Supreme Court dismisses appeal on moral complicity in forgery due to sufficient evidence of persuasion and inducement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a lower court conviction for moral complicity in forgery. The court found that the appellant successfully induced the physical perpetrator through persuasion, threats, and promises of payment, satisfying the subjective intent required for complicity. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible due to lack of specific reasoning and the abolition of the cited legal ground.
Legislator headnote
AI generatedArt. 46(1)(a) Penal Code; Art. 216(1), (2) Penal Code; Art. 510(1)(D), (E) Code of Criminal Procedure: Moral complicity in forgery requires objective inducement and subjective intent, and appeals lacking specific reasoning or citing abolished grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2546 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2546/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 2146/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση η ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως.
Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και τον σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν η πλαστογραφία γίνεται για άλλον σκοπό, εκτός από εκείνο που προβλέπει το άρθρο 217 ΠΚ, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το άρθρο τούτο (μαρτυρικά και πιστοποιητικά), εφαρμογή έχει η γενική διάταξη του άρθρου 216 και όχι η εξαιρετική του άρθρου 217 ΠΚ.
Το βασικό διακριτικό γνώρισμα μεταξύ πλαστογραφίας της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 217 ΠΚ συνίσταται στο ότι, αφενός μεν στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. γ ΠΚ έγγραφα, αλλά απ' αυτά μόνο πιστοποιητικά, τα μαρτυρικά ή και κάθε άλλο έγγραφο, το οποίο δύναται συνήθως να χρησιμεύσει σαν τέτοιο και αφετέρου, ως προς τον σκοπό για τον οποίο τελείται τούτο.
Δηλαδή ο σκοπός για τον οποίον τελείται η ως άνω αξιόποινη πράξη, πρέπει να αποβλέπει μόνο για την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή τέλος την κοινωνική πρόοδο του δράστη ή κάποιου άλλου, χωρίς η ωφέλεια ή η ζημία, η προερχομένη από την πράξη αυτή να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της παραβάσεως της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και τούτο γιατί η ζημία και η ωφέλεια από την πράξη του άρθρου 217 ΠΚ έχουν δευτερεύουσα στην περίπτωση αυτή σημασία και γι' αυτό δεν ανήχθησαν αυτά από το νόμο σε συστατικά στοιχεία της πράξεως αυτής.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη, που διέπραξε.
Ειδικώς, για τον δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται, και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, των ισχυρισμών, που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, και στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, με πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση αμοιβής, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να καταρτίσει εξ υπαρχής την υπ' αριθμ. ...../28.11.2002 πλαστή γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι5) εκ του λόγου ότι δήθεν έπασχε από "μόνιμη οστεοαρθριτική βλάβη του δεξιού γόνατος συνδεσμικής αρχής με λειτουργικές διαταραχές", ενώ το ως άνω έγγραφο δεν αφορούσε κρίση της ικανότητας του κατηγορουμένου για στράτευση, αλλά του Α, ο οποίος παρακολουθείται στρατολογικά από το Στρατολογικό Γραφείο Αττικής και ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε προέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών, κατά το έτος 2002.
Του ως άνω πλαστού εγγράφου, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση στις 30.12.2002, ενώπιον του Στρατολογικού Γραφείου ανατολικής Αττικής και έτσι πέτυχε να απαλλαγεί από τη στρατιωτική του θητεία, καθώς συντάχθηκες σχετικό φύλλο μητρώου, που βεβαίωνε την δήθεν σωματική του ανικανότητα, βάσει του ως άνω εγγράφου, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στο βιβλίο πρωτοκόλλου του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής, μέσω στρατιωτικού ταχυδρομείου στις 30.12.2002, με αριθμό πρωτοκόλλου ...../2002.
Εξ άλλου, η γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας στρατευσίμου δεν εμπίπτει στην έννοια των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 1 του Π.Κ. πιστοποιητικών, διότι η αποφυγή εκπληρώσεως των στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του στρατευσίμου.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί χαρακτηρισμού της πράξεως, ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία πιστοποιητικού με χρήση". Με τα δεδομένα δε αυτά που αναφέρθηκαν, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη.
Από τις προαναφερόμενες παραδοχές και από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή περιέχει τα απαιτούμενα κατά την ανωτέρω μείζονα σκέψη στοιχεία για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε.
Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα.
Ειδική αιτιολόγηση ή συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία. Β) εκτίθενται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα μέσα και ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος να πείσει τον φυσική αυτουργό να διαπράξει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα εκτίθεται σ' αυτή ότι ο αναιρεσείων με προτροπές, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα αλλά και την υπόσχεση αμοιβής έπεισε τον αυτουργό να πλαστογραφήσει το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη έγγραφο (γνωμάτευση) αναλύοντας και τον σκοπό που επιδίωκε και ο ίδιος με τη διάπραξη από τον φυσικό αυτουργό της εν λόγω αξιόποινης πράξεως.
Ειδικώς, ως προς τον δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας στην άδικη πράξη της πλαστογραφίας, δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής στον φυσικό αυτουργό της αποφάσεως, λόγω της επιρροής του ηθικού αυτουργού, στον φυσικό αυτουργό, προς τέλεση από τον τελευταίο της άδικης πράξεως που διαπράχθηκε.
Περαιτέρω, η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση, αλλά εκείνη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού, έγινε με ειδική αιτιολογία, αν και δεν έχρηζε ιδιαίτερης απαντήσεως και αιτιολογίας, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και, επομένως, αιτιολογείται η απόρριψή του, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή του.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για έλλειψη νόμιμης βάσεως αυτής, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση, αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Τέλος, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται η διάταξη του Ποινικού Κώδικα ή άλλου ποινικού νόμου, βάσει του οποίου καταδικάστηκε ο αναιρεσείων είναι απορριπτέος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται το άρθρο 216 παρ. 2 και 3 Π.Κ., ο λόγος αυτός, ως αυτοτελής λόγος αναιρέσεως, φερόμενος υπό το στοιχείο Η' στο άρθρο 510 ΚΠΔ, έχει καταργηθεί με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003.
Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2146/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ