Legislator Case Law & Legislation
253/2020 AI generated

253/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 253/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

253/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 253/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Ε., 2) Σ. Π., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NP INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Οικονόμου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Α. Ζ., το γένος Δ. Κ., 2) Λ. Ζ. του Α., 3) Ζ. Ζ. του Α., 4) Σ. συζ. Λ. Ζ., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., 5) Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Λ. Ζ. και Σ. συζ. Λ. Ζ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Α. Ζ. και ) Α. - Μ. Ζ., 7) Β. Κ., κατοίκου ... και Ζ. Ζ., κατοίκου ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Ι. Κ. και ) Α. Κ., 8) Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9) Σ. συζ. Γ. Κ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., 10) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 11) Γ. Κ. και Σ. Κ. - Κ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Β. Κ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Γ. Δ. (ΑΜ ΔΣΑ ..., ως άγγελος του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Δημητρίου Σκανδάλη, ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".

Κατά το άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ, " Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 95 ΚΠολΔ "Αν στην ίδια δίκη εκπροσωπούν τον διάδικο περισσότεροι πληρεξούσιοι δικηγόροι έχουν δικαίωμα να ενεργούν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά.

Αντίθετος όρος του πληρεξουσίου εγγράφου δεν ισχύει απέναντι στον αντίδικο, εκτός αν το πληροφορήθηκε με κοινοποίηση". Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 19-10-2018, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (8-11-2019) με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από την ...'/21-6-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Ά.

Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την μετ' αναβολή ορισθείσα για τη συζήτηση της υπόθεσης παρούσα δικάσιμο (8-11-2019) επιδόθηκε παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Δημήτριο Σκανδάλη, ένα εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που τους εκπροσώπησαν τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017).

Με την από 9-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ` αριθμ. 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Στην από 27-03-2012 αγωγή (αριθμ. καταθ. 547/11-05-2012) οι αναιρεσίβλητοι 1. Α. χα Α. Ζ., 2 Λ.

Ζ., 3 Ζ. Ζ., 4 Σ. σύζ. Λ. Ζ., 5. Β. Κ., 6 Λ. και Σ. Ζ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Α. - Μ. Ζ., 7 Β. και Ζ. Κ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων τους Ι. και Α. Κ., 8 Σ. Κ., 9 Σ. σύζ. Γ. Κ., 10 Γ. Κ. και 11. Γ. και Σ. Κ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους Β.

Κ., εξέθεταν ότι ο πρώτος εκ των αναιρεσειόντων Ν. Μ., οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εκ των αναιρεσειόντων Σ. Π., ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εκ των αναιρεσειόντων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΡ Insurance - Νέος Ποσειδών Α.Ε.Ε.Ε.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του Α.

Ζ., συζύγου, πατέρα, πενθερού, παππού και προππάπου αυτών, αντιστοίχως, υπό συνθήκες λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή. Ζήτησαν κατόπιν τούτου να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν σε αυτούς, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία δυνάμει της ανωτέρω εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ζητούσαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως εκδόθηκε η με αριθμ. 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής έκανε αυτή μερικώς δεκτή κρίνοντας ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των οχημάτων ανερχόμενη σε ποσοστό 70% για τον θανόντα και ποσοστό 30% για τον πρώτο των αναιρεσειόντων και επιδίκασε στον καθένα των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες επί του προκειμένου ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, και ειδικότερα ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό των οδηγών παραβάσεως διατάξεων του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος τα ακόλουθα: "...Την 31-07-2010 και περί ώρα 12.09' μ.μ.

ο πρώτος εκ των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητος Ν. Μ. οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εκ των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητης Σ. Π., ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εκ των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "ΝΡ Insurance-Νέος Ποσειδών Α.Ε.Ε.Ε." εκινείτο επί της Ε.Ο Άρτας - Ιωαννίνων με κατεύθυνση την Άρτα, ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο Α.

Ζ. οδηγώντας την υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα, τύπου GORKOLIS, εκινείτο επί της αυτής Ε.Ο. με κατεύθυνση τα Ιωάννινα. Επί της ως άνω οδού και επί του 66ου χιλιομέτρου αυτής, πλάτους 7,90 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με ασφάλτινο έρεισμα 6,40 μ., επισυνέβη τροχαίο ατύχημα το οποίο οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια των οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή, την οποία έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οφείλει να καταβάλλει υπό τις αυτές περιστάσεις (βλ.

ΑΠ 1074/2007 No.Β 56.1799, ΑΠ 447/2000 Ε.Δ/νη 41.1309, ΑΠ 945/1995 Ε.Ε.Ν 63.798). Ειδικώτερα ο Α. Ζ., ο οποίος δεν κατείχε άδεια ικανότητος οδηγού και δεν έφερε προστατευτικό κράνος, ενώ αρχικώς εκινείτο κανονικώς, εν συνεχεία με μικρή ταχύτητα επλησίασε την υφισταμένη διπλή διαχωριστική γραμμή και ακολούθως παρεβίασε αυτήν και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με σκοπό να μεταβεί σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, κείμενο δεξιά ως προς την πορεία του Ν.

Μ., με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του τελευταίου, με συνέπεια την σφοδρή σύγκρουση των οχημάτων σε απόσταση 0,90 μέτρων από το έρεισμα της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο εναγόμενος, του εμπρόσθιου μέρους του αυτοκινήτου με το δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας, η οποία εξετινάχθη σε απόσταση 31,50 μέτρων από το σημείο ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου.

Μετά ταύτα σε χρόνο περίπου πέντε λεπτών επήλθε ο θάνατος του Α. Ζ.. Συγκλίνουσα όμως αμέλεια επέδειξε και ο οδηγός του αυτοκινήτου Ν. Μ.. Ειδικώτερα ενώ εκινείτο με ταχύτητα περί τα 90 χ/ω, στα όρια δηλαδή της επιτρεπομένης για την περιοχή ταχύτητας, περιοχή με μη περιορισμένη ορατότητα και με ηλιοφάνεια (βλ.

την από 31-07-2010 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Άρτας) και ενώ έβλεπε την όλη κίνηση του οδηγού της μοτοσυκλέτας από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και την διέλευση από την διαχωριστική γραμμή (βλ. την από 31-07-2010 προανακριτική απολογία του:...σε ελάχιστη απόσταση από εμένα, βλέπω μία μηχανή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας να κινείται πολύ αργά, κάθετα σε σχέση με την πορεία μου από αριστερά προς τα δεξιά.

Ο οδηγός της μοτ/τας φθάνοντας στην διπλή διαχωριστική γραμμή, επιτάχυνε και εγώ πάτησα φρένο, ενώ είχε ήδη μπεί στο δικό μου ρεύμα κυκλοφορίας), δεν επεχείρησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όπου δεν υπήρχε κίνηση οχημάτων, για να αποφύγει την σύγκρουση, αλλά απλώς ετροχοπέδησε, όταν πλέον η δίκυκλη μοτοσυκλέττα ήταν σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν (βλ.

την ως άνω έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Η συγκλίνουσα δε αμέλεια του Ν. Μ. ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, μετά δέουσα εκτίμηση των αποδείξεων, σε ποσοστό 30%, ενώ του αποβιώσαντος Α. Ζ. σε ποσοστό 70%.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο τον Α. Ζ., έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως". Με το να δεχθεί τα παραπάνω το Εφετείο, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ατύχημα, την αμελή οδηγική συμπεριφορά τόσο του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας όσο και του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόκλησης του ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς τόσο του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας όσο και του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα, του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας Α. Ζ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Συνεπώς ο εκτιμώμενος ως θεμελιούμενος επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόκλησης του ατυχήματος που δεν διακόπηκε από οποιαδήποτε αιτία.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί και κατά το σκέλος του αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.

Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, στην κατ' έφεση δίκη, περιέλαβαν στο κείμενο των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεών τους στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν ο ισχυρισμός τους περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος Α.

Ζ. σε ποσοστό 30% στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους. Επιπροσθέτως δε, σ' αυτό τούτο το κείμενο των προτάσεών τους στο Εφετείο, πρόβαλαν και πάλι ρητώς τον εν λόγω ισχυρισμό.

Έτσι, η επαναφορά στο Εφετείο του επίμαχου ισχυρισμού ήταν παραδεκτή (ΑΠ 224/2016). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εξ άλλου, επί αγωγής για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914, 928, 932 του Α.Κ.), ο ισχυρισμός αυτού, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του θανόντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (άρθρο 300 Α.Κ.).

Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερομένη διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 810/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος Α.

Ζ., λόγω μη χρήσης κράνους ασφαλείας κατά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας, παράλειψη που τελεί σε άρρηκτη σύνδεση με τη φύση και την έκταση του τραυματισμού του, καθόσον εάν φορούσε κράνος κατά την στιγμή του ατυχήματος δεν θα είχε υποστεί τέτοιας έκτασης βλάβες στην κεφαλή (αιμορραγικές διηθήσεις) και δεν θα είχε επέλθει το μοιραίο αποτέλεσμα.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ως άνω ένσταση που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς την έκταση των αποτελεσμάτων του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και επηρεάζει άμεσα το ύψος των αγωγικών αιτημάτων των αναιρεσιβαλλομένων, προτάθηκε παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου, παραδεκτά με τις προτάσεις, τον σχετικό δε ισχυρισμό, που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αποτελεί "πράγμα", δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατά το άρθρο 932 εδάφ. γ' του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος ως ψυχική οδύνη. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, λόγω της φύσης του, υφίσταται αναγκαία τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της διάταξης αυτής, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος, ως αόριστης νομικής έννοιας, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανόντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, ανεξάρτητα από το αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (ΑΠ Ολομ. 16/2011).

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος. οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, ήτοι πεθερός, πεθερά, γαμπρός και νύφη (ΑΠ 602/2015, ΑΠ 675/2013 ΑΠ 382/2013, ΑΠ 1723/2012, ΑΠ 69/2017), ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανηψιός του, δεν περιλαμβάνονται (ΑΠ 382/2013, ΑΠ 675/2013).

Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του Α. Ζ. στον δέκατο ενάγοντα Γ. Κ., σύζυγο της εγγονής του θανόντος, που δεν συμπεριλαμβανεται στην οικογένεια του θανόντος, αφού είναι συγγενής εξ αγχιστείας πέραν του πρώτου βαθμού, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 932 εδ.

γ' ΑΚ, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος Α. Ζ., λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος ασφαλείας κατά το χρόνο του ατυχήματος και ως προς το κεφάλαιο που αφορά τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ως ψυχική οδύνη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων για την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος Α. Ζ., λόγω του ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος ασφαλείας κατά το χρόνο του ατυχήματος και ως προς το κεφάλαιο που αφορά τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ως ψυχική οδύνη.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ