Legislator Case Law & Legislation
253/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority debt collection based on statute of limitations and contract terms.

Case Number 253/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Fund's appeal against a first-instance judgment ordering debt collection from an individual. The court found that the fund failed to declare the loan contract due to missed payments before the five-year statute of limitations expired in 2008. Consequently, the court ruled that the fund could not subsequently demand the full principal and penalty interest, as the individual's periodic payments remained valid and separate claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 559 of the Code of Civil Procedure; Article 250, paragraph 15 of the Civil Code; Article 3 of Law 2362/1995: Where a public entity fails to declare a loan contract due to missed payments before the expiration of the applicable statute of limitations, it cannot subsequently demand the full principal and penalty interest, as the individual's periodic payments retain their autonomy and remain subject to the original limitation period.

Keywords

AI generated
statute of limitations public debt collection loan contract declaration periodic payments penalty interest Social Security Fund civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 250, paragraph 15 of the Civil Code
Article 3 of Law 2362/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 253/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Α., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακορατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/3/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 24-2-2015 ανακοπής της αναιρεσίβλητης Θ. Τ. κατά του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. Ε.Φ.Κ.Α. ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων- Τομέας Ασφάλισης Νομικών" (Ε.Τ.Α.Α.Τ.Α.Ν.), με αίτημα την ακύρωση της …/…-1-2015 ταμειακής βεβαίωσης της προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης εις βάρος της ανακόπτουσας, η οποία εκδόθηκε βάσει της …/…-10-2013 απόφασης καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν., εκδόθηκε η 63/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κοζάνης, που δέχθηκε την ανακοπή και δη τον λόγο της τον αναφερόμενο σε παραγραφή της κατά της ανακόπτουσας απαιτήσεως του ΕΤΑΑΤΑΝ από τοκοχρεωλυτικό δάνειο.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. την από 25-10-2016 έφεσή του, που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 11/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση αυτής της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την κρινόμενη από 4-3-2019 αίτησή του. Από το άρθρο 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως μεταξύ άλλων προσώπων έχουν, εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος, αλλά και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών, με τους οποίους εξομοιώνονται, εφόσον πρόκειται για νομικά πρόσωπα, οι οιονεί καθολικοί διάδοχοί τους.

Με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 (Α' 85) συστάθηκε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας του την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εντάχθηκε αυτοδικαίως και το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 § 9 του νόμου 4387/2016, ο ΕΦΚΑ συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ' αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης και επομένως νομιμοποιείται να ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως ή να αποκρούσει αντίστοιχες αιτήσεις, που στρέφονται κατ' αυτού και αφορούν τέτοιες διαφορές ή υποθέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τον αναιρεσείοντα φορέα, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του καθ'ου η ανακοπή ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).

Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, 1753/2017, 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε αρχικώς να συζητηθεί με πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου στις 6-4-2020 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Η συζήτησή της κατά την αμέσως προαναφερόμενη δικάσιμο ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (11-1-2021) με πράξη της Προέδρου του άνω τμήματος.

Η υπόθεση εγγράφηκε δε στο πινάκιο με αριθμό 31 από τον γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου και η τελευταία αυτή εγγραφή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθ. 74 παρ. 2 ν. 4690/30-5-2020). Από τη 2429Α/9-10-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ε. Π. Μ., την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων φορέας, προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ' αυτό για την αρχική δικάσιμο της 6-4-2019 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, νέα δε κλήτευσή της για την ορισθείσα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο δικάσιμο της 11-1-2021 δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή της κατά τα προεκτιθέμενα.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο της 11-1-2021, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής της κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

γ` ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ν.π.δ.δ. η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, όσον αφορά τα ν.π.δ.δ., εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αναφέρονται στο Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες ειδικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).

Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".

Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ν.π.δ.δ. οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω ΝΔ/τος, όπως αυτές τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Επιπροσθέτως και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, όσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ν.π.δ.δ., εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Ακολούθως εκδόθηκε το ΝΔ 496/1974, που, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρύθμιζε τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ν.π.δ.δ.. Η ισχύς αυτού άρχισε από 1-1-1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, οι οποίες δεν αφορούσαν την παραγραφή και η ισχύς των οποίων άρχιζε από τη δημοσίευσή του. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974 περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ.

ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π., παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ.1 εδ.α)..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2 ).

Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1).... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".

Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, εάν ν.π.δ.δ. εξαιρέθηκε από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ανωτέρω διατάγματος. Στην περίπτωση τέτοιας εξαίρεσης, όσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το μόνο άρθρο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1601/2014).

Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ν.

δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.

A, υπό περ. γ' του ν.3655/2008, εντάχθηκε στο ν.π.δ.δ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", που, κατ' άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχό του, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του ως άνω μόνου άρθρου του π.δ. 437/1977, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ν.π.δ.δ. Δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν ως προς αυτό οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (ΑΚ 806). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.

Μόνον, όμως, όταν η δεν τηρηθούν οι όροι της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων και καταγγελθεί γι' αυτόν τον λόγο το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο, η δε αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται πλέον στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή.

Εάν αντιθέτως δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση για καθεμία των περιοδικών δόσεων, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, 747/2012, 1455/2007, 637/1997). Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).

Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: "1.... 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ)".

Και αυτό διότι, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, μόνον το γεγονός ότι οι ΟΤΑ και οι ΟΚΑ περιλαμβάνονται στον όρο "Γενική Κυβέρνηση", δεν συνεπάγεται ότι γι' αυτούς τους οργανισμούς τυγχάνουν εφαρμογής όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις του παραπάνω νόμου, δηλαδή και όσες αναφέρονται σε άλλους φορείς υπαγόμενους σε διαφορετικούς περιλαμβανόμενους στο ανωτέρω άρθρο 1Β ορισμούς, όπως είναι το Δημόσιο (βλ.

την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία ως Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος νοούνται η Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και οι ανεξάρτητες Αρχές). Ενόψει αυτών των διαφοροποιήσεων δεν είναι δυνατό να υπαχθούν οι Ο.Κ.Α., βάσει του συγκεκριμένου νόμου, στη ρύθμιση του άρθρου 86 του ν. 2362/1995, που προβλέπει ρητώς και ειδικώς για το Δημόσιο: "Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου: 1.

Καμμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3.

Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α)...... ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής." Επιπροσθέτως δε, ενόψει του γεγονότος ότι το άρθρο 1Β προστέθηκε στον ν. 2362/1995 με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), το ζήτημα της υπαγωγής στον αμέσως παραπάνω νόμο των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό οργανισμών δεν τίθεται καν και δεν είναι δυνατό να προκαλέσει οποιονδήποτε προβληματισμό επί απαιτήσεων των ΟΚΑ, που είχαν παραγραφεί πριν από τη σχετική προσθήκη.

Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.

Ήδη δε με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίσθηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ (ήτοι Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης) παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη.

Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς :

α)... .β)... .γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης .....". Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν. 3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίσθηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1073/2019, 1440/2017, 751/2012).

Εξάλλου το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) ... 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1537/2017).

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1527/2017).

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 721/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016,15/2006).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η παράλειψη αιτιολόγησης ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 394/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο Ταμείο Νομικών και ήδη Ε.Φ.Κ.Α., λόγω οιονεί καθολικής διαδοχής, έχοντας εκδώσει τη με αριθμό …./…-10-2013 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, της Διευθύντριας Οικονομικών (Τμήμα Περιουσίας και Δανείων), καταλόγισε - βεβαίωσε σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης οφειλή από μη εξοφληθέν σεισμοδάνειο, συνολικού ποσού (της οφειλής) 9.449,98 ευρώ, από το οποίο ποσό 4.021,82 ευρώ φερόταν ότι οφείλεται ως ανεξόφλητο κεφάλαιο και ποσό 5.428,16 ευρώ αφορούσε στους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, προκειμένου να εισπραχθεί το ανωτέρω ποσό ως δημόσιο έσοδο, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2097/1952 (άρθρο 1 παρ. 3) και με την απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης.

Ειδικότερα, η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη με το καθ' ου η ανακοπή Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος τυγχάνει ο ήδη εκκαλών Ε.Φ.Κ.Α., συνήψε την από 18-01-1996 σύμβαση δανείου ποσού 1.500.000 δραχμών, ήτοι 4.402,05 ευρώ. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου Νομικών, με τη με αριθμό …/…-05-1995 απόφασή του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό Β41/4355/16-11-1995 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μέσα στο πλαίσιο της με αριθμό …/…-09-1994 πράξης του Διοικητή και της με αριθμό …/…-09-1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, αποφάσισε τη χορήγηση δανείων στους σεισμοπαθείς άμισθους ασφαλισμένους κατοίκους των περιοχών Κοζάνης και Γρεβενών, και εξ αυτού του λόγου και σε εκτέλεση της με αριθμό …/…-12-1995 απόφασης του Δ.Σ.

του Ταμείου Νομικών χορηγήθηκε το ανωτέρω έντοκο δάνειο στην ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, το οποίο ήταν εξοφλητέο σε έξι χρόνια και έξι μήνες, με ορισθέν επιτόκιο 10%, καταβλητέο σε εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις και με περίοδο χάριτος 18 μηνών. Εκάστη εκ των ανωτέρω δόσεων ανερχόταν στο ποσό των 31.871 δραχμών (ήτοι 93,53 ευρώ), η πρώτη εκ των οποίων ορίσθηκε καταβλητέα μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος των 18 μηνών, ήτοι στις 18-08-1997, και η τελευταία στις 18-07-2002.

Σύμφωνα με τους ρητούς όρους της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιοσδήποτε τοκοχρεωλυτικής δόσης ή μέρους αυτής, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με τον εκάστοτε τόκο υπερημερίας, ενώ, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, το "Ταμείο Νομικών" δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο κάθε φορά υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας κα να επιδιώξει, με κάθε νόμιμο μέσο, την είσπραξη αυτού.

Περί τα τέλη του έτους 2013 απεστάλη στην ανακόπτουσα εφεσίβλητη από το Διευθυντή Οικονομικών του καθ' ου/ εκκαλούντος (Τμήμα Περιουσίας και Δανείων), ως διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", με συστημένη επιστολή το με αριθμό πρωτ. …/…-10-2013 έγγραφό του, με το οποίο της ζητείτο να εξοφλήσει τη συνολική οφειλή, την απορρέουσα από το συναφθέν δάνειο, ποσού 4.021,82 ευρώ μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα ακολουθούσε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.

Ακολούθως, με τη με αριθμό …/…-10-2013 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., η Διευθύντρια Οικονομικών του Τ.Α.Ν. (Τμήμα Περιουσίας και Δανείων) καταλόγισε-βεβαίωσε στην ανακόπτουσα-εφεσίβλητη χρηματική οφειλή, συνολικού ποσού 9.449,98 ευρώ, από το οποίο ποσό 4.021,82 ευρώ αφορούσε στο κεφάλαιο και ποσό 5.428,16 ευρώ στους αναλογούντες τόκους υπερημερίας.

Στη συνέχεια η ανακόπτουσα έναντι του ανωτέρω οφειλόμενου ποσού κατέβαλε το συνολικό ποσό των 4.521,82 ευρώ και το καθ' ου αιτήθηκε την είσπραξη του υπολοίπου ποσού των 4.928,16 ευρώ (=9.449,98 - 4.521,82) από τη Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, εκδόθηκαν δε προς τούτο η με αριθμό …/…-01-2015 ταμειακή βεβαίωση και η με αριθμό …/…- 01-2015 ατομική ειδοποίηση χρεών.

Σύμφωνα, δε, με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, μέχρι την ισχύ του ν. 3655/2008, οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων από τη σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.

Τούτο, διότι με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977 εξαιρέθηκαν όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που υπάγονταν στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ δε αυτών και το "Ταμείο Νομικών", που υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 7 του ν.δ. 1/1968.

Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974, που ρυθμίζει την παραγραφή των αξιώσεων κατά και υπέρ των Ν.Π.Δ.Δ., ούτε, δε, το ν.δ. 4114/1960 "περί Κώδικα Ταμείου Νομικών" περιείχε διάταξη που να ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα της παραγραφής των απαιτήσεων του Ταμείου, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.

Ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/03.04.2008) για τις σχετικές αξιώσεις του καθ' ου-εκκαλούντος, που υπεισήλθε στη θέση του "Ταμείου Νομικών", για την καταβολή τοκοχρεολυτικών δόσεων που δεν είχαν παραγραφεί, καθ' όσον εκάστη αξίωση είναι αυτοτελής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με τις οποίες (διατάξεις) οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται πλέον μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτών.

Εν προκειμένω, όλες οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που έπρεπε να καταβληθούν και δη σύμφωνα με τη σχετική δανειακή σύμβαση η πρώτη στις 18-08-1997 και η τελευταία στις 18-07-2002, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ, που συμπληρώθηκε για την πρώτη την 01-01-2003 και για την τελευταία την 01-01-2008. Επομένως, καμία δόση δεν καταλαμβάνεται πλέον από την ισχύ του ν. 3655/2008 και ως εκ τούτου ο ερευνώμενος πρώτος λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός εν όλω και ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατά συνέπεια όλων όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτήν ως άνω πράξη, παρελκούσης της έρευνας ετέρου λόγου της ανακοπής.....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν όλω δεκτή την ανακοπή της εφεσίβλητης, ακυρώνοντας την πληττόμενη με αριθμό …/…-01-2015 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, δεν έσφαλε και, επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ.

κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, ακυρώνοντας την …/….-1-2015 ταμειακή βεβαίωση της προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Κοζάνης εις βάρος της ανακόπτουσας, η οποία εκδόθηκε βάσει της …/…-10-2013 απόφασης καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ. 2 και 86 παρ. 1, 3 του ν. 2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση ήταν οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ και όχι εκείνες του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω ν. 2362/1995, που ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, με τις ως άνω παραδοχές του, το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 (3-4-2008), το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, τον σχετικό όρο της σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεών του να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008), χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία.

Η παραδοχή δε του Πρωτοδικείου, ότι δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως και, ως εκ τούτου, οι επί μέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, ουδόλως αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων, που είχε απλώς ως συνέπεια την επιβάρυνση αυτής με τόκους υπερημερίας από την καθυστέρηση καταβολής της.

Υπό τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επιδίωξη της είσπραξης ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου με τους τόκους υπερημερίας έλαβε χώρα μετά την ως άνω επελθούσα παραγραφή των επιμέρους από τις δόσεις αξιώσεων του Τ.Α.Ν., οπότε και εκδόθηκε η …/…-10-2013 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Δ/ντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν., καθόσον το Ταμείο Νομικών δεν είχε προβεί πριν την επελθούσα προηγουμένως παραγραφή (που συμπληρώθηκε και για την τελευταία δόση την 1-1-2008) στην κήρυξη ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού του δανείου με τους τόκους υπερημερίας ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, όπως θα είχε, βάσει της δανειακής σύμβασης, τη δυνατότητα να πράξει, χωρίς μία τέτοια συνέπεια να επέρχεται αυτομάτως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω σύμβασης, με την καθυστέρηση καταβολής δύο δόσεων, όπως το αναιρεσείον ισχυρίζεται.

Επομένως και ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 6 του ιδίου άρθρου, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Δικαστική δαπάνη εις βάρος του αναιρεσείοντος για την παρούσα αναιρετική δίκη δεν επιβάλλεται καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2019 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' (Ε.Φ.Κ.Α.) για αναίρεση της 11/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ