Legislator Case Law & Legislation
254/2011 AI generated

254/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 254/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.

Legislator headnote

AI generated

254/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
negotiable instrument banking documents reproduction and imitation of banknotes banking policy delegation of payment bank charges
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 254 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Περιορισμένη ευθύνη ανώνυμη εταιρεία με ν.δ 17-7/23-8-1923 – Πλαστογράφηση επιταγής και είσπραξή της – ευθύνη πληρώτριας τράπεζας – ανεπαρκής αιτιολογία για έλλειψη συνυπαιτιότητας της δικαιούχου εταιρίας, κατά την εποπτεία προστημένων υπαλλήλων της, που έχει τη διαχείριση της επιταγής που πλαστογραφήθηκε.

ΑΡΙΘΜΟΣ 254/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωτσοβίλη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 21-1-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7944/1995 μη οριστική, 3213/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5760/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως όπως εκτιμάται και όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντίδικου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-23/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία", οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας που πλήρωσε μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ'ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι' επιταγής" και από το άρθρο 35 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιούται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας προστήσασας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Εναγόμενη η τράπεζα προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εκδότης από υπαιτιότητα αυτής κατά την πληρωμή επιταγής, λόγω πλημμελούς ελέγχου της γνησιότητας της επιταγής και συνεπώς και της υπογραφής του εκδότη, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει συνυπαιτιότητα αυτού σχετικά με τη φύλαξη του εντύπου της επιταγής και τον έλεγχο της κινήσεώς της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 332 και 334 του Α.Κ..

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 28-7-1998 το εφεσίβλητο υπέβαλε στην εκκαλούσα την υπό την ίδια ημερομηνία αίτησή του με την οποία ζήτησε να του χορηγηθούν 15 στελέχη των 50 επιταγών, καθόσον αυτό, δυνάμει των διατάξεων του ΑΝ 1611/1950 "περί καταθέσεων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Ταμείων", διατηρεί υποχρεωτικά τα κεφάλαιά του στην εκκαλούσα, η οποία και διεξάγει την ταμιακή διαχείρισή του και τηρεί σε αυτή τον υπ' αριθ. 270/3 λογαριασμό του.

Η εκκαλούσα πράγματι χορήγησε στο εφεσίβλητο τα άνω στελέχη των επιταγών με αριθμούς …-… και υπογράφηκε προς τούτο σχετική δήλωση παραλαβής. Το στέλεχος επιταγών με αύξ. αριθμούς … έως … δόθηκε προς χρήση στη Δ3 Διεύθυνση Χρηματικών Παρακαταθηκών του εφεσίβλητου. Μεταξύ των επιταγών αυτών περιλαμβανόταν και η υπ' αριθ.

… επιταγή. Η επιταγή αυτή με ημερομηνία εκδόσεως 30.1.1989, σε διαταγή Μ. Κ. Τ., ποσού 30.000.000 δραχμών, φέρουσα στη θέση του εκδότη τις υπογραφές των εξουσιοδοτημένων προς τούτο υπαλλήλων του εφεσιβλήτου Α. Σ. (Διευθυντή), Ι. Λ. Κ. (τμηματάρχη) και Ι. Μ. (ταμία) εμφανίστηκε προς πληρωμή στο ταμείο του Τμήματος Δημοσίων Οργανισμών της εκκαλούσας στις 31.1.1989 και πληρώθηκε.

Η επιταγή όμως αυτή είχε αφαιρεθεί παράνομα από την κατοχή του εφεσιβλήτου από άγνωστο πρόσωπο και αφού συμπληρώθηκε κατά τα άνω στοιχεία της εμφανίσθηκε προς πληρωμή". Κατόπιν το Εφετείο, αφού δέχεται ότι οι υπογραφές των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου-ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) για την έκδοση της ως άνω επιταγής δεν ήταν γνήσιες και η μη γνησιότητα των υπογραφών αυτών στην επιταγή ήταν διαγνώσιμη με επιμελή έλεγχο από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εκκαλούσας-εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), τόσο επειδή αυτοί γνώριζαν τις γνήσιες υπογραφές εκείνων λόγω προηγούμενων συναλλαγών τους, όσο και επειδή είχαν δυνατότητα αντιπαραβολής των πλαστών υπογραφών με τα τηρούμενα στο αρχείο της αναιρεσείουσας γνήσια δείγματα αυτών των υπογραφών, κρίνοντας ότι για την από βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας πληρωμή του ποσού (30.000.000 δραχμών) της πλαστής επιταγής υπέστη το αναιρεσίβλητο ζημία ίση με το ποσό της επιταγής, που πληρώθηκε με χρέωση του λογαριασμού του, συνεχίζει: "Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το εφεσίβλητο συντέλεσε και από δικό του πταίσμα στην παραγωγή του άνω αποτελέσματος, για το λόγο ότι επέδειξε αμέλεια περί τη φύλαξη και περί τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του και συνεπώς και της επίδικης, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Ειδικότερα, αυτή (εκκαλούσα), η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, βαρύνεται με την απόδειξη των θεμελιούντων την αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου περιστατικών σχετικά με τη φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του, δεν απέδειξε τέτοια περιστατικά, καθόσον η μάρτυρας, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του, κατέθεσε μόνον ότι "...

εάν είχαν τηρηθεί οι κανόνες φύλαξης της επιταγής, των σφραγίδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη σφράγισή τους και των δειγμάτων των υπογραφών, που έφερε η επιταγή εκ μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν θα είχε εξοφληθεί η επιταγή ..." και ότι "... η επιταγή αυτή δεν εδηλώθη ποτέ απωλεσθείσα ή κλαπείσα μέχρι την εξόφλησή της, στις 31.1.1989", χωρίς να προσδιορίζει και συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η οφειλόμενη ενέργεια ή παράλειψη περί την φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου και η εντεύθεν επικαλούμενη αμελής συμπεριφορά τους.

Ούτε, εξάλλου, και από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η ύπαρξη συγκεκριμένων περιστατικών τέτοιας αμελούς συμπεριφοράς των άνω υπαλλήλων του εφεσιβλήτου. Αντίθετα από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του εφεσιβλήτου αποδείχθηκε ότι οι επιταγές αυτού φυλάσσονται στο χρηματοκιβώτιο και στη συνέχεια δίνονται στις διάφορες διευθύνσεις του για τις ανάγκες των συναλλαγών τους, όπου φυλάσσονται και πάλι σε κλειδωμένα συρτάρια των αρμοδίων υπαλλήλων.

Η μη φύλαξη δε αυτών αποκλειστικά στο χρηματοκιβώτιο δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελής συμπεριφορά, αφού αυτές πρέπει να διανεμηθούν στις διάφορες διευθύνσεις του για την εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών τους, όπου όμως η φύλαξή τους και πάλι γίνεται σε ασφαλές μέρος (κλειδωμένα συρτάρια). Η αφαίρεση δε της επίδικης επιταγής από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε πώς έγινε.

Επιπλέον, ναι μεν η επίδικη επιταγή πρέπει να αφαιρέθηκε από την κατοχή του εφεσιβλήτου το αργότερο μέχρι τις 14.10.1988, δεδομένου ότι το στέλεχος των επιταγών, στο οποίο περιείχετο αυτή, αναλώθηκε από τη Δ3 Διεύθυνση του εφεσιβλήτου μέχρι και τις 13.10.1988, και επιστράφηκε μετά την εξάντληση των επιταγών στη Δ1Ο Διεύθυνση Λογιστηρίου αυτού στις 14.10.1988, το γεγονός όμως και μόνον, ότι δεν δηλώθηκε η αφαίρεσή της από τότε μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμή, δεν αποδεικνύει αμελή συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων του εφεσιβλήτου ως προς τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του.

Ο ισχυρισμός, επομένως, της εκκαλούσας περί συνυπαιτιότητας του εφεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας, γιατί οι αρμόδιοι υπάλληλοί του επέδειξαν αμέλεια περί την φύλαξη και τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εγκαίρως προταθείσα και με την έφεση παραδεκτώς επαναφερθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, λόγω αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων του ως προς τη φύλαξη και τον έλεγχο κινήσεως της επίμαχης επιταγής και την παράλειψη να ενημερώσει για την απώλειά της την αναιρεσείουσα, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 334 παρ.1 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο φύλασσε τις επιταγές του σε χρηματοκιβώτιο και στη συνέχεια δίνονταν σε διάφορες διευθύνσεις του για τις ανάγκες των συναλλαγών τους, φυλασσόμενες και πάλι σε κλειδωμένα ερμάρια των αρμοδίων υπαλλήλων με τρόπο ασφαλή και ότι δεν αποδείχθηκε πώς έγινε η αφαίρεση της επίδικης επιταγής, ενώ δεν καθίσταται σαφές γιατί, εφόσον τηρούνταν τα μέτρα ασφαλούς φύλαξης των επιταγών και ελεγχόμενης διακινήσεως καθεμίας από αυτές στις επί μέρους διευθύνσεις για συγκεκριμένες συναλλαγές, αφενός μεν δεν εξακριβώθηκε ο υπάλληλος (και η υπηρεσία) που ανέλαβε να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη συναλλαγή με την επίμαχη επιταγή και συνεκδοχικά οι περιστάσεις που οδήγησαν σε πλαστογράφησή της, αφετέρου δε δεν γίνεται λογικός συσχετισμός με το ότι η συμπλήρωση της επιταγής υποδηλώνει γνώση των ονομάτων και των υπογραφών τους που έπρεπε να πλαστογραφηθούν, όπως και της διαδικασίας είσπραξης της επιταγής που ακολούθησε. 2) Ενώ δέχεται ότι το στέλεχος της επίδικης επιταγής είχε αναλωθεί μέχρι τις 14-10-1988, οπότε πρέπει να είχε και αυτή εκφύγει από την κατοχή του αναιρεσιβλήτου, με ελλιπή αιτιολογία κρίνεται, ότι δεν υπήρξε αμελής συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων του τελευταίου ως προς τον έλεγχο της κινήσεως των επιταγών του και τη μη δήλωση της αφαίρεσης της ως άνω επιταγής μέχρι την εμφάνισή της (31-1-1989) προς την αναιρεσείουσα, χωρίς να προσδιορίζεται:

α)γιατί δεν υπήρχε υποχρέωση των υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, ως μετρίως συνετών κοινωνικών ανθρώπων στα πλαίσια της έννομης σχέσης από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση επιταγής, να ελέγξουν την απώλεια της ως άνω επιταγής μετά την εξάντληση του συνολικού στελέχους ενσωμάτωσής της, ειδοποιώντας σχετικά την πληρώτρια της επιταγής αναιρεσείουσα για να προλάβουν την πληρωμή της από μη δικαιούχο (πλαστογράφο) και β) γιατί ο χρόνος των 98 ημερών από την απώλεια της εν λόγω επιταγής μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμή δεν ήταν αρκετός για να ειδοποιηθεί η αναιρεσείουσα από τους υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου ως προς την απώλεια της επιταγής, ώστε να προληφθεί η πληρωμή της.

Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται και όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5760/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ