Legislator Case Law & Legislation
253/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on contract interpretation and mandatory deductions from insurance fund debts.

Case Number 253/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final judgment ordering it to pay a debt to another company. The appellant argued that the lower court erred in interpreting the contract and failed to apply mandatory 8% deductions required by law for insurance fund debts. The court rejected these claims, finding no ambiguity in the contract that necessitated reinterpretation and confirming that the deducted amounts were already included in the calculated debt. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 34 of Law 4038/2012; An appeal based on violation of substantive law or mandatory deduction rules is inadmissible if the lower court correctly applied the contract terms and the law without error.

Keywords

AI generated
contract interpretation mandatory deductions insurance fund debts appeal admissibility substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 34 of Law 4038/2012
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 253/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Λ.Σ. Γ. Κ. Α.Ε.", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία Κωνσταντοπούλου-Τρυπολια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαριστό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10063/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2907/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/2/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2907/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 10-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης 3809/2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 10063/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την από 15-04-2014 και με αριθμό κατάθεσης 8555/2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, με βάση την ενδοσυμβατική της ευθύνη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 347.238,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για μεν το ποσό των 345.223,76 ευρώ από την επομένη ημέρα που η εναγομένη εισέπραξε κάθε επιμέρους ποσό, για δε το υπόλοιπο ποσό των 2.014,50 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ακόμη, όμως και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, για να ιδρύσει αναιρετικό λόγο στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της υποβολής τους στο αναιρετήριο (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017).

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: ".... Η ενάγουσα είναι ομόρρυθμη εταιρία, με αντικείμενο δραστηριότητας τη δημιουργία νεφρολογικών τμημάτων και μονάδων τεχνητού νεφρού μέσα σε ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα, για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και ειδικότερα, για την εξυπηρέτηση και παροχή νοσηλείας σε ασθενείς με νεφρολογικά νοσήματα που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.

Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία, διατηρεί στο κέντρο της ….., σε δύο ιδιόκτητα ακίνητα, κείμενα επί της οδού …… αρ…, Γενική Ιατρική Κλινική, η οποία περιλαμβάνει και Νεφρολογικό Τμήμα με ειδική Μονάδα Τεχνητού Νεφρού (ΜΤΝ). Επί περίπου τριάντα έτη, η ενάγουσα, είχε αναλάβει κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη, τη λειτουργία και διαχείριση της ΜΤΝ, στην Κλινική της εναγομένης.

Τελευταία, υπεγράφη από τις ως άνω εταιρείες, το από 26.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, αυτές συμφώνησαν (όροι 1 και 2 της σύμβασης) να παραχωρήσει η εναγομένη στην ενάγουσα, τη χρήση των, αναλυτικά περιγραφόμενων στην εν λόγω σύμβαση και απαραίτητων για τη λειτουργία της ΜΤΝ χώρων, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 600,00 ευρώ, ενώ παράλληλα συμφωνήθηκε να παράσχει η εναγομένη στην ενάγουσα μηνιαίως και ιατρικές υπηρεσίες, έναντι καταβαλλομένου από την ενάγουσα, ποσού 11.000,00 ευρώ.

Η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει τα εν λόγω ποσά στην εναγομένη, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε ημερολογιακού μήνα με την έκδοση από την εναγομένη της σχετικής απόδειξης ενοικίου και του οικείου δελτίου παροχής υπηρεσιών. Παράλληλα, συμφωνήθηκε (όρος 3 της σύμβασης) ότι τα παραπάνω ποσά θα παρέμεναν σταθερά για ένα έτος, ενώ από το δεύτερο μισθωτικό έτος, ήτοι από 01.01.2009 και εντεύθεν, συμφωνήθηκε η αναπροσαρμογή τους κατά το ποσό του επίσημου τιμαρίθμου, προσαυξημένου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, υπολογιζόμενου επί των καταβαλλομένων κατά το προηγούμενο μισθωτικό έτος ποσών (μισθώματος και αμοιβής).

Τέλος, η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε διετής, αρχόμενη την 01.01.2008 και λήγουσα την 31.12.2012. Επιπλέον συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων: α) ότι οι δαπάνες, που θα αφορούσαν τον ξενοδοχειακό και ιατρικό εξοπλισμό θα βάρυναν αποκλειστικά την ενάγουσα (όρος 4 της σύμβασης), β) ότι η ενάγουσα θα προχωρούσε στην πρόσληψη του αναγκαίου και κατάλληλου προσωπικού, για τις αμοιβές και ασφαλιστικές εισφορές του οποίου θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη (όρος 6), γ) ότι η ενάγουσα θα βαρύνονταν με τα ποσά που θα προέρχονταν από την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, αποχέτευσης και θέρμανσης (όρος 10), δ) ότι η ενάγουσα θα βαρύνονταν με το κόστος συλλογής, αποθήκευσης, απολύμανσης, αποστείρωσης μεταφοράς και καύσης των μολυσματικών και τοξικών ιατρικών αποβλήτων που θα παρήγαγε η Μ.Τ.Ν. (όρος 11), ε) ότι η ενάγουσα θα βαρύνονταν αποκλειστικά και με την καταβολή των τυχόν φόρων, εισφορών, προστίμων, δημοτικών τελών, χαρτοσήμου, του τυχόν επιβληθησομένου ΦΠΑ και οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης που θα μπορούσε να επιβληθεί από την εν λόγω σύμβαση, έστω και αν βεβαιώνονταν στο όνομα της εναγομένης (όρος 12).

Εκτός των ανωτέρω, με τον όρο 14 του ανωτέρω συμφωνητικού, οι διάδικοι προχώρησαν και σε μία ακόμα συμφωνία, και ειδικότερα συμφώνησαν ότι εξαιτίας "εσφαλμένης" ερμηνείας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου της υφιστάμενης νομοθεσίας και εξ αυτού του λόγου άρνησής του να συνάψει απευθείας σύμβαση (το Ελληνικό Δημόσιο) με την Μ.Τ.Ν.

της ενάγουσας, η εναγομένη θα αναλάμβανε την υποχρέωση να προχωρήσει αυτή η ίδια στην σύναψη σχετικής σύμβασης με το Δημόσιο αλλά και με τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα ΝΠΔΔ και Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, για περιστατικά σχετικά με ασφαλίσεις περιστατικών της ΜΤΝ της ενάγουσας. Κατ' ακολουθίαν αυτών, συμφωνήθηκε ότι, μετά την παροχή υπηρεσιών από την ΜΤΝ της ενάγουσας προς τους ασφαλισμένους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή των Ασφαλιστικών Οργανισμών για περιστατικό της ΜΤΝ, η εναγομένη Κλινική θα υποχρεώνονταν να υποβάλλει, ως λογαριασμό τρίτων κάθε μήνα, στην αρμόδια υπηρεσία του οικείου ταμείου προς εξόφληση, το σχετικό λογαριασμό με όλα τα αναγκαία παραστατικά, να εισπράττει από το εκάστοτε ασφαλιστικό ταμείο το ποσό το οφειλόμενο για την ΜΤΝ της ενάγουσας, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά νομοθετικά, και να το αποδίδει αμέσως στην ενάγουσα, και γενικά να ενεργεί έγκαιρα και προσηκόντως ό,τι είναι αναγκαίο για το σκοπό αυτό.

Η είσπραξη των χρημάτων από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία συμφωνήθηκε, ότι θα διενεργούνταν από την εναγόμενη κλινική και η απόδοση των εισπραχθέντων προς την ενάγουσα, θα πραγματοποιούνταν επί τη βάσει εξοφλητικής απόδειξης που θα εξέδιδε η ενάγουσα, αφαιρουμένων των κρατήσεων, φόρων και τυχόν περικοπών.

Ακολούθως δε η εναγομένη, έπρεπε να αποδίδει αμέσως το ανωτέρω εισπραχθέν ποσό στην ενάγουσα, αφού προηγουμένως αφαιρούσε και παρακρατούσε την συμφωνηθείσα για την υπηρεσία αυτή αμοιβή της, ανερχόμενη σε ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 1,8% επί του ποσού των υποβαλλόμενων προς τους εν λόγω ασφαλιστικούς οργανισμούς λογαριασμών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον παραπάνω όρο (14 της σύμβασης), η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να συμβληθεί η ίδια για τα περιστατικά της ΜΤΝ της ενάγουσας με το Δημόσιο και να προβαίνει για λογαριασμό αυτής (ενάγουσας) αλλά στο όνομα της ίδιας της εναγομένης, στην είσπραξη από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς των χρημάτων που αντιστοιχούσαν σε παρεχόμενες από την ενάγουσα προς τους ασθενείς της υπηρεσίες, και τούτο διότι οι ασφαλιστικοί φορείς όπως αναφέρθηκε, δεν αναγνώριζαν το δικαίωμα να εισπράττονται τα εν λόγω ποσά από τις Μονάδες Τεχνητού Νεφρού, αλλά μόνο από τις κλινικές, όπως ήταν η εναγομένη.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι τελικός δικαιούχος των εν λόγω χρημάτων, βάσει της άνω συμφωνίας των διαδίκων, ήταν η ενάγουσα, καθόσον αυτά είχαν εισπραχθεί για την παροχή δικών της υπηρεσιών, σε δικούς της ασθενείς, κατά τη λειτουργία της δικής της Μ.Τ.Ν. και με τα οποία η τελευταία καλούνταν να καλύψει τα ανελαστικά υπέρογκα λειτουργικά έξοδα μιας Μονάδας Τεχνητού Νεφρού, που λειτουργούσε χάρη σε έναν πανάκριβο ιατρικό εξοπλισμό και σε αναλώσιμα υψηλότατου κόστους.

Στην πράξη η διαδικασία είσπραξης διαγραφόταν ως ακολούθως: Στα τέλη έκαστου μήνα, η ενάγουσα, εξέδιδε προς την εναγομένη, τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ανά ασφαλιστικό φορέα, στο οποίο αναγραφόταν: α) το είδος της παρασχεθείσας υπηρεσίας ανά κατηγορία (αιμοκάθαρση ή αιμοδιαδιήθηση), β) ο μήνας στον οποίο είχε παρασχεθεί η υπηρεσία, γ) ο αριθμός των παραχθεισών υπηρεσιών - συνεδριών ανά κατηγορία (πχ 100 αιμοκαθάρσεις, 20 αιμοδιαδιηθήσεις), δ) η αμοιβή ανά συνεδρία και ε) η συνολική αξία των υπηρεσιών αυτών.

Παράλληλα, η ενάγουσα συνέτασσε και μία αναλυτική κατάσταση με τα ονόματα των ασθενών, τις συνεδρίες που πραγματοποίησε τον επίμαχο μήνα με έκαστον εξ αυτών και την αξία των συνεδριών αυτών, ενώ ετοίμαζε και ολόκληρο το φάκελο των δικαιολογητικών εγγράφων ανά ασθενή, ήτοι ατομική κατάσταση με τις ημερομηνίες των συνεδριών, βεβαιώσεις ιατρών, τιμολόγια αγοράς χρησιμοποιηθέντων κατά τις συνεδρίες υλικών κλπ, προκειμένου να υποβληθούν στον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό.

Στη συνέχεια, η εναγομένη προχωρούσε στην έκδοση αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο υποβάλλονταν και όλα τα προαναφερόμενα συνοδευτικά δικαιολογητικά. Για να προβεί ο Ασφαλιστικός Οργανισμός στη μερική ή ολοσχερή εξόφληση του σχετικού τιμολογίου, εξέδιδε χρηματικό ένταλμα προς την εναγομένη, με βάση το οποίο διενεργούνταν και η είσπραξη από την τελευταία του οφειλόμενου ποσού, από το οποίο αφαιρούνταν τυχόν προβλεπόμενοι στο νόμο φόροι ή κρατήσεις.

Στη συνέχεια, η εναγομένη απέδιδε, την ίδια ημέρα στην ενάγουσα το εισπραττόμενο ποσό, μειωμένο όμως κατά τους τυχόν παρακρατηθέντες από τον ασφαλιστικό οργανισμό φόρους ή κρατήσεις, παρακρατώντας ταυτόχρονα και την αμοιβή της εκ του προαναφερόμενου ποσοστού 1,8%, για την οποία βέβαια εξέδιδε και το νόμιμο παραστατικό.

Στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης και σύμφωνα με τους όρους αυτής αλλά και της προαναφερόμενης πρακτικής, η ενάγουσα κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 εξέδωσε προς την εναγομένη, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα τιμολόγια για την παροχή υπηρεσιών της προς ασθενείς ασφαλισμένους στους κατωτέρω Οργανισμούς, προς τους οποίους η εναγομένη εξέδωσε ακολούθως τα δικά της αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών...

Συνακόλουθα, συνολικά για τους ασφαλισμένους όλων των παραπάνω ασφαλιστικών ταμείων, η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια συνολικής αξίας 432.490,00 € (182.970,00 € προς το Ι.Κ.Α. + 135.685,00 € προς τον Ο.Γ.Α. + 69.925,00 € προς τον Ο.Α.Ε.Ε. + 43.910,00 € προς τον Ο.Π.Α.Δ.). Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων κυλούσε ομαλά, μέχρι τα τέλη του έτους 2009.

Από τις αρχές όμως του έτους 2010 η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι τα ταμεία καθυστερούσαν την αποπληρωμή των τιμολογίων που είχαν υποβληθεί σ' αυτά, και αφορούσαν υπηρεσίες αιμοκάθαρσης, που είχε παράσχει η ενάγουσα προς τους ασθενείς της. Ως εκ τούτου, σταμάτησε και η εναγομένη να αποδίδει προς την ενάγουσα χρήματα.

Λόγω δε της πολυετούς συνεργασίας των διαδίκων η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης και συνέχισε τη συνεργασία με αυτήν, απρόσκοπτα. Η μη πληρωμή προς την ενάγουσα συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του έτους 2012, οπότε και βρέθηκε αυτή σε δεινή οικονομική κατάσταση. Η ενάγουσα, πειθόμενη στις διαβεβαιώσεις του εκπροσώπου της εναγομένης, συμφώνησε στην συνέχιση, μεταξύ αυτής και της εναγομένης, της συνεργασίας τους, για ένα ακόμα έτος ήτοι έως τις 31.12.2013, υπογράφοντας το από 31-12-2012 Ιδιωτικό Συμφωνητικό.

Στο συμφωνητικό αυτό περιλήφθηκαν οι ίδιοι όροι που είχαν περιληφθεί και στο προηγούμενο, από 26.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με μοναδική διαφοροποίηση την αλλαγή των οικονομικών συμφωνιών. Έτσι, το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 775,00 €, των παρεχόμενων μηνιαίως ιατρικών υπηρεσιών της εναγομένης προς την ενάγουσα στο ποσό των 13.725,00 €, ενώ η αμοιβή - προμήθεια της εναγομένης για την υποβολή των λογαριασμών της ενάγουσας στα ασφαλιστικό ταμεία μειώθηκε στο ποσοστό του 1,5% επί του ποσού των υποβαλλόμενων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς λογαριασμών.

Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2013, η ενάγουσα, λόγω της οικονομικής ασφυξίας στην οποία είχε περιέλθει από την καθυστέρηση καταβολής από τους ασφαλιστικούς φορείς των προ ετών οφειλομένων ως άνω ποσών, αποφάσισε να απευθυνθεί η ίδια στα ασφαλιστικά ταμεία, προκειμένου να πληροφορηθεί, τον εκτιμώμενο χρόνο αποπληρωμής των εν λόγω οφειλών τους.

Τότε, για πρώτη φορά η ενάγουσα ενημερώθηκε ανεπίσημα, ότι υπήρχαν χρηματικά ποσά που αφορούσαν παρασχεθείσες από αυτήν προ ετών ιατρικές υπηρεσίες, τα οποία ήδη είχε εισπράξει η εναγομένη και δεν της τα είχε αποδώσει, ως όφειλε. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα ζήτησε περί τα μέσα Φεβρουαρίου με αιτήσεις της προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, να της παρασχεθεί η άδεια, να πληροφορηθεί από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία, τα ποσά που είχαν καταβληθεί από αυτά στην εναγομένη και αφορούσαν παρασχεθείσες από την ενάγουσα υπηρεσίες από τη λειτουργία της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού εντός της κλινικής της εναγομένης, σε διάφορους μήνες των ετών 2009, 2010 και 2011.

Συγχρόνως η ενάγουσα, απέστειλε στην εναγομένη, την από 15.3.2013 εξώδικη δήλωση της, με την οποία την καλούσε να της αποδώσει, οποιαδήποτε ποσά είχε εισπράξει και όφειλε να της αποδώσει, δυνάμει του μεταξύ τους ανωτέρω συνταχθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού. Η εναγομένη απάντησε στην ενάγουσα με την από 29.3.2013 εξώδικη δήλωση της, με την οποία διέψευσε κατηγορηματικά την είσπραξη οποιουδήποτε άλλου, πλην των ήδη αποδοθέντων σε αυτήν ποσών.

Ακολούθως, η ενάγουσα, με βάση τις με αριθμούς 896/21-2-2013, 897/21-2-2013 και 920/22-2-2013 παραγγελίες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νίκης καθώς και την με αριθμό πρωτ. 25694/28-2-2013 παραγγελία της Εισαγγελίας Αθηνών, ζήτησε από τον ΟΑΕΕ Θεσσαλονίκης, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης, τον ΟΠΑΔ και τον ΟΓΑ αντίστοιχα, να την πληροφορήσουν, αν συγκεκριμένα ποσά που αφορούσαν παρασχεθείσες από αυτήν υπηρεσίες κατά διάφορους μήνες των ετών 2009, 2010 και 2011 είχαν καταβληθεί στην εναγομένη Στη συνέχεια, με τα με αριθμούς πρωτοκόλλων 389273/01.03.2013 και 541741/29-3-2013 έγγραφα του ΟΑΕΕ, το με αριθμό πρωτοκόλλου 7119/29-2-2013 έγγραφο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το με αριθμό πρωτοκόλλου 8192/07-3-2013 έγγραφο του ΕΟΠΥΥ (Δ/νση ΟΠΑΔ) και με το με αριθμό πρωτοκόλλου 13259/19-3-2013 έγγραφο του ΟΓΑ, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, ότι η εναγομένη είχε εισπράξει από τους ανωτέρω ασφαλιστικούς φορείς, αναφορικά με τα ανωτέρω προαναφερόμενα εκδοθέντα από αυτήν τιμολόγια προς την εναγομένη, περίπου συνολικά 380.000,00 € χωρίς ουδέποτε αυτά να αποδοθούν στην ενάγουσα.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω βεβαιώσεις, η εναγομένη είχε εισπράξει από τους προαναφερόμενους ασφαλιστικούς φορείς, τα ακόλουθα ποσά ... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έναντι των λογαριασμών που υπέβαλε στα παραπάνω τέσσερα ασφαλιστικά ταμεία, συνολικού ποσού 432.490,00 € (182.970,00 € στο ΙΚΑ + 135.685,00 € στον ΟΓΑ + 69.925,00 € στον ΟΑΕΕ + 43.910,00 € στον ΟΠΑΔ) εισέπραξε από τα εν λόγω ασφαλιστικά ταμεία, συνολικά το ποσό των 382.611,38 € (168.332,40 € από το ΙΚΑ + 115.000,00 € από τον ΟΓΑ + 63,343,17 € από τον ΟΑΕΕ + 35.935,81 € από τον ΟΠΑΔ), και συνεπώς όφειλε, αφού προαφαιρούσε την αμοιβή της, ανερχόμενη σε ποσό που ισούται με ποσοστό 1,8% επί των υποβαλλόμενων από αυτήν (εναγομένη) ποσών των λογαριασμών προς τους ανωτέρω ασφαλιστικούς φορείς, ήτοι αφού προαφαιρούσε, το ποσό των 7.784,82 € (432.490,00 ευρώ Χ 1,8%), να αποδώσει τελικά στην ενάγουσα το ποσό των 374.826,56 € (382.611,38 - 7.784,82) ευρώ και όχι ολόκληρο το εισπραχθέν ποσό των 382.611,33 €, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την αγωγή της.

Περαιτέρω, όπως ήδη πρωτοδίκως συνομολογήθηκε από την ενάγουσα με τις προτάσεις της, η εναγομένη κατέθεσε την 12.3.2014, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης, υπέρ της ενάγουσας, το συνολικό ποσό των 29.602,80 €, ορίζοντας κατά την καταβολή ότι εξοφλεί με αυτό τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τον Ο.Α.Ε.Ε.

Ενόψει της καταβολής αυτής η ενάγουσα καταλόγισε μέρος του καταβληθέντος αυτού ποσού και δη μόνον το ποσό 23.642,61 €, (υπόλοιπο 5.960,19 €) στα αρχαιότερα επίδικα χρέη της εναγομένης που σχετίζονταν με εισπράξεις ποσών από τον Ο.Α.Ε.Ε και μη αποδόσεις αυτών στην ίδια (ενάγουσα) και ειδικότερα τα καταλόγισε στις επίδικες αιμοκαθάρσεις των μηνών από Δεκέμβριο 2009 έως Απρίλιο 2010 και μέρος του Μαΐου 2010, ήτοι σε εισπράξεις συνολικού ύψους 23.642,61 ευρώ και κατά το ποσό αυτό περιόρισε και το αίτημα της αγωγής της, με τις προτάσεις της ενώπιο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα καταλόγισε το ποσό των 23.642,61 ευρώ στις εξής εισπράξεις από τον ΟΑΕΕ : α) Δεκεμβρίου 2009, συνολικού ποσού 3.908,14 € , β) Ιανουαρίου 2010, συνολικού ποσού 3.810,43 €, γ) Φεβρουάριου 2019; συνολικού ποσού 3.517,32 €, δ) Μαρτίου 2010, συνολικού ποσού 4.238,47 €, ε) Απριλίου 2010, συνολικού ποσού 5.020,09 € και στ) μέρος του μηνός Μαΐου 2010, ήτοι 3.148,16 € (από σύνολο 3.242,82 € απομένοντας υπόλοιπο 94.66 €) (ήτοι συνολικά 23.642,61 ευρώ).

Η ενάγουσα όμως, όπως η ίδια συνομολογεί, εισέπραξε συνολικά 29.602,80 €, από το οποίο ήδη είχε αφαιρέσει την νόμιμη αμοιβή της, εκ 1,8%. Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εναγομένη έναντι των συνολικών εισπράξεων από τον ΟΑΕΕ εκ 63.343,17 ευρώ. κατέβαλε στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 29.602,80 ευρώ, απομένοντας υπόλοιπο προς απόδοση στην ενάγουσα του ποσού των 33.740,37 ευρώ (63.343,17 - 29.602,80), εξοφλώντας έτσι τους μήνες που αφορούν το ως άνω ταμείο, από Δεκέμβριο 2009 μέχρι να καλυφθεί το ποσό των 29.602,80 ευρώ αφού προστεθεί και η αμοιβή της εκ 1,8%.

Συνεπώς με την καταβολή από την εναγομένη του ποσού των 29.602,8 € εξοφλήθηκαν οι αιμοκαθάρσεις που αφορούν τις εισπράξεις και μη αποδόσεις στην ενάγουσα από τον Ο.Α.Ε.Ε των μηνών : α) Δεκεμβρίου 2009 (3.908,14 €), β) Ιανουαρίου 2010 (3.810,43 €), γ) Φεβρουάριου 2010 (3.517,32 €), δ) Μαρτίου 2010 (4.238,47 €), ε) Απριλίου 2010 (5.020,09 €), στ) Μαΐου 2010 (3.242,82 €), ζ) Ιουνίου 2010 (2.969,48 €), η) Ιουλίου 2010 (2.896,05 από τις 3.201,34 € του Ιουλίου, απομένοντας υπόλοιπο προς απόδοση 279,84 ευρώ) συνολικού ποσού 29.602,80 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, το τελικά οφειλόμενο από την εναγομένη ποσό προς την ενάγουσα για την άνω αιτία, διαμορφώνεται στο ποσό των 345.223,76 € (374.826,56 - 29.602,8)... Η εκκαλούσα-εναγομένη πρωτοδίκως προέβαλε τους ισχυρισμούς που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο της έφεσης της, και συγκεκριμένα ότι το τελικά οφειλόμενο από αυτήν ποσό για την ανωτέρω αιτία, πρέπει να μειωθεί περαιτέρω :

α) κατά ποσοστό 8% με βάση το άρθρο 34 ν. 4038/2012, το οποίο αφορά υποχρεωτική έκπτωση που επιβάλει το Ελληνικό Δημόσιο αναδρομικά για τις πληρωμές των ασφαλιστικών ταμείων, β) κατά ποσοστό 3,072% που αφορά νέα κράτηση υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων, η οποία επιβλήθηκε αναδρομικά και γ) κατά ποσοστό 8%, που αφορά παρακράτηση φόρου που γίνεται από τα ασφαλιστικά ταμεία επί των αποδοθέντων χρημάτων.

Οι ως άνω ισχυρισμοί της εφεσίβλητης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους, καθόσον το ανωτέρω οφειλόμενο από την εναγομένη ποσό των 345.223,76 €, αποδείχθηκε ότι αφορά σε εισπραχθέντα από αυτήν από τα ασφαλιστικά ταμεία, καθαρά χρηματικά ποσά, στα οποία έχουν ήδη συνυπολογιστεί, και προαφαιρεθεί οι εκάστοτε τυχόν κρατήσεις, ενώ άλλες επιπρόσθετες αναδρομικές κρατήσεις επί των καθαρών αυτών ποσών δεν αποδείχτηκε ότι επιβλήθηκαν στην εναγομένη σε χρόνο μεταγενέστερο από την είσπραξή τους.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς σωστά εφήρμοσε το νόμο και ορθά τα ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία εκτίμησε, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι... Επιπλέον, η εκκαλούσα - εναγομένη, ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας, λειτούργησε ουσιαστικά όλα αυτά τα χρόνια ως αλληλόχρεος λογαριασμός και δεν έχει εκκαθαριστεί αφού η αντίδικος της δεν επικαλείται ούτε όλα τα χρεωπιστωτικά κονδύλια του λογαριασμού, ούτε την εκ μέρους της εκπλήρωση των δικών της παροχών, ούτε κλείσιμο του λογαριασμού αλλά ούτε και το οριστικό κατάλοιπο.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού. Οι ένδικες συμβάσεις αφορούσαν συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των οποίων, κάθε μέρος τηρούσε μονομερώς απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, με χαρακτηριστικό γνώρισμα οι καταχωριζόμενες χρεώσεις να μην αποβάλουν την αυτοτέλεια τους, και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι δηλαδή οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις έχαναν την αυτοτέλεια τους ώστε να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μόνο το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού, μετά το κλείσιμο του.

Άλλωστε, και στις εξώδικες δηλώσεις που απέστειλαν οι διάδικοι μεταξύ τους,, στις οποίες, ενώ διαμαρτύρεται η ενάγουσα για την οφειλή προς αυτήν του επίδικου χρέους της εναγομένης, η τελευταία, στις εξώδικες απαντήσεις δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη μεταξύ τους σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά στη δημιουργία της οφειλής αυτής από τις ένδικες συμβάσεις.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η συναφθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης σύμβαση αποτελούσε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, από το οριστικό κλείσιμο του οποίου και μόνον να απορρέει η επικαλούμενη αξίωση της ενάγουσας και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης, ορθά το νόμο εφήρμοσε αλλά και σωστά τις ενώπιόν του αποδείξεις εκτίμησε. Γι' αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, τα ποσά που εισέπραξε από τους προαναφερόμενους ασφαλιστικούς οργανισμούς, για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, και δεν απέδωσε σε αυτήν, ως είχε υποχρέωση, που συνολικά αποδείχθηκε ότι είναι τριακοσίων σαράντα πέντε χιλιάδων διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών του ευρών (345.223,76), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα που η εναγομένη εισέπραξε κάθε επιμέρους ποσό.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ) και έκανε μερικά δεκτή την αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, για τη συγκεκριμένη απαίτηση της ενάγουσας, και επιδίκασε σε αυτήν το ποσό των 345.223,76 ευρώ, ορθά το νόμο εφήρμοσε και σωστά έκρινε τα ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση έφεση, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της ...". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", την οποία δεν εφάρμοσε, ως έδει, με συνέπεια να μην αχθεί σε απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το άρθρο 14 της επίδικης σύμβασης που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη πάσχει από ακυρότητα, διότι οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν πως δεν επιτρεπόταν η εκχώρηση ενός τμήματος της κλινικής, ούτε η αυτοτελής λειτουργία μονάδας τεχνητού νεφρού (ΜΤΝ) προκειμένου να παρέχονται οι συναφείς ιατρικές υπηρεσίες προς ασφαλισμένους των τεσσάρων επιδίκων ασφαλιστικών ταμείων (ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΟΓΑ, ΟΠΑΔ).

Ότι η απαγόρευση αυτή προβλέπεται από την κείμενη ιατρική και κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία και υπηρετεί σκοπούς αυστηρώς δημοσίου συμφέροντος. Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως διττώς απαράδεκτος. Πρωτίστως δε διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας περιστατικά περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης.

Άλλωστε, ούτε από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι είχαν προβληθεί στο Εφετείο τέτοια περιστατικά. Επιπροσθέτως, ο αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και ένεκα της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένα σε ποια διάταξη νόμου αντιτίθεται το επίμαχο άρθρο 14 της από 26-11-2007 επίδικης σύμβασης.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεως τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (Ολ.

ΑΠ 31/1997, ΑΠ 248/2014, ΑΠ 1352/2011). Με τη σύμβαση δηλαδή του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός) - (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).

Πάντως όμως η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 79/1995). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ) χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 Κ.Πολ.Δ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνον δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 1087/2019).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση κανόνα δικαίου, αιτιώμενη ότι έσφαλε που δέχθηκε πως οι επίδικες συμβάσεις δεν ήταν συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και έτσι δεν απέρριψε την αγωγή, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείτο κλείσιμο του λογαριασμού αυτού και ποίο ήταν το οριστικό του κατάλοιπο.

Ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, ενάριθμα, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 1274/2011, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 2007/2009). Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου οι ένδικες συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, δεν περιείχαν συμφωνία κατάρτισης αλληλόχρεου λογαριασμού και κάθε συμβαλλόμενο μέρος τηρούσε μονομερώς απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, ώστε οι καταχωριζόμενες χρεώσεις να μην αποβάλουν την αυτοτέλειά τους.

Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν πληρούν τις προϋποθέσεις κατάρτισης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με το εννοιολογικό περιεχόμενο τέτοιας σύμβασης, όπως εκτέθηκε στις πιο πάνω νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης. Αντίθετα, η αναιρεσείουσα επιχειρεί, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, να πλήξει την ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στην παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία για το ζήτημα αν οι επίδικες συμβάσεις αποτελούσαν συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω άρθρων, προκειμένου να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, όμως, δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά κάθε μέρος τηρούσε απλό δοσοληπτικό λογαριασμό. Στο αποδεικτικό δε πόρισμα αυτό το Εφετείο ήχθη, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε ερμηνεία της επίδικης σύμβασης, ούτε από τις παραδοχές του προκύπτει ότι διαπίστωσε, έστω με έμμεσο τρόπο, κάποιο κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησής τους. Επομένως, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ωσαύτως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 34 του Ν.4038/2012, που αφορά υποχρεωτική έκπτωση την οποία επιβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεωτικά για τις οφειλές των ασφαλιστικών ταμείων, κατά ποσοστό 8% με βάση το αμέσως παραπάνω άρθρο, κατά ποσοστό 3,072% υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων, η οποία επιβλήθηκε αναδρομικά και κατά ποσοστό 8% που αφορά παρακράτηση φόρου που γίνεται από τα ασφαλιστικά ταμεία επί των επιδοθέντων χρημάτων.

Ότι έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης - αναιρεσείουσας να μειωθεί περαιτέρω το οφειλόμενο ποσό των 345.223,76 ευρώ, κατά τις παραπάνω εκπτώσεις, παραβιάζοντας την παραπάνω ουσιαστική διάταξη. Το Εφετείο, όμως, σαφώς διέλαβε στις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές του ότι το οφειλόμενο από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ποσό των 345.223,76 ευρώ αφορά σε εισπραχθέντα από αυτήν καθαρά χρηματικά ποσά από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα οποία έχουν ήδη συνυπολογιστεί και προαφαιρεθεί οι εκάστοτε τυχόν κρατήσεις, ενώ άλλες επιπρόσθετες αναδρομικές κρατήσεις επί των καθαρών αυτών ποσών δεν αποδείχθηκε ότι επιβλήθηκαν στην εναγομένη σε χρόνο μεταγενέστερο από την είσπραξή τους.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 34 Ν. 4038/2012, δια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσχηματικά πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2, 256 παρ.1 εδ.γ', 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-02-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Σ. Γ. Κ. Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 2907/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ