στη νόμιμη μοίρα της, περιλαμβάνοντας στη διαθήκη του αναφορά εν ζωή παροχών του προς αυτήν (ενάγουσα) και επακριβώς δέχθηκε ότι: "Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης προκύπτει ότι αυτή δεν περιέχει κανένα λόγο αποκλήρωσης, από αυτούς που ορίζονται στο άρθρο 1840 ΑΚ και επομένως η ενάγουσα θυγατέρα και νόμιμη μεριδούχος του διαθέτη, δεν μπορεί να στερηθεί τη νόμιμη μοίρα της, με συνέπεια η γενόμενη με την άνω διαθήκη αποκλήρωσή της από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της (αποκλήρωσή εν στενή έννοια) να είναι άκυρη.

Εξακολουθεί επομένως η ενάγουσα, να διατηρεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας στην κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη, αναιρουμένης της διάταξης της διαθήκης με την οποία ο διαθέτης καταλείπει μοναδική κληρονόμο του την εναγομένη, κατά το μέρος που με αυτήν προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η κληρονομιαία περιουσία αποτελείται από ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.346,14 τ.μ. , με την επ' αυτού ισόγεια κατοικία, εμβαδού 48,19 τ.μ. , η οποία περιλαμβάνει και ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 13,12 τ.μ.

και έχει συνολικό εμβαδό κάλυψης 61,31 τ.μ. Το συγκεκριμένο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή "Βαρδάνια", εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως Λευκάδας, της περιφέρειας της Δημοτικής Ενότητας Λευκάδας του Δήμου και Κτηματολογικού Γραφείου Λευκάδας, της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και εντός του Ο.Τ. 328 και έχει λάβει ΚΑΕΚ 340262010002/0/0.

Ακόμη, το ακίνητο, προσδιορίζεται περιμετρικά κατά τα στοιχεία του αλφαβήτου ... Η αξία του οικοπέδου ανερχόταν, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, στο ποσό των 297.172,62 ευρώ και της κατοικίας στο ποσό των 36.358,88 ευρώ, όπως οι αξίες αυτές αποτυπώνονται στα φύλλα υπολογισμού αντικειμενικών άξιων, που προσκομίζει η ενάγουσα και δεν αμφισβήτησε η εναγομένη.

Σημειώνεται ότι το ακίνητο αυτό, είναι το ακίνητο που αναφέρει ο διαθέτης στην επίμαχη διαθήκη του, στην οποία όμως το περιγράφει ως δυο ακίνητα, καίτοι πρόκειται για ένα ενιαίο ακίνητο με τον άνω ΚΑΕΚ. Η κληρονομιαία περιουσία δεν είχε χρέη, ενώ τα έξοδα της κηδείας καταβλήθηκαν από τον ασφαλιστικό φορέα του κληρονομούμενου.

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η πραγματική αξία της κληρονομιάς του αποβιώσαντος, πατέρα των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 333.531,50 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος προέβη κατά τη διάρκεια της ζωής του στην ακόλουθη περιουσιακή παροχή χωρίς αντάλλαγμα, προς αμφότερα τα τέκνα του, δηλαδή την ενάγουσα και την εναγομένη, με τον όρο μάλιστα να μην καταλογιστεί αύτη στη νόμιμη μοίρα τους. Ειδικότερα, δυνάμει του με αριθ. ...-1988 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λευκάδας Δήμου Μαλακάση, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Λευκάδας, στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό ... , μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστη των διαδίκων, μια διώροφη οικία, μετά του οικοπέδου αυτής, που βρίσκεται μέσα στο παλαιό ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Λευκάδας, της περιφέρειας του ομώνυμου δήμου κατά τη συνοικία Αγίου Χαραλάμπου ή Κάτω Βρύση, οικοπεδικού εμβαδού 109,13 τ.μ.

και εμβαδού κάθε ορόφου 60,19 τ.μ. , με δυο προσόψεις επί των δημοτικών οδών ... , του όλου συνορευομένου νότια με τη δημοτική οδό ... , δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Γ. , βόρεια με δημοτική οδό Ι. Σ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Χ. Η αξία της γονικής παροχής του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν, κατά το χρόνο της παροχής αυτού, στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών (ήδη 8.804,10 ευρώ), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής.

Εντούτοις, από το χρόνο που ο κληρονομούμενος μεταβίβασε την κυριότητα, λόγω γονικής παροχής προς τις διαδίκους, του παραπάνω ακινήτου (Δεκέμβριο του 1988) και μέχρι το θάνατό του (Ιανουάριο 2017) το νόμισμα είχε υποστεί ουσιώδη υποτίμηση, ώστε να επιβάλλεται από την αρχή της καλής πίστεως, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, ο υπολογισμός της αξίας της εν λόγω παροχής, τόσο για την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, όσο και τη συνεισφορά, να γίνει σε ευρώ της ίδιας πραγματικής αξίας με εκείνη που αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Για τον υπολογισμό αυτό το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η ανωτέρω παροχή και την αντίστοιχη τιμή αυτής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, σε συνδυασμό με τον μέσο ετήσιο γενικό δείκτη τιμών (τιμάριθμο), κατά τους αντίστοιχους χρόνους.

Ειδικότερα: η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν το Δεκέμβριο του έτους 1988, που είναι ο χρόνος της παροχής προς την ενάγουσα σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές, ... Βάσει της σχέσης αυτής οι κατά τα προεκτεθέντα 199,18 χρυσές λίρες Αγγλίας του χρόνου που έγινε η γονική παροχή αντιστοιχούν σε (199,18 X 0.666 =) 132,65 χρυσές λίρες του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου.

Μετά τη μετατροπή του ποσού αυτού των 132,65 χρυσών λιρών σε ευρώ, βάσει της τιμής της χρυσής λίρας την 22-01-2017 προκύπτει ποσό 40.833,64 ευρώ (= 132,65 χρυσές λίρες X 307,83 ευρώ), που αποτελεί την αξία της άνω παροχής, του κληρονομουμένου προς τις θυγατέρες του, το οποίο θα προστεθεί, κατ' άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ στην αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου (ήτοι στην αξία της πλασματικής κληρονομιάς αυτού), η δε αξία της παροχής προς εκάστη των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των (40.833,64/2=) 20.416,82 ευρώ.

Εφόσον δε ο κληρονομούμενος, όταν έδωσε την άνω παροχή, όρισε ρητά ότι αυτή δεν θα καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, η μεταγενέστερη περί του αντιθέτου δήλωση αυτού, που εκδηλώνεται για πρώτη φορά τριάντα (30) έτη μετά την παροχή, με την επίμαχη διαθήκη, δεν έχει καμία ενέργεια (ΑΠ 856/2017 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ).

Πρέπει, επομένως, ο τρίτος λόγος της πρώτης των συνεκδικαζόμενων εφέσεων, με τον οποίο η εναγομένη - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, η άνω εν ζωή χαριστική παροχή του διαθέτη προς την ενάγουσα πρέπει να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε από τον κληρονομούμενο το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε από την πώληση ακινήτου του στη Λευκάδα το έτος 2006 (βλ. το υπ' αριθμ. ...-2006 συμβόλαιο της συμ/φου Λευκάδας Ι. Κ. , με τίμημα 70.000 ευρώ), αφού δεν προσκομίζεται προς τούτο κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ και οι μάρτυρες της εναγομένης κανένα συγκεκριμένο στοιχείο περί τούτου κατέθεσαν.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έλαβε σε μετρητά τον Ιούλιο του 2016 το ποσό των 60.000 ευρώ, αφού όπως λεπτομερώς εκτέθηκε σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας οι σχέσεις της ενάγουσας με τον διαθέτη είχαν διαρραγεί ήδη από το θέρος του έτους 2013 και δεν αποκαταστάθηκαν μέχρι και το θάνατό του, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτή έλαβε οποιοδήποτε άλλο χρηματικό ποσό από τον διαθέτη προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στην ανέγερση οικοδομής στη Λευκάδα το έτος 1996.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 4-6-1996 κατάσταση εργασιών και υλικών, που φέρει την υπογραφή του κληρονομούμενου, αφού από αυτήν δεν προκύπτει εξόφληση των αναγραφόμενων ποσών, παρά μόνο συνοπτική περιγραφή των εργασιών και της αξίας των υλικών, ούτε από την υπ' αριθμ. ...-1992 απόδειξη είσπραξης ποσού 62.438 δραχμών, που αφορά σε καταβολή εργοδοτικών εισφορών για κατεδάφιση οικοδομής στην οδό ... , στη Λευκάδα, συγκυριότητας αμφοτέρων των διαδίκων και όχι μόνο της ενάγουσας, δεδομένου ότι ο κληρονομούμενος είναι απολύτως λογικό να έχει προβεί στην άνω καταβολή, ενεργώντας με χρήματα και για λογαριασμό αμφοτέρων των διαδίκων, οι οποίες κατά τον παραπάνω χρόνο ζούσαν μόνιμα με τις οικογένειες που είχαν δημιουργήσει, η μεν ενάγουσα στη Θεσσαλονίκη, η δε εναγομένη στο Ηράκλειο Κρήτης.

Άλλωστε, από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα (αντίγραφα κίνησης τραπεζικών λογαριασμών) προέκυψε ότι αυτή έστελνε χρήματα στον πατέρα της για την ανέγερση της οικοδομής της στη Λευκάδα, έχοντας την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, αφού τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της είχαν σταθερή εργασία, παρά τους περί του αντιθέτου αναπόδεικτους ισχυρισμούς της εναγομένης.

Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο κληρονομούμενος δάνεισε στην ενάγουσα το ποσό των 350.000 ευρώ, προς απόδειξη του οποίου προσκομίζει ανυπόγραφη υπεύθυνη δήλωση, φερόμενη ότι έχει συνταχθεί από τον κληρονομούμενο στις 23-9-2015. Όσον δε αφορά την αναφερόμενη στην από 26-3-2015 ενυπόγραφη επιστολή του διαθέτη, παροχή ποσού 250.000 δραχμών στο σύζυγο της ενάγουσας, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης έλαβε χώρα το έτος 1988, δεν αποτελεί παροχή στην ίδια τη μεριδούχο (ώστε να μπορεί να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της), αλλά παροχή σε τρίτον (σύζυγο της νόμιμης μεριδούχου), την οποία έκανε ο κληρονομούμενος τριάντα (30) έτη πριν το θάνατό του, με συνέπεια να μην μπορεί να συνυπολογιστεί ούτε για τον σχηματισμό της πλασματικής κληρονομιάς του διαθέτη.

Βάσει των ανωτέρω, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εναγομένη με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος όσο ζούσε, ..., προέβη σε χρηματικές καταβολές, άνευ ανταλλάγματος, προς αμφότερες τις διαδίκους, με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, με συνδικαιούχους αμφότερες αυτών, γεγονός που τα διάδικα μέρη συνομολογούν, διαφωνώντας όμως ως προς το ύψος που έλαβε η κάθε μια αυτών.

Από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τα επτά (7) δελτία μεταφοράς χρηματικών ποσών της Τράπεζας Κύπρου, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 16-10-2012 μέχρι 2-4-2013 μετέφερε από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους αμφότερες τις διαδίκους, τα ποσά των 3.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 7.000 ευρώ και 7.000 ευρώ, ήτοι μετέφερε το συνολικό ποσό των 37.000 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αμφότερες τις θυγατέρες του και όχι μόνο από την ενάγουσα, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι η ενάγουσα ως πρώτη δικαιούχος του άνω λογαριασμού, έλαβε το άνω συνολικό ποσό, μόνο προς δικό της όφελος.

Επίσης, ο κληρονομούμενος μετέφερε για την ίδια αιτία στις 28-11-2012 από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους αμφότερες τις διαδίκους, το ποσό των 5.000 ευρώ, όπως προκύπτει από το ταυθήμερο δελτίο μεταφοράς της Τράπεζας Κύπρου. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η κατάθεση του ποσού των 10.000 ευρώ στις 30-5-2013 στον άνω υπ' αριθμ. ...

κοινό λογαριασμό έγινε από τον κληρονομούμενο, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εναγομένη, χωρίς να προσκομίζει κανένα νόμιμο παραστατικό προς τούτο. Η δε ενάγουσα δεν ομολογεί την κατάθεση του άνω ποσού από τον πατέρα των διαδίκων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εναγομένη, αντιθέτως ρητά αναφέρει στις προτάσεις της ότι πρόκειται για κατάθεση χρηματικού ποσού 10.000 ευρώ από ατομικό λογαριασμό της ίδιας της εναγομένης στον παραπάνω κοινό λογαριασμό των διαδίκων.

Τα άνω χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 42.000 ευρώ (37.000 ευρώ + 5.000 ευρώ), τα οποία έλαβαν αμφότερες οι διάδικοι, νόμιμοι μεριδούχοι, από τον κληρονομούμενο όσο αυτός ήταν εν ζωή, ως χρηματικές παροχές άνευ ανταλλάγματος, θα συνυπολογιστούν κατ' άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ, προκειμένου να ανευρεθεί η πλασματική κληρονομιά του κληρονομουμένου επί της οποίας θα υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αξία της άνω παροχής προς την ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 21.000 ευρώ (42.000 ευρώ/2).

Με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας υπολογίζεται ως εξής:

Κατά τα προαναφερόμενα, η αξία της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου πραγματικής κληρονομιάς ανερχόταν σε 333.531,50 ευρώ. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν χρέη κ.λ.π., που πρέπει να αφαιρεθούν από την πραγματική κληρονομιά, προστίθενται σ' αυτήν οι ως άνω εν ζωή του κληρονομούμενου χαριστικές παροχές προς τις διαδίκους - νόμιμες μεριδούχους του, ήτοι η γονική παροχή αξίας 40.833,64 ευρώ και οι χρηματικές καταβολές συνολικού ύψους 42.000 ευρώ.

Επομένως, η πλασματική κληρονομιά του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του ανερχόταν σε 416.365,14 ευρώ (333.531,50 ευρώ + 40.833,64 ευρώ + 42.000 ευρώ). Η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα της ενάγουσας, από τη στιγμή που οι κληρονόμοι (τέκνα του διαθέτη) είναι δυο, είναι το 1/2 και ανέρχεται στο ποσό των 208.182,57 ευρώ. Από αυτήν (εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα) θα αφαιρεθεί η συνεισεκτέα παροχή της ενάγουσας, δηλαδή το ποσό των 41.416,82 ευρώ (20.416,82 ευρώ + 21.000 ευρώ) και συνεπώς απομένει ποσό 166.765,75 ευρώ.

Η δε νόμιμη μοίρα της ενάγουσας ανέρχεται στο 1/2 της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας, δηλαδή στο ποσό των 83.382,87 ευρώ. Ακολούθως, δεδομένου ότι ορίστηκε με την άνω γενόμενη γονική παροχή, ότι αυτή δεν θα καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της, η αξία αυτής-δεν θα αφαιρεθεί ξανά. Πρέπει, όμως να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, για τη μισή της μόνο αξία, ήτοι για ποσό 10.500 ευρώ, κατ' άρθρο 1834 παρ. 2 ΑΚ, η χρηματική παροχή που δόθηκε σ' αυτήν άνευ ανταλλάγματος από τον κληρονομούμενο, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης προκύπτει η βούληση του κληρονομουμένου προς τούτο, αφού γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτήν ως λόγος μη κατάλειψης κανενός περιουσιακού στοιχείου στην ενάγουσα το ότι της κατέβαλε χρήματα για να κατασκευάσει το σπίτι της στα Ιωάννινα.

Επομένως, μετά τον καταλογισμό της άνω εν ζωή του κληρονομούμενου χαριστικής παροχής στην νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, το ποσό αυτής ανέρχεται σε 72.882,87 ευρώ.

Κατά συνέπεια το ποσό της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας πρέπει να συμπληρωθεί, δεδομένου ότι οι εν ζωή παροχές του κληρονομούμενου προς αυτήν δεν καλύπτουν τη νόμιμη μοίρα της, απορριπτόμενης εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής έντασης της εναγομένης (στηριζόμενης στα άρθρα 1831 παρ. 2 και 1833 ΑΚ).

Κατόπιν τούτου σχηματίζεται κλάσμα με αριθμητή τον πιο πάνω αριθμό 72.882,87 και παρονομαστή τον αριθμό 333.531,50 , στον οποίο ανέρχεται η αξία της πραγματικής κληρονομιάς του διαθέτη. Άρα η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας στην πραγματική κληρονομιά του διαθέτη ανέρχεται σε 72.882,87/333.531,50 , δηλαδή σε ποσοστό 0,2185 ή 21,85%. Επομένως, κατά το ποσοστό αυτό θίγεται η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας θίγεται κατά μεγαλύτερο ποσοστό, ήτοι κατά ποσοστό 24,99% , έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της πρώτης των συνδικαζόμενων εφέσεων.". Κατόπιν αυτών, απέρριψε κατ' ουσίαν την με αρ. καταθ. .../2020 έφεση της ενάγουσας Β. Ρ. και δέχθηκε, εν μέρει, κατ' ουσίαν τη με αρ. καταθ. .../2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Ζ. Ρ.

Η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1831, 1833 και 1895 Α.Κ. και με τον τρίτο λόγο για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, της διατάξεως του άρθρου 1833 Α.Κ. , λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, υπό τις αιτιάσεις ότι, κατ' ερμηνείαν της ένδικης διαθήκης, ο διαθέτης όρισε με αυτή ότι η γονική παροχή πρέπει να καταλογισθεί στη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, ανακαλώντας ουσιαστικά τον όρο περί μη καταλογισμού που είχε τεθεί με τη σύμβαση της γονικής παροχής.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο επικαλείται ότι η τεθείσα στο με αρ. .../1988 συμβόλαιο γονικής παροχής δήλωση περί μη καταλογισμού αυτής στη νόμιμη μοίρα, δεν είναι ανέκκλητη από τον παρέχοντα γονέα και δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί στην πλασματική κληρονομία η γονική παροχή προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ενώ έπρεπε να αφαιρεθεί αυτή από τη νόμιμη μοίρα, για τον λόγο ότι ο κληρονομούμενος πατέρας τους πουθενά δεν όρισε τον μη καταλογισμό της γονικής παροχής, και με τον δεύτερο λόγο, αιτιώμενη το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι απαγορεύεται η ανάκληση του τεθέντος όρου σε συμβόλαιο γονικής παροχής, περί μη καταλογισμού αυτής στη νόμιμη μοίρα, ενώ με τον τρίτο αναιρετικό λόγο επικαλείται ότι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες όσον αφορά τις παραδοχές της ότι ο ορισμός της γονικής παροχής, ως μη καταλογιστέας στη νόμιμη μοίρα, δεν κατέστη ανενεργός με, την μεταγενέστερη της γονικής παροχής, επίδικη διαθήκη αυτού.

Το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι η από 23-12-2014 δημόσια διαθήκη του πατέρα των διαδίκων δεν είναι προϊόν απειλής και είναι άκυρη μόνο κατά το μέρος που στερεί την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του από τη νόμιμη μοίρα καθόσον δεν περιέχει κανένα λόγο αποκληρώσεως εν στενή εννοία από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 1840 Α.Κ. , ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας θα συνυπολογισθεί η γονική παροχή προς εξεύρεση του ποσοστού αυτής, αλλά δεν θα καταλογισθεί στη νόμιμη μοίρα, διότι στην εν λόγω σύμβαση έχει τεθεί ο όρος μη καταλογισμού, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1831 και 1833 παρ. 1 και 2 Α.Κ.

ενώ η διάταξη του 1895 Α.Κ. δεν τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή για συνεισεκτέα παροχή. Τούτο διότι, προς εξεύρεση της νόμιμης μοίρας, ο συνυπολογισμός όλων των εν ζωή παροχών προς τους μεριδούχους στηρίζεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1831 Α.Κ.

περαιτέρω δε ο, περί μη καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα, τεθείς όρος στη συμβολαιογραφική σύμβαση γονικής παροχής ακινήτου, δεν ανακαλείται μεταγενέστερα μονομερώς από τον παρέχοντα, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως και ακόμη και αν λάβει χώρα τέτοια ανάκληση, είναι ανενεργή, κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, από τον όρο περί μη καταλογισμού της γονικής παροχής, δεν θίγεται η νόμιμη μοίρα άλλων μεριδούχων οπότε θα καθίστατο ανενεργός ο όρος κατά το αντίστοιχο ποσοστό, ούτε η διαθήκη περιέχει νόμιμη και αιτιολογημένη αποκλήρωση εν στενή εννοία κατά τη διάταξη του άρθρου 1840 Α.Κ. , της ενάγουσας προς την οποία η γονική παροχή.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, δηλαδή, με την ένδικη διαθήκη δεν επέρχεται αποκλήρωση της ενάγουσας από τη νόμιμη μοίρα και είναι ισχυρός και εφαρμοστέος ο όρος του συμβολαίου της γονικής παροχής περί μη καταλογισμού αυτής στη νόμιμη μοίρα.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ουσίας για την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αρ. ...-1988 συμβολαίου γονικής παροχής το αληθές περιεχόμενο του οποίου είναι ότι "...

η παραπάνω παροχή περιουσίας δεν υπόκειται σε συνεισφορά και θα συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα των τέκνων του για τα οποία έγινε η παρούσα παροχή" κρίνοντας εσφαλμένα ότι ο παρέχων πατέρας τους διατύπωσε στην ανωτέρω σύμβαση, όρο μη καταλογισμού ενώ τέθηκε όρος μη συνεισφοράς, αλλά καταλογισμού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι με το με αρ. ...-1988 συμβόλαιο γονικής παροχής, που επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του λόγου αυτού, ορίζεται ότι η παροχή δεν υπόκειται σε συνεισφορά δηλαδή δεν είναι συνεισεκτέα, άλλως καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα, ενώ ορίζοντας περαιτέρω επακριβώς "...και θα συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα...", ορίζει ότι θα συνυπολογισθεί η αξία της γονικής παροχής προς την ενάγουσα, για την εξεύρεση της πλασματικής κληρονομίας, προκειμένου να καθορισθεί το ποσοστό της νόμιμης μοίρας και κατά τον υπολογισμό της πραγματικής κληρονομίας και της νόμιμης μοίρας δεν θα καταλογισθεί σε αυτήν.

Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, που υπέβαλε με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2023 και με αρ. καταθ. .../2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 21/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ