2541/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated2541/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αξία των εμπορευμάτων προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων.'' χωρίς να παρατίθενται και σχετικές σκέψεις και συλλογισμοί περί του ποσού της ζημίας ή του οφέλους το οποίο επιδίωξε ο αναιρεσείων όπως και χωρίς να γίνεται και σχετική παραπομπή στις σχετικές σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ώστε με την παραπομπή αυτή να καλυπτόταν η εμφανιζόμενη έλλειψη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2541 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2541/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 289/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Ζ και 2) Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 682/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 245/13.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ'αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 50/13-3-2008 αίτηση του Χ δια πληρεξουσίου η οποία είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 289/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία ως προς τις κατηγορίες της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος και βλάβη τρίτου που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και της παράβασης του άρθρου 66& 1,3,ν. 2121/93 κατ' επάγγελμα η με αριθμ. 479/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 2127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένο λόγο της, έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ( άρθρ. 484 & 1 δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος. Ο προβαλλόμενος λόγο συνίσταται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις προς στήριξη της κατηγορίας και ειδικότερα δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα το συγκροτούν την κακουργηματική πλαστογραφία ποσό ζημίας των εγκαλούντων και της αντίστοιχης ωφέλειας του αναιρεσείοντα καθ' όσον στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται αυθαίρετα ότι το ποσό της ζημίας και της αντίστοιχης ωφέλειας του αναιρεσείοντα υπερβαίνει το ποσό των 15.000 χωρίς να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ποσό όπως και ότι οι τυχόν ζημιωθέντες από τις πράξεις αυτές δεν είναι οι εγκαλούντες αλλά άλλοι και συγκεκριμένα αυτοί στους οποίους είχαν εκχωρήσει δια συμβάσεως το δικαίωμα χρήσης οι εγκαλούντες.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η διάταξη της τελευταίας παραγράφου ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α' του Ν.2408/1996 και αντικ. με το άρθρο 14&2α του ν. 2721/99 ''παρ. 1 Όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση....
παρ. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.370 ευρώ .Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των "δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ".
Με τις διατάξεις αυτές θεσμοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος χάριν της προστασίας των υπομνημάτων τα οποία αποτελούν διακινούμενα έγγραφα με ουσιώδες περιεχόμενο και από τα οποία πηγάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου του καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου ή του εγγράφου που νοθεύτηκε παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον, με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επιρροή ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή βλάβη του τρίτου. Και ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 14&2α του Ν 2721/99 για τον υπολογισμού του ποσού της ζημίας στις κατ 'εξακολούθηση πλαστογραφίες λαμβάνεται υπ' όψη του συνολικό όφελος ή ζημίας στο οποίο απέβλεψε ο κατηγορούμενος( ΑΠ 467/2002, ΑΠ 2170/2002, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1142/2003).
Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως στο παραπεμπτικό βούλευμα από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν εκθέτει σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων προς συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος, για το οποίο έκρινε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και κατέληξε στην κρίση του αυτή . ( ΑΠ Ολ. 2/2002,ΑΠ 814/2000 ΑΠ 1167/2000 ΑΠ 854/2004ΑΠ 1504/2004ΑΠ 1984/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Κατά την διάρκεια ελέγχου στο κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων των Ζ και Ψ που έγινε μετά από μήνυση των εγκαλούντων περί του ότι διέθεταν στην αγορά έτοιμα ενδύματα με αναπαραστάσεις πουλιών ,και ζώων φιγουρών και σχεδίων για τα οποία οι εγκαλούντες είχαν την αποκλειστική χρήση τους και τα οποία παραχωρούσαν για χρήση σε τρίτους κατόπιν αδείας τους, βρέθηκε ποσότητα από 300 τεμάχια ετοίμων ενδυμάτων τα οποία έφεραν με μεταξοτυπία αποτυπωμένα σ' αυτά, σχέδια, φιγούρες, πουλιά και ζώα , από αυτά που αναφέρονται παραπάνω και για τα οποία οι εγκαλούντες έχουν την αποκλειστική χρήση με κατοχυρωμένα σ' αυτούς τα πνευματικά τους δικαιώματα.
Ο αναιρεσείων συνομολόγησε ότι έκανε εκτύπωση των παραστάσεων σε υφάσματα για λογαριασμό των δύο άλλων κατηγορουμένων ισχυρίστηκε όμως ότι οι εκτυπώσεις που έκανε αφορούσαν άλλα ζώα, φιγούρες και σχέδια σε αντίθεση με τα αναφερόμενα από τους δύο άλλους κατηγορούμενους οι οποίοι ανέφεραν ότι τις εκτυπώσεις αυτές τις έκανε ο αναιρεσείων και επέδειξαν και σχετικό τιμολόγιο. Ο αναιρεσείων περαιτέρω τόσο στην έφεση του όσο και στη αναίρεση του αναφέρει ότι αφ' ενός μεν οι εγκαλούντες δεν υπέστησαν γιατί αυτοί εκχωρούν την χρήση των παραπάνω σχεδίων φιγουρών και παραστάσεων ζώων και πουλιών σε τρίτους με σχετική αμοιβή και ότι αν υπέστη ζημία την υπέστη αυτός που είχε δυνάμει συμβάσεως το δικαίωμα για την χρήση αυτών των παραστάσεων και ότι η ζημία η οποία προέκυψε από την εκτύπωση των παραστάσεων αυτών με βάσει των αριθμό των τεμαχίων ετοίμων ενδυμάτων που βρέθηκαν στο κατάστημα των δύο άλλων κατηγορουμένων δεν υπερβαίνει τα 2750 ευρώ. και εν πάση περιπτώσει το ποσό αυτό είναι πολύ μικρότερο από τις 15.000 ευρώ που απαιτείται για την συγκρότηση των κακουργηματικών πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται.
Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα ως προς το ότι την ζημία προκλήθηκε δεν την υπέστησαν οι εγκαλούντες άλλα άλλοι και συγκεκριμένα αυτοί προς του οποίους δυνάμει συμβάσεως είχε εκχωρηθεί το δικαίωμα χρήσης των σχεδίων, των φιγουρών αυτών και των παραστάσεων πουλιών και ζώων κρίνεται αβάσιμοι γιατί το πρωτογενές δικαίωμα προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων που βάσει αυτού προκύπτει η αποκλειστική χρήση αυτών των παραστάσεων ανήκει στους εγκαλούντες οι οποίοι δικαιούνται να το διαθέτουν και οποίοι με την εκχώρηση με σύμβαση μέρους της χρήσης δεν αποκλείονται από την προστασία του υπολοίπου μέρους, όπως και την προστασία των δικαιωμάτων τους για την πνευματική τους ιδιοκτησία.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό περί του ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθεται αιτιολογία σχετικά με το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους του αναιρεσείοντα. Σχετικά με το κεφάλαιο αυτό στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται σαν αιτιολογία για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αναιρεσείοντα το αναφερόμενο στην πρόταση του Εισαγγελέα στις σκέψεις του οποίου επιτρεπτά παραπέμπει το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ότι '..
Η αξία των εμπορευμάτων προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων.'' χωρίς να παρατίθενται και σχετικές σκέψεις και συλλογισμοί περί του ποσού της ζημίας ή του οφέλους το οποίο επιδίωξε ο αναιρεσείων όπως και χωρίς να γίνεται και σχετική παραπομπή στις σχετικές σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ώστε με την παραπομπή αυτή να καλυπτόταν η εμφανιζόμενη έλλειψη.
Η αιτιολογία αυτή η οποία παρατίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα σε απάντηση συγκεκριμένων αιτιάσεων και ισχυρισμών του αναιρεσείοντα κρίνεται ελλιπής αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται παράθεση και ανάλυση γεγονότων και περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το ποσό αυτό και κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος λόγος του αναιρεσείοντα είναι βάσιμος Κατ' ακολουθία των παραπάνω Δια ταύτα Προτείνω Α.
Να γίνει δεκτή η την με αριθμ. 50/13-3-2008 αίτηση του Χ γενομένη δια πληρεξουσίου η οποία είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία προσαρτάται στην έκθεση αναίρεσης, για αναίρεση του με αριθμ. 289/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ' ουσία ως προς τις κατηγορίες της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος και βλάβη τρίτου που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και της παράβασης του άρθρου 66& 1,3,ν. 2121/93 κατ' επάγγελμα και ν' αναιρεθεί το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β. Να αναπεμφθεί στο ίδιο Συμβούλιο για επανάκριση.
Αθήνα την 6 - 5 -2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση: Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται, κατά την παρ. 3 του άρθρου 216 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β' του Μ. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε εκατομμυρίων (15.000.000) δρχ. και ήδη των 15.000 ευρώ, αν πρόκειται για υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ* αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών συμπληρωματικά αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 298/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί να δικασθεί, μεταξύ άλλων πράξεων και με άλλους συγκατηγορουμένους του, και για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος άνω των 15.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού έλαβε υπόψη του τα σ' αυτήν αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την έγκληση, τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα υπομνήματα που αυτοί κατέθεσαν και όλα τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, δέχθηκε ότι προέκυψαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά:
Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Απριλίου του έτους 2005 και μέχρι και την 26η Απριλίου του έτους 2005, οπότε συνελήφθη ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντα Ψ, πρωτίστως, κατασκεύασε τα κάτωθι αναφερόμενα ενδύματα, επί των οποίων στη συνέχεια έθεσε χωρίς την άδεια των νομίμων δικαιούχων, κατ' απομίμηση, τα αναφερόμενα πιστά μη γνήσια αντίγραφα χαρακτήρων, σχεδίων, σημάτων, διακριτικών γνωρισμάτων, μορφών και φιγουρών.
Ειδικότερα, σε έλεγχο που έγινε από Αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως την 26.4.2008 στο κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων στην οδό ... στην ... που διατηρούσαν οι Ζ και Ψ, συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντα, διαπιστώθηκε ότι πωλούσαν ενδύματα τα οποία έφεραν επ' αυτών εξωτερικά, παραστάσεις ηρώων κινουμένων σχεδίων, Μίκυ Μάους Μίνι Μάους, Τουίτυ, Λόλα Μπάνυ κ.λ.π.
Τα σχέδια αυτά οι παραστάσεις και διακριτικά γνωρίσματα είχαν τοποθετηθεί κατ' απομίμηση των γνησίων χωρίς την άδεια αυτών που είχαν το δικαίωμα να τα χρησιμοποιούν. Ευρέθησαν δε και κατασχέθηκαν στο παραπάνω κατάστημα τα εξής εμπορεύματα 1) τριάντα τρία (33) μπλουζάκια στα οποία έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ" ("MICKEY MOUSE") φιγούρα που απεικονίζει ποντικό, χωρίς την άδεια της δικαιούχου αυτού εταιρίας με την επωνυμία "Disney Enterprises, Ιηc." ("Ντίσνεϋ Εντερπράϊζις Ινκ.), 2) α) εβδομήντα επτά (77) μπλουζάκια στα οποία έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΤΟΥΙΤΙ" (TWEETY) -φιγούρα που απεικονίζει καναρίνι, β) είκοσι επτά (27) μποξεράκια στα οποία έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΤΟΥΙΤΙ" (TWEETY) φιγούρα που απεικονίζει καναρίνι, γ) είκοσι εννέα (29) μπλουζάκια στα οποία, έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΛΟΛΑ ΜΠΑΝΥ" ("LOLA BUNNY") - φιγούρα που απεικονίζει θηλυκό λαγό, δ) ογδόντα επτά (87) μπλουζάκια στα οποία έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΠΕΠΕ ΛΕ ΠΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΝΕΛΟΠΕ" (PEPE LE PEW & PENELOPE) - φιγούρα που απεικονίζει κουνάβι και γάτα, χωρίς την άδεια της δικαιούχου αυτού εταιρίας με την επωνυμία "WARNER BROS.
ENTERTAINMENT INC." (TOYOPNEP ΜΠΡΟΣ ENTEPTEINMENT INK.), και 3) σαράντα επτά (47) μπλουζάκια στα οποία έθεσαν κατ' απομίμηση πιστά αντίγραφα του χαρακτήρα, σχεδίου, σήματος, διακριτικού γνωρίσματος, μορφής και φιγούρας "ΜΠΕΤΙ ΜΠΟΥΠ" (BETTY BOOP) - Φιγούρα που αναπαριστά τη μορφή γυναίκας, χωρίς την άδεια της δικαιούχου αυτού εταιρίας με την επωνυμία-"FLEISCHER STUDIOS INC." (ΦΛΑIΣΕΡ ΣΤΟΥNTIΟΣ ΙΝΚ).
Επιπροσθέτως, τύπωσαν κατ' απομίμηση χωρίς την άδεια των νομίμων δικαιούχων τα ανωτέρω πιστά μη γνήσια αντίγραφα των χαρακτήρων, σχεδίων, σημάτων, διακριτικών γνωρισμάτων, μορφών και φιγούρων στον κατάλογο δειγμάτων ενδυμάτων που αφορά την άνοιξη -καλοκαίρι του 2005, ο οποίος κατάλογος βρέθηκε στο κατάστημά τους.
Κατά την έρευνα στο κατάστημα παρευρίσκετο ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε στους αστυνομικούς ότι τις στάμπες που φέρουν τα ως ενδύματα τις προμηθεύτηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο, Χ, ο οποίος διατηρεί κατάστημα μεταξοτυπίας, στη ..., Τους παρέδωσε δε και το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με 222/29-3-2005.
Οι ως άνω αναφερόμενες εταιρείες που έχουν το δικαίωμα της εκμετάλλευσης των σημάτων αυτών υπέβαλλαν νομότυπα έγκληση κατά των κατηγορούμενων και ζήτησαν την ποινική δίωξη τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι πράξεις αυτές και των τριών κατηγορούμενων στοιχειοθετούν πλήρως, αντικειμενικά και υποκειμενικά, το έγκλημα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, αφού έθεσαν με απομίμηση επί των αναφερομένων ενδυμάτων πλαστά σημαία διακριτικά γνωρίσματα, παραστάσεις, μορφές και φιγούρες χωρίς να έχουν το δικαίωμα με σκοπό να παραπλανήσουν το καταναλωτικό κοινό ως την προέλευση και την ποιότητα τους, ότι δηλαδή τα ενδύματα αυτά είναι γνήσια προέρχονται από τους νομίμους δικαιούχους αυτών, ότι είναι ποιότητας και έτσι να τα προτιμήσουν και να τα αγοράσουν σε τιμές της αξίας τους.
Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι τα τοποθέτησαν στο κατάστημά τους για να τα πωλήσουν κάνοντας έτσι χρήση αυτών. Την πράξη τους δε την έκαναν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, και το όφελος που συνολικά καρπώθηκαν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αφού γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο των ισχυρισμών των εκκαλούντων - συγκατηγορουμένων όσο και του εκκαλούντος αναιρεσείοντος, ότι ναι μεν συνεργάσθηκε με τους συγκατηγορουμένους του αλλά τους τύπωσε σε ύφασμα άλλες άσχετες με τις υπό κρίση παραστάσεις και ότι η αξία των αντικειμένων είναι πολύ μικρή και δεν στοιχειοθετείται η πράξη σε βαθμό κακουργήματος, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τους ισχυρισμούς όλων των κατηγορουμένων ως αβασίμους, με την αιτιολογία ότι δεν στηρίζονται στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, αλλά αντίθετα αντικρούονται από αυτά.
Το ότι ενέχεται ο αναιρεσείων για την ως άνω πράξη προκύπτει, κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, από τα όσα ισχυρίσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στους αστυνομικούς κατά την ώρα του ελέγχου αλλά και από τα έγγραφα της δικογραφίας, η δε αξία των εμπορευμάτων προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1, 3β και 386 παρ. 1, 3α του Π.Κ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Από το αναφερόμενο στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το ύψος του συνολικού οφέλους του αναιρεσείοντα προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα στην αρχή του αιτιολογικού αυτού αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η δε μνεία μόνο των μαρτυρικών καταθέσεων οφείλεται προδήλως στο ότι τα λοιπάς αποδεικτικά μέσα, τα οποία, επίσης, ελήφθησαν υπόψη, δεν παρέχουν στοιχεία προσδιορισμού του ύψους του συνολικού οφέλους που προσπόρισε στον εαυτό του ο αναιρεσείων από την τελεσθείσα απ' αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας.
Εξάλλου, με τις παραδοχές της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως ότι το ύψος του συνολικού οφέλους, το οποίο καρπώθηκε ο αναιρεσείων από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, διαπράττοντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πλαστογραφίες, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, το Συμβούλιο που το εξέδωσε δεν στέρησε τούτο από την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ αιτιολογία, όσον αφορά την αξιούμενη από την παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ προϋπόθεση για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας.
Ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο: α) να διαλάβει σ' αυτό επί πλέον, σε ποιό ποσό ανερχόταν η ζημία και ποίοι ήταν οι τρίτοι που την υπέστησαν, αφού κατά τη σαφή διατύπωση της παραπάνω διάταξης η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης με την κακουργηματική μορφή της, συγκροτείται διαζευκτικά, τόσο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, όσο και στην περίπτωση που η ζημία που υπέστη τρίτος υπερβαίνει το ως άνω ποσό, β) να καθορίσει με βάση ποίους συλλογισμούς συνήγαγε ότι το ως άνω συνολικό όφελος, το οποίο καρπώθηκε ο αναιρεσείων από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του με την πλαστογραφία των σ' αυτή (εισαγγελική πρόταση) αναφερομένων λεπτομερώς ειδών ένδυσης, υπερβαίνει το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ, αφού αρκούσε για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά της εισαγγελικής προτάσεως ότι στηρίχθηκε για την περί παραπομπής κρίση της στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά το στάδιο της προδικασίας, χωρίς να απαιτείται να καθορίζεται ποιό το επί μέρους όφελός του από καθένα από τα ως άνω διαφορετικά είδη ένδυσης αλλά και να παρατίθεται το περιεχόμενο κατάθεσης καθ' ενός μάρτυρα με την αξιολόγηση και την εκτίμησή της σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 484 πα. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι μ' αυτόν πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.3.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 289/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ