254/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Legislator headnote
AI generated254/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων, κατόπιν επιτυχίας του σε εξωτερικό διαγωνισμό, προσελήφθη από την αναιρεσείουσα - εναγομένη την 30.8.1972 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και μετά διαδοχικές προαγωγές κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1.7.1994. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ από το έτος 1972 και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Master) στο Οικονομικό από το έτος 1977 και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 254 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 254/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κονταβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1246/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7353/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό την αίρεση ότι το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας θα χορηγήσει με απόφασή του την προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες στον Οργανισμό αυτής προϋποθέσεις (άρθρο 201 Α.Κ.). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αίρεσης παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ.).
Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν παραλείπει την προαγωγή υπαλλήλου του, ο οποίος υπερέχει καταφανώς κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι άλλου προαχθέντος συναδέλφου του. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής: Κατά το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας - εναγομένης Τράπεζας της Ελλάδος, η προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή γίνεται ύστερα από ευδόκιμη υπηρεσία ενός τουλάχιστον έτους στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου κατ' απόλυτη εκλογή, με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της.
Ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων, κατόπιν επιτυχίας του σε εξωτερικό διαγωνισμό, προσελήφθη από την αναιρεσείουσα - εναγομένη την 30.8.1972 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και μετά διαδοχικές προαγωγές κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1.7.1994. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ από το έτος 1972 και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Master) στο Οικονομικό από το έτος 1977 και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα.
Μέχρι τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγών του 1999 είχε παρακολουθήσει επτά (7) σεμινάρια με θέματα: α) βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων, β)διοικητική επιμόρφωση - Management για προϊσταμένου υπηρεσιών και αρχιλογιστών από 14.4.1986 μέχρι 18.4.1986, γ) διοικητική επιμόρφωση για αποτελεσματική διαχείριση χρόνου - διαπραγματεύσεις από 1.6.1987 μέχρι 3.6.1987, δ) εκπαίδευση εισηγητών, ε) σεμινάριο SWIFT, στ) συνάλλαγμα, ζ) αξιολόγηση προσωπικού, πρώτο και δεύτερο μέρος.
Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 19.6.1981, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 24.12.1982, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 28.11.1986, Προϊσταμένου Τμήματος Εξωτερικού Συναλλάγματος από 3.12.1990, Προϊσταμένου Τμήματος Ελεγκτικών Εργασιών από 12.2.1993, Προϊσταμένου Τμήματος Επιμόρφωσης Προσωπικού από 31.12.1993, Προϊσταμένου Τμήματος Γραφείου Συμψηφισμού Αθηνών από 1.11.1995, πλην όμως εκτελεί καθήκοντα Διευθυντή.
Κατά τη διετία 1987 - 1988 είχε οριστεί εισηγητής και δίδαξε σε διάφορα επιμορφωτικά σεμινάρια για τους υπαλλήλους σε διάφορα θέματα. Είχε συμμετάσχει κατ' επανάληψη σε ομάδες εργασίας και διάφορες επιτροπές. Εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα για διάφορα θέματα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Στα φύλλα επίδοσης που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.10.1986 έως 30.9.1989 επί οκτώ κριτηρίων αξιολόγησης ο αναιρεσίβλητος με άριστα το "1", βαθμολογήθηκε κατά το έτος 1987 με επτά "1" και ένα "2" και κατά τα έτη 1988 και 1989 με οκτώ "1" και στις δύο περιπτώσεις.
Στα φύλλα αξιολόγησης ο αναιρεσίβλητος χαρακτηρίζεται ως άριστος υπάλληλος, ο οποίος έχει άψογη συμπεριφορά και εξαίρετο ήθος, διακρίνεται ιδιαίτερα για το υπηρεσιακό του ενδιαφέρον και τις ικανότητές του και συνεργάζεται άριστα με όλους. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν την 1.11.1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας παραλείποντας τον αναιρεσίβλητο, προήγαγε, μεταξύ άλλων, τους αναφερομένους επτά (7) ομοιόβαθμους συναδέλφους του, τους οποίους προτείνει για σύγκριση.
Από αυτούς ο Β. Κ. είχε προσληφθεί την 13.8.1974 και είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου την 1.7.1994. Είναι κάτοχος πτυχίων ΠΑΣΠΕ Πολιτικών Επιστημών και ΠΑΣΠΕ Δημοσίας Διοίκησης. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα (χωρίς κάποιο δίπλωμα) και παρακολούθησε δύο (2) σεμινάρια (Βασικού Προγράμματος Management και εφαρμοσμένης Διοίκησης GRID).
Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21.2.1991, Προϊσταμένου Τμήματος από 16.2.1995, Υποδιευθυντή υποκαταστήματος από 21.10.1996, ενώ από 19.3.1999 ασκεί καθήκοντα Υποδιευθυντή στη Διεύθυνση ταμείων του Κεντρικού Καταστήματος. Στα φύλλα επίδοσης των ετών 1987, 1988 και 1989 είχε, αντίστοιχα, βαθμολογίες έξι "1" και δύο "2", έξι "1" και δύο "2" και επτά "1" και ένα "2".
Το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος υπερείχε καταδήλως τόσον του άνω προαχθέντος συναδέλφου του όσον και ετέρων προαχθέντων και ότι εκ τούτου η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του εμποδίστηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας εναντίον της καλής πίστεως. Με βάση τα ανελέγκτως δεκτά από την προσβαλλομένη πραγματικά περιστατικά ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και του ρηθέντος συναδέλφου του Β.
Κ. προκύπτει υπεροχή του πρώτου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην επιμόρφωση, στην υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και την άσκηση καθηκόντων ευθύνης και ισοδυναμία τους ως προς τους τίτλους σπουδών και την αρχαιότητα του κατεχομένου βαθμού. Εντεύθεν ανακύπτει, εκ των ως άνω προσόντων τους συνολικώς εκτιμωμένων, κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του προαχθέντος.
Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε έτσι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης. Περαιτέρω οι αυτοί λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλομένη κατά την κρίση της περί καταδήλου υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι και των λοιπών αναφερομένων σ' αυτή συναδέλφων του, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού αρκεί για την στήριξη του διατακτικού της η παραπάνω, μη πληττομένη επιτυχώς, κρίση της, δηλαδή η περί καταδήλου υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι του ρηθέντος συναδέλφου του Β. Κ..
2. Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 11 σε συνδυασμό με αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον συνταγέντα από την ορισθείσα από το Διοικητή της αναιρεσείουσας γνωμοδοτική επιτροπή πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων για την προαγωγή που επικαλέστηκε και προσκόμισε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφασή του προκύπτει, ρητώς μνημονεύει τον τρόπον συστάσεως της εν λόγω επιτροπής, τον ως άνω από αυτήν συνταγέντα πίνακα και τα κριτήρια που έλαβε αυτή υπόψη για τη σύνταξή του και διαλαμβάνει περαιτέρω ότι η σειρά αξιολόγησης του προς προαγωγή κρινομένου υπαλλήλου στους σχετικούς πίνακες, που συντάσσονται από την ανωτέρω, κατά το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού, γνωμοδοτική επιτροπή ή ακόμη και η παράλειψη αναφοράς στους πίνακες υπαλλήλου, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να κριθεί, δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο για την από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας κρίση προς προαγωγή, αλλά προϊόν αξιολογικής κρίσης αυτής, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών, ως υπηρεσιακή εισήγηση για τους υποψηφίους για προαγωγή, σκοπεί δε να προπαρασκευάσει και διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου, την οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν υποκαθιστά, ούτε δεσμεύει, και δεν περιλαμβάνεται στα κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού και Κανονισμού της αναιρεσείουσας τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Επομένως το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφον και μόνον ως προς την σε αυτό σειρά αξιολογήσεως δέχθηκε ανελέγκτως ότι αυτή δεν αποτελεί τυπικό ή ουσιαστικό προσόν του κρινομένου υπαλλήλου.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά την θεμελίωσή του επί του αρ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την άνω αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά την επικαλουμένη θεμελίωσή του επί του αρ. 19 του ιδίου άρθρου και την προβολή αντιφάσεων σε σχέση με την αποδεικτική αξία που απέδωσε το Εφετείο στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αναιρέσεως από την διάταξη αυτή ιδρύεται μόνον επί ελλείψεων, αντιφάσεων και ασαφειών στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι επί τοιούτων ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, εφόσον το αποδεικτικό της πόρισμα είναι σαφές, ως εν προκειμένω, κατά τα προηγουμένως εκτεθέντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 7353/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ