Legislator Case Law & Legislation
254/2025 AI generated

Greek Supreme Court dismisses State's appeal as inadmissible due to lack of specific legal grounds and absence of public property finding.

Case Number 254/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding public property ownership. The State argued that the lower court violated Byzantine and Civil Code rules requiring a thirty-year prescription period for acquiring public land, but failed to establish that the property was public. The court ruled the appeal inadmissible because the arguments were vague, selective, and relied on a false premise since the lower court never found the disputed asset to be public property.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court declares an appeal inadmissible when the appellant's grounds are vague, selective, and based on a false premise regarding the nature of the subject matter, particularly when the lower court did not find the property to be public.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal public property acquisition Byzantine law violation selective argumentation false premise finding prescription period State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6A paragraph 1 of the Decree of 26.6/10.7.1944
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 254 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 254/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Δ., κατοίκου ….. Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μπακάκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο …. . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …./2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 6-11-2024 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του Ν. 4305/2014, ορίζεται ότι "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.

κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (ΑΠ 586/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 298/2021, ΑΠ 697/2021, ΑΠ 207/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθ. 2007/10-10-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, που προσκομίζει νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-11-2024), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον δικηγόρο Αθηνών, Πέτρο Μπακάκο, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ήδη αναιρεσιβλήτους (ως εφεσιβλήτους) κατά τη συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που εκδίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (80/2011) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος των ως άνω διαδίκων κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη.

Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 20-3-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 80/2011 απόφαση του, κατ' έφεση δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν επικυρώθηκε η …../2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 23-10-2008 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 23-03-2011 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στις 20-03-2014 με αριθμό 88/2014).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, (όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση) η απόφαση Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί έφεσης κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, υπόκειται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη αυτή και ειδικότερα αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε νόμιμα ή υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8, 19, 11γ, και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε επί της έφεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., είναι απαράδεκτοι, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, τέτοιοι λόγοι δεν ιδρύονται κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) για παράβαση των διατάξεων του βυζαντινορωμαικού δικαίου για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία [ν. 20 παρ.6, πανδ. (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1), Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ. (41,10), 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3)], που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνων του Αστικού Κώδικα (1041 επ.

ΑΚ), σύμφωνα με τις οποίες για την κτήση κυριότητας δημοσίων κτημάτων με χρησικτησία, αυτή πρέπει να είναι τριακονταετής και να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-09-1915, δεδομένου ότι έκτοτε ισχύει το "απαράγραπτο" των εμπράγματων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι διότι εκτίθενται τελείως αποσπασματικά και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.

Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο και συνεπώς οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις (πλην αυτών του ΑΚ) δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθά δεν εφαρμόστηκαν.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 80/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (που δίκασε ως Εφετείο) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-03-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 80/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ