Legislator Case Law & Legislation
253/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership claim, ruling lower court correctly rejected adverse possession due to lack of good faith.

Case Number 253/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment rejecting her ownership claim. The appellant argued the defendants failed to prove adverse possession, but the Court found the lower court correctly ruled that the defendants had acquired ownership through derivative succession and long-term good faith possession since 1980. Consequently, the Court held the appeal was inadmissible as the lower court's decision was legally sound and based on proper evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1a), 1041, 1042 of the Civil Code; Adverse possession requires actual possession with good faith and legal title, which is absent when ownership is acquired derivatively from a predecessor who held title in good faith for over twenty years.

Keywords

AI generated
adverse possession good faith possession derivative succession ownership acquisition appeal dismissal civil procedure property rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564(1), 566(1), 147(2), 144(1) last paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 575(1) of the Code of Civil Procedure
Article 575(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Articles 1041 and 1042 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. , χήρας Π. Σ. , το γένος Η. και Σ. Π. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Καλονόμο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Ν. και της Α. , κατοίκου ... , 2) Ε. Μ. του Ι. και της Σ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φιλάνθη Νηφάκου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2023 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 28-9-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 67/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19-10-2022 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αρ. 238/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 9-8-2021 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 147 παρ. 2, 144 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ), από την επίδοση της απόφασης, στις 8-8-2023, καθόσον η τριακοστή ημέρα ήταν Κυριακή και κατά νόμο εξαιρετέα. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλ. από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ.Α.Π. 1/2020, 4/2028, 6/2017, Α.Π. 575/2024). Με τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 28, Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 575/2024).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στον πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009).

Εξάλλου, οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. , γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 70/2024, Α.Π. 894/2020, Α.Π. 799/2020 , Α.Π. 1826/2017, Α.Π. 905/2017).

3. Από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας 1.890 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "ΑΓΙΑΝΝΑ" του Δ.Δ. Προαστίου του Δήμου Λεύκτρου Μεσσηνίας και ήδη της Τοπικής Κοινότητας Προαστίου της Δημοτικής Ενότητας Λεύκτρου του Δήμου Δυτικής Μάνης, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια εν μέρει με Β' Επαρχιακή Οδό Καρδαμύλης - Προαστίου και εν μέρει με συνιδιοκτησία Δ.

και Σ. Κ. , ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Χ. και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου. Αυτό περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων και δη σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με αγορά από την αληθή κυρία του, B. H. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου … , Λ.

Π. - Κ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλης, στον τόμο ... , με αρ. ... Στην ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχο των εναγομένων περιήλθε το εν λόγω αγροτεμάχιο με δωρεά από τον σύζυγό της, Σ. Κ. του Σ. , δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2007 συμβολαίου δωρεάς της ιδίας, ως άνω, συμβολαιογράφου … , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρδαμύλης, στον τόμο ... , με αρ. ...

Ο ως άνω, Σ. Κ. , ο οποίος επέστρεψε στην περιοχή περί το έτος 1971 από την Αυστραλία, όπου είχε μεταναστεύσει, το νεμόταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από οποιονδήποτε.

Ειδικότερα, αυτός το απέκτησε με άτυπη παραχώρηση από τη μητέρα του Δ. συζ. Σ. Κ. περί το έτος 1980 και αφού το περιέφραξε, το επόπτευε και έσπασε με εκσκαφέα τους βράχους, που απέμειναν σε αυτό, κατόπιν της διάνοιξης του επαρχιακού δρόμου Προαστίου - Εξωχωρίου στο νότιο τμήμα του. Στη μητέρα του είχε περιέλθει, επίσης, με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της και παππού του Σ.

Κ. , Δ. Κ. του Α. , ο οποίος το κατείχε και το νεμόταν με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1950. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομισθέντα υπ' αριθμ. ...1960 (Φ.Ε.Κ. τεύχος Δ), τον κτηματολογικό πίνακα και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, όταν το έτος 1960 συντελέστηκε απαλλοτρίωση για τη διάνοιξη της Επαρχιακής Οδού Προαστίου -Εξωχωρίου, οπότε και απαλλοτριώθηκε τμήμα του επιδίκου ακινήτου, ως δικαιούχος της αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο, εμφαίνεται ο παππούς του Σ. , Δ.

Κ. του Α. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι απέκτησαν τη συγκυριότητα του ακινήτου, κατά το ανωτέρω ποσοστό, από αληθή κυρία, με τον ανωτέρω παράγωγο τρόπο κτήσης (συμβόλαιο αγοράς), όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, ο οποίος διατυπώνεται με τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δεν ήλεγξε τη συνδρομή στο πρόσωπο των εναγομένων της καλής πίστης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη στην παραδοχή ότι με την εκκαλούμενη απόφαση ερευνήθηκε και έγινε δεκτός κατ' ουσίαν ο επικουρικός προταθείς ισχυρισμός τους περί κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν το επίδικο ακίνητο από αληθή κυρία, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου αγοράς, και επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ανήκει κατά κυριότητα στην ίδια, ουδόλως αποδείχθηκε.

Και τούτο διότι από τους προσκομισθέντες από αυτή τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων της και δη α) από την υπ' αριθμ. .../1928 δημόσια διαθήκη του Γ. Μ. ή Κ. του Ε. , που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου … , Γ. Α. και δημοσιεύθηκε νόμιμα και β) την υπ' αριθμ. .../1982 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου … , Δ.

Σ. δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανάμεσα στα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος κατά το έτος 1934 Γ. Μ. ή Κ. ή του αποβιώσαντος κατά το έτος 1948 Κ. Μ. - Κ. του Γ. Ειδικότερα δε στην ανωτέρω δημόσια διαθήκη δεν αναφέρεται κάποιο συγκεκριμένο ακίνητο, αλλά "άπασα η ακίνητος περιουσία οπουδήποτε ήθελεν ευρεθεί...", ενώ στην υπ' αριθμ. .../1982 πράξη αποδοχής κληρονομιάς γίνεται λόγος για ένα ελαιοπερίβολο, συνολικής έκτασης 800 τ.μ.

ή όσης έκτασης κι αν είναι, που βρίσκεται στη θέση "ΑΠΑΝΝΑ", δηλαδή για ένα ακίνητο πολύ μικρότερης έκτασης από το επίδικο, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζεται ως ελαιοπερίβολο, ενώ, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. 2/2009 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Καλαμάτας, το επίδικο είχε εντός αυτού μόνον μερικές αγριελιές και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ελαιοπερίβολο.

Επιπλέον, από την προσκομισθείσα από την εκκαλούσα υπ' αριθμ. ...2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … , Μ. Κ. - Π. , δυνάμει της οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, η άμεση δικαιοπάροχός της απέκτησε ποσοστό επί του επιδίκου ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 2001 αδελφού της, Γ.

Κ. - Μ. , ουδόλως προκύπτει ότι πρόκειται για το επίδικο αγροτεμάχιο, αφού το κληρονομηθέν έχει έκταση μόλις 100 τ.μ. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι στους ανωτέρω τίτλους κτήσης (ήτοι .../1982, .../2002) αλλά και στην υπ' αριθμ. ...2013 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … , Μ. Κ. - Π. , με την οποία η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά της εξαδέλφης της, Σ.

Μ. του Κ. , και ειδικότερα ένα ελαιοπερίβολο, συνολικής έκτασης, πλέον, 2.500 τ.μ. , στη θέση "ΑΓΙΑΝΝΑ", τα κληρονομιαία ακίνητα όλων των ανωτέρω τίτλων, εκτάσεως 800 τ.μ. 100 τ.μ. και τελικά 2.500 τ.μ. , συνορεύουν νότια με εκκλησιαστικά, δυτικά με ιδιοκτησία Β. , βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστων και ανατολικά με ιδιοκτησία Χ.

Όπως, όμως, προεκτέθηκε και συνομολογείται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ήδη από το έτος 1960 είχε διανοιχθεί ο επαρχιακός δρόμος, με συνέπεια να απαλλοτριωθεί τμήμα του επίδικου ακινήτου και επομένως, σε όλους τους παραπάνω τίτλους θα έπρεπε το ακίνητο να περιγράφεται ως συνορεύον με τον επαρχιακό δρόμο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο και φέρονται ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου στον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα με Κ.Α.Ε.Κ. 362180401066/0/0, ενώ αμέσως μετά την αγορά του προέβησαν στις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού του από το Δασαρχείο.

Μετά δε την έκδοση της υπ' αριθμ. ...2007 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας για το επίδικο αγροτεμάχιο, αυτοί κατέθεσαν αντιρρήσεις και στη συνέχεια άσκησαν την από 13.10.2008 προσφυγή τους κατά της υπ' αριθμ. 34/2008 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων του Ν. Μεσσηνίας. Στο σημείο δε αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Σ.

Κ. , και παλαιότερα στον παππού του, Δ. Κ. , βεβαίωσαν με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα οι μάρτυρες των εναγομένων, Α. Χ. και Π. Δ. , οι οποίοι έχουν ιδία αντίληψη, καθώς είναι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής όλα αυτά τα έτη και για τον λόγο αυτό οι καταθέσεις τους έχουν αυξημένη βαρύτητα. Αντίθετα, οι μάρτυρες της ενάγουσας, όλοι κάτοικοι Αθηνών, που γεννήθηκαν στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, κατέθεσαν τα γεγονότα, όπως πληροφορήθηκαν αυτά από την ενάγουσα και ως εκ τούτου οι καταθέσεις τους δεν αναιρούν εκείνες των ως άνω μαρτύρων των εναγομένων.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και επομένως η από 09.08.2021 αγωγή της έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Κατόπιν τούτων το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Η αναιρεσείουσα με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1α και εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο, που αποτελείται από δύο σκέλη, αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ.

της, με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενη ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καταλήγοντας, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές διαστάσεις και το όριο του κληρονομιαίου ακινήτου σε σύγκριση με αυτές του επιδίκου. 'Οπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης α) ότι από τους προσκομισθέντες τίτλους κυριότητας της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού 1899 τ.μ.

περιλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία, που περιήλθε δυνάμει καθολικής κληρονομικής διαδοχής στην ενάγουσα, καθόσον το κληρονομιαίο ακίνητο έχει έκταση 800 τ.μ. και δεν συνορεύει με επαρχιακή οδό όπως το επίδικο, β) ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, δηλαδή στις αποδοχές κληρονομίας του έτους 1982 και του 2002, γ) ότι το επίδικο ακίνητο απέκτησαν οι εναγόμενοι, με παράγωγο τρόπο το έτος 2007, από κύριο, καθόσον η δικαιοπάροχός τους είχε αποκτήσει αυτό με παράγωγο επίσης τρόπο, από τον κύριο αυτού, ο δε απώτερος δικαιοπάροχός τους είχε καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτο από το έτος 1980 και για είκοσι συνεχή έτη μέχρι το 2007 ενώ ο δικαιοπάροχος αυτού ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου από το έτος 1950, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα δεν είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου.

Τούτο διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το ακίνητο που περιήλθε στην ενάγουσα βάσει κληρονομικής διαδοχής ενώ αποδείχθηκαν πράξεις νομής του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων αυτού για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας με διάνοια κυρίου.

Κατά τα λοιπά, υπό το πρόσχημα των ανωτέρω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο οποίος επίσης αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αρ. 1α και εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 1041 και 1042 Α.Κ. περί της κτήσης κυριότητος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, υπό τις αιτιάσεις ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία για το λόγο ότι αν και είχαν νόμιμο τίτλο επί δεκαετία, δεν άσκησαν ποτέ πράξεις νομής και δεν ήταν καλής πίστης κατά το χρόνο κτήσης της νομής.

Ο λόγος αυτός, και κατά δύο σκέλη του, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, ενώ, από τις ανωτέρω παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι η, περί της κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους εναγομένους, παραδοχή του, ουδόλως στηρίζεται στη χρησικτησία και δη στην τακτική τοιαύτη, αλλά μόνο στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών που υπέβαλαν με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2023 και με αρ. καταθ. .../2023 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 67/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ