Legislator Case Law & Legislation
254/2016 AI generated

254/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 254/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

254/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου.... σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αμοιβή, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια. Επίσης αποφασίζει για παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική...

Keywords

AI generated
municipal contract award public levies dispute public takeover bid requesting state pricing policy withdrawal of administrative act
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 254 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 254/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου" που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργακόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου ανακαλώντας την από 9/11/2015 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7317/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30/7/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1και 2, 97 παρ. 1 και 2 και 98 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα, που δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρέθηκαν κατά τη χορήγηση αυτής, καθώς και εκείνες με τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, της έλλειψης της πληρεξουσιότητας, καθώς και της υπέρβασής της εξεταζομένης από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 159 αρ. 1, 544 παρ. 4, ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου που προηγήθηκαν.

Η έγκριση μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις εμφαίνουσες πρόθεση ισχυροποίησής τους, εξετάζεται δε η ύπαρξη της έγκρισης, που έχει αναδρομική ενέργεια (Ολ.ΑΠ 1408/1984, 626/1980, AΠ 344/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1955, "η δημαρχιακή επιτροπή...

στ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου.... σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αμοιβή, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια. Επίσης αποφασίζει για παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική...

και μόνο στους δήμους που δεν δικαιούνται να προσλάβουν δικηγόρους με μηνιαία αντιμισθία κατά το άρθρο 245 του ν. 1188/1981". Κατά δε τη διάταξη δε του άρθρου 114 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που δημιουργείται προφανής κίνδυνος ή ζημία των δημοτικών συμφερόντων ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα, για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει όμως να υποβάλει αμέσως τις ενέργειές του στην έγκρισή της.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι: α) για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων από το δήμαρχο, απαιτείται άδεια της δημαρχικής επιτροπής, επ' αυτής δε θεμελιώνεται η αντιπροσωπευτική εξουσία του δημάρχου για διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 842/2013, 92/2013, 1027/2012) και β) η απόφαση της επιτροπής αυτής και μόνο αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, και της παροχής της εντολής για τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, που απαιτούνται για την εκτέλεσή της (εντολής).

Η τήρηση των πιο πάνω διατάξεων, από τις οποίες συνάγεται ότι η απόφαση της εν λόγω Επιτροπής μπορεί, νομίμως, να επακολουθήσει της διαδικαστικής πράξεως της άσκησης της αγωγής ή των ενδίκων μέσων, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται για θέμα αναγόμενο στη δημόσια τάξη, δοθέντος ότι με αυτές σκοπείται η αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών για το δήμο (ΑΠ 842/1013, 1733/2012).

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη γινόμενη στη δικαστική απόφαση, στο προεισαγωγικό τμήμα της, μνεία ότι για κάποιο από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του και στο κύριο σώμα της (απόφασης) βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό εκείνου, δηλαδή του ως άνω παραστάντος κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού, του εκπροσωπηθέντος από αυτόν διαδίκου, πληρεξουσίου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως.

Το περιεχόμενο δε αυτό της απόφασης μπορεί κατ' άρθρο 312 ΚΠολΔ, να ανατραπεί με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής (ΑΠ 1875/2013, 1115/2009, 1091/2005, 1900/1999). Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Περαιτέρω ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή. Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας, αυτεπάγγελτα, το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από αυτό που θεωρούν κατά την άποψή τους ορθό οι διάδικοι (ΑΠ 1330/2011, 952/2000).

Στην ένδικη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της τα εξής: "Με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αμαρουσίου που λήφθηκε με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του κατά τη συνεδρίαση της 20.4.2000 και έλαβε τον αριθμό …, με θέμα την "Κήρυξη απαλλοτρίωσης ακινήτων συνολικής επιφανείας 15.522,46 μ2, στο ΟΤ … στην θέση … του Δήμου Αμαρουσίου, ιδιοκτησίας της ΕΤΕΒΑ Α.Ε.

κα της ΟΛΥΜΠΙΑΣ Α.Ε., για την δημιουργία χώρων αθλητικών δραστηριοτήτων αναψυχής και πρασίνου" .....κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα, σε εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 410/1995, άρθρο 274 παρ. 1, περ. (δ') και (ια') για σκοπό δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την δημιουργία χώρων αθλητικών δραστηριοτήτων αναψυχής και πρασίνου, τα πιο κάτω λεπτομερώς περιγραφόμενα επτά (7) όμορα ακίνητα μετά των επ' αυτών επικειμένων, που βρίσκονται εντός των ορίων του Δήμου Αμαρουσίου...

Εν συνεχεία, μετά από εντολή που δόθηκε προς εμένα από τα νόμιμα όργανα και εκπροσώπους του εναγομένου συνέταξα την από 23.11.2000 και με αριθμό 126883/2000 αίτηση εναντίον των φερομένων ιδιοκτητριών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των προπεριγραφεισών εδαφικών εκτάσεων μετά των επικειμένων τους...

Περαιτέρω, με την με αριθμό 86/2001 ομόφωνη απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Αμαρουσίου μου ανατέθηκε η πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση του εναγομένου Δήμου κατά την συζήτηση της άνω αιτήσεως και, πράγματι, εγώ παριστάμενος στο Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας κατά την συζήτησή της κατά την δικάσιμο της 8.6.2001, υπέβαλα προτάσεις τόσο επί της άνω αιτήσεως, όσο και προς απόκρουση ανταιτήσεων που άσκησαν στο ακροατήριο και με τις έγγραφες προτάσεις τους οι φερόμενες ιδιοκτήτριες εταιρείες, ΕΤΕΒΑ ΑΕ και ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΑΕ.

Μετά από αυτά, εκδόθηκε η με αριθμό 1574/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε προσωρινά την τιμή μονάδας των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους... Τόσο ο Δήμος Αμαρουσίου, όσο και οι φερόμενες ιδιοκτήτριες των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών, μη αποδεχόμενοι την άνω με αριθμό 1574/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας άσκησαν αιτήσεις ενώπιον του Εφετείου Αθήνας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Πράγματι, δοθείσης σε εμένα εντολής και πληρεξουσιότητας από τον Δήμο Αμαρουσίου, συνέταξα και υπέβαλα επ' ονόματι και για λογαριασμό αυτού την από 12.2.2002 και με αριθμό ΒΑΒ 168/2002 αίτηση περί οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης στο Εφετείο Αθηνών εναντίον των ανωτέρω φερομένων ιδιοκτητριών, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 8.10.2002 και μετά από αναβολή η δικάσιμος της 4.3.2003, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την εν τω μεταξύ ασκηθείσα αίτηση των φερομένων ιδιοκτητριών...

Κατά την δικάσιμο εκείνη ο Δήμος Αμαρουσίου παραστάθηκε δι' εμού και εκπροσωπήθηκε, σύμφωνα με την με αριθμό 10/2003 ομόφωνη απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, νόμιμα δημοσιευθείσα, προς υποστήριξη της άνω αιτήσεώς του, αλλά και ασκώντας στο ακροατήριο ανταίτηση στην αίτηση των φερομένων ιδιοκτητριών και καταθέτοντας τις από 4.3.2003 έγγραφες προτάσεις μου με προσθήκη (7.3.2003), τόσο προς υποστήριξη της αίτησης του Δήμου, όσο και προς απόκρουση της αίτησης των σε εκείνη την δίκη αντιδίκων - φερομένων ιδιοκτητριών.

Επί των άνω αιτήσεων εκδόθηκε η με αριθμό 2797/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 1.4.2003, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριουμένων εκτάσεων και των επικειμένων τους, σύμφωνα με το διατακτικό της... συνολικά σε ποσό: 8.358.871, 30 ευρώ... Δεν καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία μεταξύ εμού και του εναγομένου Δήμου, που να καθορίζει το ποσοστό αμοιβής μου και...

η νόμιμη αμοιβή μου σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρα 100 επ. ΝΔ 3026/1954) για τις ενέργειες που πραγματοποίησα για λογαριασμό και κατ' εντολή του εναγομένου Δήμου, σε εκτέλεση της δοθείσης σε εμένα εντολής ανέρχεται: Για σύνταξη των άνω από 23.11.2000 και από 12.2.2002 αιτήσεων καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής (άρθρα 100 επ., 114 παρ. 5 Δικηγορικού Κώδικα), η δε αξία αυτή ταυτίζεται με την αξία της καθορισθείσας με την άνω με αριθμό 2797/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών τιμής των απαλλοτριωθέντων, δηλαδή 8.358.871, 30 Χ 2% = 167.177, 42 ευρώ.

Για σύνταξη προτάσεων κατά τη συζήτηση των άνω αιτήσεων στο Μονομελές Πρωτοδικείο και στο Εφετείο Αθήνας, σε ποσοστό 1% επί της ως άνω αξίας δηλαδή 8.358.871, 30 Χ 1%= 83.588, 70 ευρώ". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταδικασθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δήμος να του καταβάλει ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 250.766,12 ευρώ.

Το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ` αριθ. 226/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Με την υπ' αριθ. 134/20.4.2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέα τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα συνολικής επιφάνειας 15.522,46τ.μ.

στον ΟΤ 1077 στην θέση …της κτηματικής περιφέρειας αυτού, για την δημιουργία χώρων αθλητικών δραστηριοτήτων, αναψυχής και πρασίνου. Με την υπ' αριθ. 86/2001 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε και κοινοποιήθηκε στην Περιφέρεια Αττικής, ως αρμόδιο κατά το άρθρο 111 του Π.Δ 410/1995 όργανο του, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στο Μαρούσι Αττικής, προσληφθείς με την υπ' αριθ. 3/8.5.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, από την "Δημοτική Επιχείρηση Τεχνολογίας του Δήμου Αμαρουσίου", την εντολή και πληρεξουσιότητα για παράσταση και εκπροσώπηση αυτού για την υποστήριξη των συμφερόντων του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 8.5.2001, κατά την οποία συζητήθηκε η από 23.11.2000 (αρ.κατ. 126883/2000) αίτηση του εναγομένου για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης των αναφερόμενων στην αγωγή απαλλοτριωθέντων ακινήτων (εδάφους και επικειμένων).

Η ως άνω αίτηση είχε συνταχθεί και κατατεθεί από τον ενάγοντα, άνευ σχετικής προς τούτο εντολής της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία με την υπ' αριθ. 155/15.12.2000 απόφασή της είχε αναθέσει την εντολή σύνταξης και κατάθεσης αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης στην Νομική Υπηρεσία του εναγομένου.

Επί της ως άνω αιτήσεως, εκδόθηκε η υπ' άριθ.1574/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (εδάφους και επικειμένων τους) στα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 10/2003 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε και κοινοποιήθηκε στην Περιφέρεια Αττικής, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστεί και να καταθέσει προτάσεις κατά την μετ' αναβολή [από 8/10/2002] δικάσιμο της 4.3.2003, κατά την οποία συζητήθηκε η από 12.2.2002 (αρ.κατ. 168/2002) αίτηση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, για τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων, (εδάφους και επικειμένων), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 2797/2003 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε συνολική οριστική αποζημίωση 8.358.871,30 ευρώ.

Η σύνταξη και η κατάθεση της ως άνω αίτησης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών έγινε από τον ενάγοντα άνευ σχετικής ρητής εντολής της Δημαρχιακής Επιτροπής. Βάσει των προαναφερθέντων και αφού ο ενάγων εκτέλεσε τις ως άνω εντολές και διενήργησε τις αναγκαίες δικαστικές ενέργειες για την παράσταση και εκπροσώπηση του εναγομένου Δήμου , ενώπιον των ανωτέρω δικαστηρίων (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών), δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προδιαληφθείσες στην μείζονα σκέψη διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.3026/1954) ελάχιστη αμοιβή, εφόσον δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε αποδεικνύεται ότι υφίσταται ειδική συμφωνία των μερών περί καθορισμού αμοιβής, ύψους 1 % επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (εδάφους και επικειμένων τους), η οποία ανέρχεται στο ποσό των 83.588,70 ευρώ (8.358.871,30 Χ 1%).

Περαιτέρω, εφόσον ο ενάγων είχε ρητή πληρεξουσιότητα για να παραστεί κατά την συζήτηση των ανωτέρω από 23.11.2000 και 23.11.2000 αιτήσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών θεωρείται ότι είχε πληρεξουσιότητα και για την σύνταξη και κατάθεση αυτών, οι οποίες αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις για τις οποίες δεν απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα...και συνεπώς δικαιούται αμοιβής ίσης με το 2% επί της ίδιας ως άνω αποζημίωσης, για τις ανωτέρω ενέργειες, τις οποίες διενήργησε, ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 167.177,42 (8.358.871,30 Χ 2%) ευρώ.

Ανεξάρτητα, όμως, από τα ανωτέρω με την ως άνω ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα προς τον ενάγοντα εκ μέρους της Δημαρχιακής Επιτροπής του εναγομένου Δήμου, να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει, κατά την συζήτηση των προδιαληφθεισών αιτήσεων, θεωρείται ότι αυτή (Δημαρχιακή Επιτροπή) ενέκρινε σιωπηρά εκ των υστέρων, την άνευ ρητής εντολής της διενέργεια των ανωτέρω δικαστικών ενεργειών εκ μέρους του ενάγοντος".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση της αμοιβής του για τις ως άνω δικαστικές ενέργειές του, δεχθείσα ότι δεν είχε αυτός τη σχετική εντολή από την δημαρχιακή επιτροπή προς τούτο και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτή κατ' ουσίαν.

Με τις κρίσεις του αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από αυτά που απαιτούν οι εν λόγω διατάξεις σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης πληρεξουσιότητας του αναιρεσίβλητου, για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής και τη σύνταξη των προτάσεων.

Τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της απόφασης ο αναιρεσείων Δήμος με τις αναφερόμενες σ' αυτήν αποφάσεις της δημαρχιακής του επιτροπής, με το να δώσει την εντολή στον αναιρεσίβλητο να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της κάθε αίτησης που είχε ασκηθεί προηγουμένως, ενέκρινε και τις διαδικαστικές αυτές πράξεις για τη σύνταξη και την κατάθεσή τους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και συνακόλουθα θεραπεύτηκε κάθε τυχόν ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων του αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δίκες επί των οποίων παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος και για τη συμμετοχή του σ' αυτές ζήτησε με την ένδικη αγωγή την αμοιβή του, όπως και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, διεξήχθησαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, παρέχεται πλήρης απόδειξη για το διορισμό του αναιρεσιβλήτου, κατ' άρθρο 96 του ΚΠολΔ, ως δικαστικού (του αναιρεσείοντος) πληρεξουσίου, για τη διεξαγωγή των δικών εκείνων, η οποία δεν επιδέχεται πλέον αμφισβήτηση, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ισχυρισμό ανατροπής του περιεχομένου των αποφάσεων εκείνων με βάση τα πρακτικά της συζήτησης εκάστης ή την προσβολή αυτών ως πλαστών.

Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Εφετείο, εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, όπως το περιεχόμενό του κατά τα κρίσιμα σημεία του ανωτέρω εκτίθεται και έκρινε ότι την αξίωσή του περί αμοιβής για τη σύνταξη των αιτήσεων, επί των δικών καθορισμού τιμής μονάδος των απαλλοτριωθέντων, θεμελίωσε ο ενάγων στην έγκριση των ενεργειών του αυτών από τις μεταγενέστερες αποφάσεις της δημαρχιακής επιτροπής, με τις οποίες δόθηκε εντολή σ' αυτόν για παράσταση στο δικαστήριο κατά την εκδίκασή τους και σύνταξη προτάσεων και όχι στην χορήγηση σχετικής εντολής προ της υλοποιήσεως των πράξεών του αυτών και δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ενόψει αυτών οι πρώτος από τον αριθμό 1 και πέμπτος αληθώς από τον αριθμό 8 και όχι 14,που αναφέρεται στην αίτηση, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι τη κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται, τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδυάζεται με την ερμηνευτική προσέγγιση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπ' όψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, ο οποίος, ως εναγόμενος είχε νικήσει πρωτοδίκως ως προς το συγκεκριμένο, απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής, πρέπει ο περί αοριστίας ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοδικείο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όταν δίκασε σύμφωνα με ειδική διαδικασία (Ολ ΑΠ 2/2005) ή, έστω, στο Εφετείο, αλλά μόνο εφ' όσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 243/2015, 9/2014).

Εξ άλλου ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται oι παραβιάσεις μόνο κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 693/2014, 1795/2007, 159/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ΟΤΑ (εφεσίβλητος και εναγόμενος), με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται κυρίως ότι η ένδικη, από 1.12.2008 αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος (εκκαλών και ενάγων) ζητάει την επιδίκαση αμοιβής για την παροχή νομικών υπηρεσιών, είναι αόριστη και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να έχει απορριφθεί, πράγμα που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και το τελευταίο (Εφετείο) θεώρησε την αγωγή ορισμένη και ουδέν διέλαβε επί των ισχυρισμών του αυτών στην προσβαλλομένη απόφασή του.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ΟΤΑ προβάλλει ότι στην αγωγή, αν και αναφέρεται ότι με την 86/2001 απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής αυτού είχε αποφασισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ.2 περ. Γ' του τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995), η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον ενάγοντα για να εκπροσωπήσει, ως δικηγόρος, το Δήμο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση αιτήσεως καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, ενώ με την 10/2003 απόφαση της ίδιας επιτροπής, νόμιμα δημοσιευθείσας, του δόθηκε η πληρεξουσιότητα να παρασταθεί και εκπροσωπήσει τον εναγόμενο ΟΤΑ ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος στην ίδια αναγκαστική απαλλοτρίωση, αντιθέτως, αφενός μεν ουδέν αναφέρεται περί του εάν η πρώτη απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής δημοσιεύθηκε νομίμως και η δεύτερη πού και πότε δημοσιεύθηκε, δεν αναφέρεται επίσης το περιεχόμενο αμφοτέρων αυτών των αποφάσεων και αφ' ετέρου αν υποβλήθηκαν εμπροθέσμως στο Διευθυντή της οικείας Περιφέρειας προς έλεγχο νομιμότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 177 και 180 του π.δ. 410/1995.

Επικουρικά ισχυρίζεται ότι "αν οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι οι υπ' αριθ. 86/2001 και 10/2003 αποφάσεις της Δημαρχιακής Επιτροπής νόμιμα δημοσιεύθηκαν και κοινοποιήθηκαν στην Περιφέρεια Αττικής συνιστούν απάντηση στον ισχυρισμό του για αοριστία, η αιτιολογία είναι ελλιπής, διότι αρκείται το Εφετείο στη μνεία δύο εγγράφων, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος (υπ' αριθ.

πρωτ. 16302/30.5.2001 και 5144/11.2.2003), χωρίς να παραθέτει το περιεχόμενο αυτών". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, τόσο κατά το κύριο αίτημά τους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , όσο και κατά το επικουρικό από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα κατά το κύριο αίτημά τους διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι σχετικοί περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο, και επαναφέρθηκαν με τις προτάσεις στο Εφετείο ή προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο και έγινε επίκληση των λόγων που καθιστούν παραδεκτή την βραδεία προβολή τους.

Κατά το επικουρικό δε αίτημά τους διότι με αυτό προβάλλεται έλλειψη των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, πλήττεται δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση πράγματι για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, που είναι διάταξη δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1795/2007) και η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον άνω επικαλούμενο λόγο, όπως προαναφέρθηκε.

Στο άρθρο 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη....", στο δε άρθρο 20 παρ. 1 ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται κατευθείαν από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή υπέρ αυτού (νομοθέτη), την οποία υλοποιεί όχι δε και ο δικαστής ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματική.

Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου ως πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ ΑΠ 5/2013, 27/2008).

Εξ άλλου, στον προϊσχύσαντα Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954 όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος με υπουργική απόφαση, υπάγεται σε πειθαρχική εξουσία ασκούμενη κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και ότι πριν από την έναρξη της άσκησης των καθηκόντων του υποχρεούται να δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου και να εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους υπάρχοντες δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους (άρθρα 1, 20 και 22).

Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και αρχής ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό (άρθ. 39 παρ. 1). Κατά την άσκηση του λειτουργήματος οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη σ` αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς, (άρθ. 46 παρ. 1).

Από τις διατάξεις αυτές του δικηγορικού Κώδικα προκύπτει ότι το δικηγορικό επάγγελμα είναι μεν ελευθέριο επάγγελμα, έχει όμως παράλληλα και το χαρακτήρα δημοσίου λειτουργήματος συνδεόμενου με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, δηλαδή μιας από τις τρεις θεμελιώδεις κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος κρατικές λειτουργίες (βλ.

σχετικά και την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα συμμετοχή δικηγόρων στα ειδικά δικαστήρια των άρθρων 88 παρ. 2 και 99 παρ. 1) και υπόκειται, για το λόγο αυτό, σε έντονη ρυθμιστική επέμβαση από το νομοθέτη. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και, ειδικότερα, της σημαντικής θεσμικά αποστολής των δικηγόρων περί την απονομή της δικαιοσύνης και την αποτελεσματική άσκηση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, μπορεί ο κοινός νομοθέτης, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, να κρίνει ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος υπό ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την οικονομική αυτοτέλεια όλων των δικηγόρων ως εγγύηση για την αποτελεσματικότερη και ποιοτικότερη παροχή των υπηρεσιών αυτών προς τον πολίτη.

Τέτοια επιτρεπτή ρύθμιση είναι και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ. 1 εδ α' και 114 παρ. 5 του ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων η πρώτη από τις οποίες ορίζει ότι "1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις", η δεύτερη ότι "το ελάχιστον όριον της αμοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής" και η τρίτη ότι "προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων διά δημοσίαν ανάγκην ή ωφέλειαν ακινήτων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται υπό του άρθρου 100 επί τη βάσει της αξίας των ακινήτων τούτων", η οποία με βάση το αντικειμενικό κριτήριο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς καθορίζει σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου αυτού την αποτίμηση κάθε δικηγορικής εργασίας, ώστε και ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, να μην υποβαθμίζεται και ο εντολέας του, υποχρεούμενος σε πληρωμή της αμοιβής ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, εκφραζόμενη με την αξία του επιδίκου αντικειμένου, να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα.

Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη και με την αρχή της αναλογικότητας, ως αναγκαία, πρόσφορη και ανάλογη, ενόψει του ως άνω επιδιωκομένου με αυτήν σκοπού. Επομένως όσα αντίθετα περί αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων και παραβιάσεως υπ' αυτών της αρχής της αναλογικότητας υποστηρίζονται με το σχετικό τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 100 και 114 παρ. 5 του Κώδικα των Δικηγόρων που παραδεκτώς για πρώτη φορά προβλήθηκε ως ισχυρισμός στο Εφετείο, εφόσον η αντισυνταγματικότητα του νόμου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί o αναιρεσείων Δήμος, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.7.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 615/31.7.2014 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου" κατά του Σ. Β. του Δ. , περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 7317/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ