Supreme Court allows second appeal against a dismissed appeal due to incorrect calculation of the limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision dismissing a second appeal as inadmissible. The appellant argued the limitation period was three years because the final judgment was published before January 1, 2016, whereas the lower court incorrectly applied a six-year period. The Court ruled that the limitation period for such judgments is indeed three years, making the appeal untimely, but found the lower court erred in classifying it as a 'second appeal' when the first appeal had been rejected for procedural reasons. Consequently, the Court held the appeal inadmissible due to the expiration of the specific three-year limitation period applicable to judgments published prior to the 2016 cutoff.
Legislator headnote
AI generatedArticles 514 and 518(2) of the Code of Civil Procedure; The limitation period for appealing a final judgment published before January 1, 2016, is three years, not six, and a second appeal is inadmissible if the first appeal was rejected for any procedural ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 254 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) M.K.
Αριθμός 254/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Χ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "E.Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διάδοχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2366/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 246/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η από 19-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 9765/558/19-9-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2366/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 3-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 748/2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, με βάση σύμβαση ασφάλισης σκάφους αναψυχής που είχε καταρτίσει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και επέλευσης του κινδύνου κλοπής και καταστροφής από πυρκαγιά του σκάφους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αποζημίωση το ποσό των 190.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 Κ.Πολ.Δ "Δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται". Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η αποφυγή κατακερματισμού της δίκης και της επιβράδυνσης της τελεσίδικης κρίσης επί της διαφοράς προς βλάβη του νικήσαντος διαδίκου (ΑΠ 199/1960).
Ο σκοπός όμως αυτός δεν συντρέχει, όχι μόνο όταν εχώρησε νόμιμη παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης έφεσης, αφού τότε θεωρείται ότι αυτή δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 295, 299 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1779/2008), ή όταν η πρώτη έφεση είναι ανυπόστατη ως διαδικαστική πράξη (ΑΠ 156/2013), αλλά και όταν η πρώτη έφεση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως στην περίπτωση που στρεφόταν κατά εν μέρει οριστικής απόφασης (Ολ.
ΑΠ 1138/1974), ή στην περίπτωση που δεν είχε απευθυνθεί κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων κατ' άρθρο 517 εδ.β' Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 579/1996). Εφόσον η πρώτη έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είτε διότι δεν τηρήθηκε κάποια δικονομική προϋπόθεση για την άσκησή της, είτε ένεκα έλλειψης τυπικών στοιχείων του δικογράφου της, δεν είναι ανεπίτρεπτη "δεύτερη έφεση" αυτή που ασκείται ακολούθως, ενόσω διαρκεί η προθεσμία της έφεσης.
Ως απαράδεκτη δε απορρίπτεται η έφεση αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ, αλλά και όταν δεν κατατεθεί το προβλεπόμενο για την άσκησή της παράβολο, όπως ρητά ορίζεται στην ειδική διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, στα πλαίσια εφαρμογής της πανομοιότυπης διάταξης του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ, σχετικά με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ορίζει ότι "Δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται", έχει κριθεί ότι αν η πρώτη αναίρεση έχει απορριφθεί για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, ως απαράδεκτη, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν χώρησε σε ουσιαστική έρευνα των λόγων της, τότε η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης δεν θεωρείται δεύτερη (Ολ.
ΑΠ 958/2008, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 1723/2012, ΑΠ 464/2008, ΑΠ 605/2006, ΑΠ 1405/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Μετά δε την ως άνω τροποποίηση του άρθρου αυτού, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε δύο έτη.
Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου, άρθρο 1 παρ.2 του Ν.4335/2015, που ορίζει ότι "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ.4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του Ν.4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ.
ΑΠ 10/2018, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 111/2019).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, ιδρύεται αν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2011, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ. ΑΠ 12/2010, ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα των αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτουν τα εξής: Κατά της με αριθμό 2366/10-6-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε στην ουσία της την από 3-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 748/2014 αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος, ασκήθηκε από αυτόν η από 10-8-2015 και με αριθμό κατάθεσης 563/11-8-2015 έφεσή του.
Η έφεση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 463/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι δεν είχε επισυναφθεί στο δικόγραφο της έφεσης, που είχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ παράβολο.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ίδιας παραπάνω οριστικής απόφασης την από 19-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 9765/558/19-9-2017 έφεσή του, καταθέτοντας και το προβλεπόμενο παράβολο των 100 ευρώ (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικ. με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 - ΦΕΚ Α 240/22-12-2016). Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 246/2018 απόφασή του απέρριψε την νέα αυτή έφεση, ως απαράδεκτη, κρίνοντάς την ως δεύτερη έφεση, η οποία δεν είναι επιτρεπτή κατά τη διάταξη του άρθρου 514 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζεται και στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο είχε απορριφθεί αρχικά ως απαράδεκτο.
Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση, με επάλληλη σκέψη, η οποία επίσης στηρίζει το διατακτικό της, διέλαβε και τη νομική παραδοχή ότι, ακόμη και με την αντίθετη εκδοχή, ότι η ένδικη έφεση δεν τυγχάνει απαράδεκτη ως δεύτερη έφεση, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και είναι εξ αυτού του λόγου απαράδεκτη, καθόσον η εκκαλούμενη οριστική απόφαση δημοσιεύτηκε στις 10-6-2015, χωρίς να ακολουθήσει επίδοσή της και η κρινόμενη έφεση κατατέθηκε την 19-9-2017, μετά την παρέλευση της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, που είναι διετής.
Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο και απέρριψε την από 19-9-2017 έφεση ως απαράδεκτη, παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 514 και 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αφού, όπως προεκτέθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, δεν είναι ανεπίτρεπτη δεύτερη έφεση αυτή που ασκείται όταν η πρώτη έφεση απορρίφθηκε για οποιονδήποτε τυπικό λόγον, η δε καταχρηστική προθεσμία της έφεσης, για τις οριστικές αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν την 1-1-2016 είναι τριετής και όχι διετής.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου τις δύο πιο πάνω πλημμέλειες, της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της έφεσης, με την εσφαλμένη κρίση ότι συνιστούσε δεύτερη έφεση, αλλά και εκπρόθεσμα ασκηθείσα.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ.3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 246/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ