Supreme Court dismisses appeal on false oath conviction, ruling indictment sufficiency does not require linking prior testimony to current case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for perjury regarding false testimony given at a prior administrative proceeding. The appellant argued that the indictment failed to explicitly connect the earlier sworn statements to the current criminal case, violating due process rights. The court held that such a connection is only necessary for the reasoning of the conviction judgment, not the indictment itself, and rejected the claim that this omission violated Article 6 of the ECHR.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Criminal Procedure Code; The indictment must contain specific elements to be valid, but it is not required to explicitly link prior sworn testimony to the current criminal case, as such connection serves only the reasoning of the conviction judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2540 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2540/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 8521/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 21 Ιουλίου 2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δεν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητο για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τρόπο που θα καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως με αριθμό 8521/2007, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύει, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνώ, ανασταλείσαν επί τριετίαν, δεχθέν ειδικότερα, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ένορκα, ως μάρτυρας, ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται, ότι ο μηνυτής και πολιτικώς ενάγων ... διετέλεσε υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, της εταιρείας "ΑΒΕΕ ΝΙΚΗ", που συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την καθολική της διάδοχο εταιρεία "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", με βάση τη 13635/21.12.2000 σύμβαση συγχώνευσης του συμ/φου Πειραιώς Μιχαήλ Λεβέντη.
Μετά τη λύση της εργασιακής του συμβάσεως το 2000 ο μηνυτής άσκησε κατά της πρώην εργοδότιδάς του την από 24/8/2000 αγωγή του, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων και οφειλόμενες αμοιβές του για υπερωριακή και υπερεργασιακή του απασχόληση. Η εν λόγω αγωγή συζητήθηκε στις 2/4/01 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως, ως μάρτυρας, εκ μέρους της εναγομένης, κατέθεσε, μεταξύ άλλων και τα εξής, αναφορικά με την εργασιακή απασχόληση του μηνυτή: " Είχε ελεύθερο ωράριο...
στο ... και στη ... πήγαινε στις 9:30 και έφευγε 2-3 ώρες το μεσημέρι και τις Παρασκευές τα απογεύματα και δύο Σάββατα το μήνα πήγαινε στο .......στις 3:00 το μεσημέρι έφευγε την Τετάρτη και Παρασκευή". Όμως, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, ότι ο μηνυτής από τον Ιούλιο 1996, που έγινε διευθυντής καταστήματος της εργοδότριάς του, μεταξύ άλλων και στα καταστήματα ...
και ..., εργαζόταν από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο κάθε έτους τις πέντε ημέρες της εβδομάδας από 09:00 έως 22:00 κάθε ημέρα και τα Σάββατα από 09:00 έως 19:00 και από το Νοέμβριο έως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους τις πέντε ημέρες από 09:00 έως 21:00 κάθε ημέρα και τα Σάββατα από 09:00 έως 19:00. Λόγω της ως άνω ιδιότητάς του η παρουσία του στα καταστήματα εργασίας του ήταν συνεχής καθ' όλο το πιο πάνω ωράριο, όπως βεβαίωσαν με βάση την άμεση περί τούτου προσωπική τους αντίληψη οι συνάδελφοι του ...., ..., τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και οι μάρτυρες ...
και ... στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά) και δεν αναιρούνται τα εκτιθέμενα από αυτούς από τα κατατεθέντα από μάρτυρα ..., περιφερειακό διευθυντή της εργοδότριας, ο οποίος δεν γνώριζε πόσες ώρες εργαζόταν ο μηνυτής. Επομένως, όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος αναφορικά με τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησης του μηνυτή, δηλαδή ότι είχε ελεύθερο ωράριο, ότι πήγαινε στις 9:30 και έφευγε 2-3 ώρες το μεσημέρι και τις Παρασκευές τα απογεύματα και δύο Σάββατα το μήνα πήγαινε στο ..., καθώς και ότι στις 3:00 το μεσημέρι έφευγε την Τετάρτη και Παρασκευή, ήσαν ψέματα και τα κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους.
Τούτο, διότι κατά το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος ήταν περιφερειακός διευθυντής πωλήσεων της εργοδότριας και άμεσος προϊστάμενος του μηνυτή στα καταστήματα ... και ..., τα οποία επισκεπτόταν και είχε και καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με τον μηνυτή, γνωρίζοντας το ακριβές ωράριο απασχόλησής του.
Άλλωστε, στην επίμαχη κατάθεσή του δεν επικαλείται οποιαδήποτε άλλη πηγή γνώσεων των σχετικώς από αυτόν κατατεθέντων, αλλά φέρεται να τα καταθέτει, ως έχων άμεση δήθεν αντίληψη περί τούτων. Επομένως, στοιχειοθετείται κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά της στοιχεία η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που του αποδίδεται, για την οποία πρέπει, να κηρυχτεί ένοχος και ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του.
Όμως, θα του επιβληθεί μειωμένη ποινή, διότι μέχρι το χρόνο της πράξης του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρα 83 και 84 παρ. 2α ΠΚ).". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση του οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών.
Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση πραγματικά γεγονότα, που έγιναν αντιληπτά από τον κατηγορούμενο και τα οποία είναι ψευδή, επίσης τα γεγονότα τα οποία είναι αληθή, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης και των μεν και των δε όταν κατέθετε ενόρκως ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ήτοι το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της αγωγής του ....
κατά της ΑΕ "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", καθώς και ότι αυτά που κατέθεσε σχετίζονται απολύτως και αφορούσαν το αντικείμενο της αναφερθείσας πολιτικής δίκης, και ειδικότερα της φερόμενες ως οφειλόμενες αμοιβές για υπερωριακή και υπερεργασιακή απασχόληση του πολιτικώς ενάγοντος.
Προσθέτως, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του: α) την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος-μολονότι δεν κάνει ειδική μνεία εις το προοίμιο του σκεπτικού ότι ελήφθη υπόψη και η χωρίς όρκο κατάθεση αυτού (πολιτικώς ενάγοντος)- και τούτο διότι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, αλλά και ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας, και ως τέτοιος εξετάσθηκε, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, η οποία δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και β) την υπ'αρ. 2455/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 24-8-2000 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς και την υπ'αρ. 6520/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, έπειτα από άσκηση έφεσης της εναγομένης, η προαναφερθείσα αγωγή, οι οποίες αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, παρότι τα έγγραφα αυτά δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση.
Επομένως, ο πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προτείνεται η έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, λόγω μη λήψεως υπόψη της χωρίς όρκο καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος και των υπ'αρ. 2455/2001 και 6520/2000 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, της μη αιτιολογίας της γνώσεως του κατηγορουμένου ως προς την αναλήθεια των υπ'αυτού κατατεθέντων και μη αναφοράς ότι τα κατατεθέντα αφορούσαν το αποδεικτέο θέμα στην ανοιγείσα πολιτική δίκη, συνεπεία της από 24-8-2000 αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος με τους λόγους αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 321 παρ.1 του ΚΠΔ "Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: α) Το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του Δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα.. 4) Η τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ποια είναι τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα, προκειμένου να έχει τα στοιχεία της εγκυρότητας και συνακόλουθα να επιφέρει τα εκ του νόμου διαγραφόμενα έννομα αποτελέσματα. 'Όμως, ούτε από τη διάταξη της παραγράφου δ' του ως άνω άρθρου, που, όπως σημειώθηκε ορίζει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ούτε από καμιά άλλη νομική διάταξη, απαιτείται όπως στο κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο ο κατηγορούμενος εισάγεται σε δίκη ως φυσικός αυτουργός, για το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, να προσδιορίζεται ότι αυτά που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της αρμόδιας αρχής, σχετίζονται με το αντικείμενό της, κατά τα άνω, αναφερθείσα πολιτικής δίκης.
Ο προσδιορισμός αυτός είναι αναγκαίος μόνο για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για το έγκλημα αυτό, αποφάσεως.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος των προσθέτων λόγων αναίρεσης περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία επήλθε εκ του λόγου ότι το Δικαστήριο αυτό απέρριψε την ένστασή του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος την οποία είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε με συναφή λόγο έφεσης, ως προς το αναφερόμενο πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, λόγω της μη μνείας σ'αυτό ότι το υπ'αυτού κατατεθέντα ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχαν σχέση και σχετίζονταν με το αντικείμενο της, κατά τα άνω, αναφερθείσας πολιτικής δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Η περαιτέρω αιτίαση ότι η έλλειψη αυτή παραβίασε τα εκ του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ υπερασπιστικά του δικαιώματα, είναι αβάσιμη, πρώτου διότι, αυτοτελώς δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης εκ του ως άνω άρθρου, ενόψει και των όσων προαναφέρθηκαν και δεύτερου, μόνο το γεγονός ότι εμφανίστηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δεύτερο βαθμό, υποβάλλονται τις σχετικές ενστάσεις περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, υποδηλώνει ότι, κάθε άλλο παρά παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Με από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και θα καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθ. 61/28 Ιανουαρίου 2008 αίτηση και τον από 11 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετο αυτής λόγο, του ..., για αναίρεση της υπ'αριθ. 8521/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ