Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late supplementary grounds and substantive grounds for insufficient appellate reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment in a construction contract dispute. The appellant argued for additional appeal grounds submitted late and challenged the lower court's reasoning regarding material costs and labor expenses. The court rejected the appeal because the supplementary grounds were filed outside the statutory thirty-day deadline and the primary grounds failed to demonstrate that the appellate court's reasoning was contradictory or legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 1 para. 12 lit. a of Law 1157/1981: Supplementary grounds for appeal must be filed in writing at least thirty full days before the hearing, and an appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is clear, sufficient, and free from contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 254 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 254/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Λυντέρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σινανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 και 14-10-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2806/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5732/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2009 αίτησή της και τους από 13-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας θεωρείται εκείνη που ορίσθηκε κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από τον πρόεδρο του οικείου Τμήματος, και ο υπολογισμός της προθεσμίας γίνεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται όχι μόνο επί των προθεσμιών ενεργείας αλλά και επί των προπαρασκευαστικών, όπως είναι αυτή του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι χωρίς να συνυπολογίζονται σ' αυτήν ούτε η ημέρα της καταθέσεως ούτε εκείνη της συζητήσεως (Ολ.ΑΠ 266/1985, 33/1996).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατo την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 33/96). Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο προεδρεύων του Αρείου Πάγου με την από 15.05.2009 πράξη του όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Α2' πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου και δικάσιμο για τη συζήτησή της την 17.1.2011 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Η αναιρεσείουσα, την 16η Δεκεμβρίου 2010 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το από 13-12-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης το οποίο με παραγγελία της επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημέρα (16-12-2010). Αφού δε η ημέρα της πρώτης δικασίμου είναι η 17-1-2011 και οι δύο προηγούμενες αυτής ημέρες (15 και 16 Ιανουαρίου) είναι Σάββατο και Κυριακή, αντιστοίχως, για να έχει τηρηθεί η προαναφερόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών, έπρεπε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να έχει κατατεθεί και επιδοθεί το αργότερο μέχρι της 15 Δεκεμβρίου 2010.
Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι).
2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο είναι και η ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 3 του ΚΠολΔ. Εξάλλου η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομοτύπου λήψεως της βεβαιώσεως, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ. 30/2002, Ολ.ΑΠ. 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω λόγος αναίρεσης κατά την ίδια παραπάνω διάταξη, δεν ιδρύεται από την παράλειψη του Δικαστηρίου να κάνει μνεία στην απόφασή του, ότι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του προσκομίστηκαν με επίκληση, αφού το μεν η παράληψη αυτή δεν προβλέπεται ως ιδιαίτερη πλημμέλεια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στα άρθρα 559 και 560 του ΚΠολΔ, το δε αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο (ότι δηλαδή δεν έγινε επίκληση και προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου) θεωρείται ως προσκομισθέν με επίκληση (Ολ.ΑΠ. 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από ... τις με αριθμούς ..., ... και .../21-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τη με αριθμό .../21-3-2007 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Φάνης Ηλιοπούλου που δόθηκαν κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 3 ...". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζει ότι το Εφετείο "με το να λάβει υπόψη του τις παραπάνω βεβαιώσεις, χωρίς να βεβαιώνεται η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους από διάδικο για την απόδειξη του ισχυρισμού του ούτε ότι έχουν συνταχθεί πριν την ημέρα της δικασίμου και ότι έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την κλήτευση των αντιδίκων του διαδίκου που προσκόμισε τις ένορκες βεβαιώσεις κατά τη σύνταξη αυτών αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις συντάχθηκαν νόμιμα κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. 3 του ΚΠολΔ, δεν ήταν δε απαραίτητο να αναφέρονται ειδικά τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν την νόμιμη σύνταξή τους.
Περαιτέρω δε, εφόσον στην απόφασή του το Εφετείο δεν αναφέρει ότι δεν έγινε επίκληση ή δεν προσκομίστηκαν αυτές θεωρείται ότι αυτές προσκομίστηκαν με επίκληση. (πράγμα άλλωστε που προκύπτει και από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Τα πιο πάνω βέβαια, δεν του αποκλείουν τη δυνατότητα να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα., λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να είναι απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν τις γνώμες τους για την γνωμοδότηση των πραγματογνώμων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται ως τεκμήρια ελεύθερα από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη (Ολ.ΑΠ. 848/1981).
Τέλος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Δεδομένου δε ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη (πολιτική ή ποινική) ή ένορκες βεβαιώσεις που δεν ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερες κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, εκτιμώντας εκτός άλλων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων μνημονεύει δύο τεχνικές εκθέσεις ήτοι τις από 22-6-2005 και 11-9-2006 εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών Γ.Τ. και Ε. Ζ., αντίστοιχα. Από τη βεβαίωση δε που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε συνδυασμό με το όλο το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίουσα έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά όλα αλλά ορισμένα εξ αυτών, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. 1129/2005 ένορκη βεβαίωση, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, είχε δοθεί σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς καθώς και η τεχνική έκθεση του Α. Α.. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ', δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4. Με το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚπολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο το οποίο δίκασε την έφεση του ενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε επί της αγωγής του ανωτέρω κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία (αγωγή) ο πρώτος ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής του, δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Με την από Ιουλίου 2004 προφορική σύµβαση εργολαβίας, ο ενάγων ανέλαβε όλες της εκ µπετόν κατασκευές της ανεγειρόµενης στην Αγία Βαρβάρα Αττικής οικίας της εναγοµένης µε ειδικευµένο προσωπικό της επιλογής του και υλικά που θα προµηθευόταν ο ίδιος από την αγορά.
Το συµφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγµα ανήλθε σύµφωνα µε την αποδεχθείσα από την εναγοµένη ττροσφορά του, κατά κ. µ. οπλισµένου σκυροδέµατος σε 200 ευρώ, για γκρο µπετόν σε 105 ευρώ, για µπετά καθαριότητος σε 90 ευρώ, για εµφανή ξυλότυπο σε 1Ο ευρώ ανά τ.µ, για σκάλα πρόσθετη σε 10 ευρώ το σκαλοπάτι, για στηθαία 25 ευρώ το τρέχον µέτρο και για σκωτίες - φαλτσογωνίες 3 ευρώ το τρέχον µέτρο.
Στις τιµές αυτές συµπεριλαµβανόταν όλες οι δαπάνες του εργολάβου για αγορά υλικών ... τη φθορά της ξυλείας, τη µεταφορά αυτής, την αξία της κατασκευής και τοποθέτησης 26.082 κιλών σιδήρου, 291 ηµεροµίσθια των εργατών για τις κατασκευές µπετόν τα οποία βάρυναν την εναγοµένη, η οποία είχε αναλάβει και την υποχρέωση ως κυρία του έργου να επικολλήσει τα σχετικά ένσηµα του Ι.Κ.Α βαρυνόµενη η ίδια µε τη σχετική δαπάνη.
Σε εκτέλεση της συµφωνίας αυτής άρχισαν αµέσως στις 10-9-2004 οι εργασίες εκσκαφής µε την παρουσία και κατ' εντολή του µηχανικού της εναγοµένης Γ. Τ.. Στην αρχική του προσφορά ο ενάγων δεν είχε προβλέψει τα επιπλέον σίδερα που τελικώς χρειάστηκαν λόγω των εντολών του επιβλέποντα µηχανικού και ανερχόταν σε 1232 κιλά, µόνωση - διογκωµένη πολυστερίνη, 4 δέµατα αποστάτες, ρευστοποιητές 3 δοχεία, ένσηµα ΙΚΑ για 139 ηµεροµίσθια που κατέβαλε κατ' εντολή και για λογαριασµό της εναγοµένης στους εργάτες και σε εκτέλεση δικής της συµφωνίας µε τους εργάτες και 16 ηµεροµίσθια που προέκυψαν για τις επί πλέον εργασίες των σιδεράδων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συνολική αξία του έργου ήταν 70.096,00 ευρώ και ειδικότερα ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσείουσας, περί καταβολής στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, των ποσών των 31.485 και 33.123 ευρώ στις 20-11-2004 και 17-1-2005, αντίστοιχα, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό (όπως περιορίστηκε με τις προτάσεις) των 31.096 ευρώ.
Οι ως άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις τόσο ως προς τον προσδιορισμό της "ποιοτικής και ποσοτικής εκτέλεσης του έργου που ανατέθηκε στον ενάγοντα όσο και ως προς το σύνολο των υλικών κατά ποιότητα και ποσότητα και των ημερομισθίων" που απαιτήθηκαν για την αποπεράτωσή του. (αιτιάσεις στις οποίες περιορίζεται ο τρίτος λόγος της αναίρεσης).
Ειδικότερα περιγράφει τόσο το έργο που τελικά εκτέλεσε και παρέδωσε ο αναιρεσίβλητος εργολάβος, όσο και το ποσό στο οποίο ανήλθε η αμοιβή του, με βάση τις τιμές που είχαν συμφωνηθεί, κατά μονάδα, κάθε κατηγορίας εργασιών. Έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι εξέθεσε σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα, που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 681, επομ. 688, 694 ΑΚ τις οποίες και εφάρμοσε.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς τα παραπάνω η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2009 αίτηση της Ε. Χ. για αναίρεση της 5732/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ