253/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως στην παράγραφο 3 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι η αναίρεση ασκήθηκε μετά την 1.1.2016) και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.
Legislator headnote
AI generated253/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.
Full text
Απόφαση 253 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 253/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Ε.,2) Ε. Β. του Α., 3) Κ. Γ. του Π., 4) Σ. Γ. του Η., 5) Λ. Δ. του Π., 6) Ο. Κ. του Χ., 7) Α. Κ. του Δ., 8) Χ. Ν.- Μ. Υ.- Α. Ν., 9) Δ. Π. του Θ., 10) Π. Π. του Π., 11) Δ. Π. του Γ., 12) Χ. Π. του Ν., 13) Κ. Σ. του Γ., 14) Δ. Τ. του Χ., 15) Β. Τ. του Σ.,16) Ά. Χ. του Ε., 17) Ν. Α. του Π., 18) Π. Β. του Ν., 19) Α. Γ. του Γ., 20) Α. Ε. του Ι., 21) Κ. Κ. του Π., 22) Δ. Λ. του Γ., 23) Ι. Ν. του Δ., 24) Ε. Π. του Ι., 25) Ε. Σ. του Α., 26) Ν. Τ. του Κ., 27) Θ. Τ. του Κ., 28) Σ. Τ. του Ε., 29) Δ. Α. του Π., 30) Κ. Β. του Γ., 31) Δ. Β. του Χ., 32) Δ. Ζ. του Λ., 33) Σ. Κ. του Σ., 34) Δ. Κ. του Π.-Α., 35) Ν. Λ. του Σ., 36) Κ. Λ. του Φ., 37) Ν. Λ. του Α., 38) Δ. Π. του Η., 39) Γ. Σ. του Π., 40) Σ. Σ. του Ι., 41) Ε. Μ. του Ι., 42) Χ. Γ. του Π., 43) Γ. Σ. του Ν., 44) Λ. Σ. του Σ. και 45) Ζ. Β. του Γ., κατοίκων απάντων εκ της εργασίας τους, …., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης(ΝΠΔΔ-ΟΤΑ)με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΥΛΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Φυλή Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Ντίνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) Υπό εκκαθάριση τελούσα " ..." ...και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ένα εκ των τριών εκκαθαριστών Γεώργιο Νικητάκη, που παραστάθηκε και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο τον παρόντα δικηγόρο Γεώργιο Πολίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-6-2011, 28-8-2013, 14-10-2013 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, την από 19-12-2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 21-12-2013 κύρια παρέμβαση της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2472/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1675/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως στην παράγραφο 3 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 και ισχύει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι η αναίρεση ασκήθηκε μετά την 1.1.2016) και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.
Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 25-7-2016 αίτηση αναίρεσης με κλήση των αναιρεσειόντων. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες.
Κατ` αυτήν οι αναιρεσείοντες φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από τον παραστάντα δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Περπατάρη. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος αυτός προσκομίζει και επικαλείται το …37/21-5-2018 πληρεξούσιο της Σ/φου Μ. Π., από το οποίο προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, συζήτησης και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην των αναιρεσειόντων .
Θ. Τ. (27ου) και Γ. Σ. (43ου), ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απόντες. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει νόµιµη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, ούτε αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι αυτοί κλητεύθηκαν, νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστούν στην παρούσα δικάσιµο από τους αντιδίκους τους αναιρεσίβλητους, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, την οικεία έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης κλήσης για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή.
Πρέπει, εποµένως, να χωριστεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης, ως προς τους παραπάνω διαδίκους.
2. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 41ος, 42ος, και 43ος (απολειπόμενος σήμερα) των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων με την από 30-6-2011 (αρ. κατ.118810/3741/2011) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες από την εναγομένη και νυν δεύτερη αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση τελούσα "..." (...) και τον διακριτικό τίτλο "...", με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο καθένας απ' αυτούς, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτή.
Ότι η εναγομένη καθυστέρησε αδικαιολόγητα να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, των μηνών Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 2008, Μαΐου-Αυγούστου του 2009, καθώς και το επίδομα αδείας του 2009, με αποτέλεσμα την 14-6-2009 να προβούν σε επίσχεση εργασίας. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας τους, του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου του 2010 έως και Ιουνίου του 2011 και για δώρο Πάσχα του 2010, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο.
Περαιτέρω ότι όλοι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες πλην της 42ης και 43ου, με την από 28-8-2013 (αρ.κατ.117757/4408/2013) αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν κατά αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες από την τελούσα ήδη υπό εκκαθάριση "..." (...) και τον διακριτικό τίτλο "...", με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθούν με τις ειδικότητες που αναφέρουν.
Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη άνω Δημοτική Επιχείρηση- εργοδότρια, καθυστέρησε αδικαιολόγητα να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, με αποτέλεσμα την 18-9-2008 να προβούν σε επίσχεση εργασίας. Ότι το εναγόμενο της αγωγής αυτής και νυν πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ-Δήμος Φυλής με απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου αποφάσισε τη λύση της ανωτέρω δημοτικής επιχείρησης σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 270 του Ν. 3463/2006 και του άρθρου 284 του ΠΔ 410/1995.
Ότι με την ανωτέρω απόφαση ορίστηκε ότι από τη λύση της ως άνω δημοτικής επιχείρησης προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του Δήμου οικονομικού έτους 2012 ποσού 9.460.000 ευρώ που αφορά, μεταξύ άλλων, σε δαπάνες για οφειλόμενες αποδοχές προσωπικού εξηρτημένης εργασίας (2.000.000 ευρώ), δαπάνες για οφειλόμενες αποδοχές προσωπικού μη εξηρτημένης εργασίας (450.000 ευρώ), δαπάνες για οφειλόμενες αποζημιώσεις προσωπικού λόγω συνταξιοδοτήσεως (200.000 ευρώ), δαπάνες για οφειλόμενα λειτουργικά έξοδα, δαπάνες για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, δαπάνες για οφειλόμενα χρέη προς το Δημόσιο κλπ.
Ότι το εναγόμενο της αγωγής αυτής κανένα ποσό δεν τους έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Ζήτησαν δε με τη δεύτερη αυτή αγωγή να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας τους, του χρονικού διαστήματος Δεκεμβρίου του 2010 έως και Αυγούστου του 2013 και για δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2010, 2011 και 2012, με το νόμιμο τόκο.
Επίσης με την από 14-10-2013 (αρ.κατ. 135940/4852/2013) αγωγή της η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Δημοτική Επιχείρηση, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 15-7-2010 επίσχεσης εργασίας των εναγόντων-εναγομένων και νυν αναιρεσειόντων για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Περαιτέρω το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ Δήμος Φυλής( εναγόμενο στην από 28-8-2013 (δεύτερη) αγωγή) άσκησε την από 19-12-2013 προσεπίκληση και τη σωρευόμενη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ισχυριζόμενο ότι η καθής η προσεπίκληση ως άνω υπό εκκαθάριση τελούσα " ..." ήταν εργοδότρια των εναγόντων, προσεπικάλεσε την τελευταία στη δίκη, για να παρέμβει κυρίως, άλλως προσθέτως σ' αυτή προς υποστήριξη του και προς απόκρουση της αγωγής των εναγόντων εναντίον του, ζητώντας επικουρικά, δηλαδή σε περίπτωση ήττας του, να υποχρεωθεί να του καταβάλει, ό,τι ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω κύριες αγωγές, την προσεπίκληση με την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης και την ασκηθείσα κύρια άλλως πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις από 30-6-2011 και από 28-8-2013 κύριες αγωγές των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 14-10-2013 αγωγή της υπό εκκαθάριση "..." (...) και την από 21-12-2013 κύρια, άλλως πρόσθετη παρέμβαση αυτού και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-7-2010 επίσχεσης εργασίας των εναγομένων (εναγόντων στις δύο πρώτες κύριες αγωγές) και έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της πιο πάνω παρεμπίπτουσας αγωγής ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Κατ' αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες των από 30-6-2011 και από 28-8-2013 κύριων αγωγών. Επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1675/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη εκεί απόφαση κατά το μέρος που εφεσιβλήθηκε και η μεν πρώτη από τις άνω αγωγές απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αίτημά της για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και ως μη νόμιμη ως προς το αίτημά της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η δε δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Κατ'αυτής δε άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης οι ενάγοντες.
3. Κατά το άρθρο 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το Ν. 3463/2006: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31-12-2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση".
Η ορισθείσα με τη διάταξη αυτή προθεσμία παρατάθηκε με τα άρθρα 25 παρ. 1α Ν.3613/2007, 21 παρ. 13 Ν.3731/2008 και 17 παρ. 3 Ν. 3812/2009 μέχρι τις 31-12-2008, 31-12-2009 και 31-12-2010 αντίστοιχα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 262 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα: "Τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι μετά τη λύση της Δημοτικής Επιχείρησης ο Δήμος ή η Κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) αλλά αντίθετα η Δημοτική Επιχείρηση μετά τη λύση της, τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (άρθρο 72 εδ.
β'ΑΚ), μόνο δε μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει (ΑΠ 2005/2017). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 Ν. 4071/2012 με τον τίτλο "Δημοτικές επιχειρήσεις με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού" ορίστηκε: "Ι.
Σε περίπτωση λύσης υφιστάμενων δημοτικών επιχειρήσεων με ειδικό σκοπό τη λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, η δραστηριότητα τους δεν μεταφέρεται. 2. Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού τους, ανεξαρτήτως εάν αυτό μεταφέρεται ή όχι, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο ΟΤΑ, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά το στάδιο της εκκαθάρισης τους, ή μετά το πέρας αυτής, έπειτα από σχετική εισήγηση των εκκαθαριστών και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του".
4. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 4071/2011 και απέρριψε ως προς το ΝΠΔΔ-ΟΤΑ Δήμο Φυλής-πρώτο αναιρεσίβλητο, την από 28-8-2013 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να τους καταβάλει τις αναφερόμενες εκεί απαιτήσεις τους, ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι δεν ήταν καθολικός διάδοχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και εργοδότριας τους προς πληρωμή τους(ενδίκων απαιτήσεων), εφόσον δεν τηρήθηκαν οι από το άνω άρθρο προβλεπόμενες προς τούτο προϋποθέσεις.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της από 28-8-2013 αγωγής προκύπτει ότι πουθενά στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρεται η στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 4071/2012, προβλεπόμενη ακολουθητέα διαδικασία, προκειμένου να καταβληθούν από τον άνω Δήμο οι δεδουλευμένες αποδοχές.
Ειδικότερα καίτοι στην αγωγή αυτή (σελ. 4 αυτής) αναφέρουν οι ενάγοντες ότι η εργοδότριά τους, ήτοι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ..., έχει τεθεί με απόφαση των οικείων οργάνων της σε καθεστώς εκκαθάρισης και αναφέρουν μάλιστα και την 326/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Φυλής, η οποία αφορά στη λύση της Δημοτικής αυτής επιχείρησης (β' αναιρεσίβλητης), την θέση της με απόφαση των οικείων οργάνων σε καθεστώς εκκαθάρισης καθώς και ότι με την απόφαση αυτή προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού του Δήμου μεταξύ άλλων για οφειλόμενες αποδοχές προσωπικού εξαρτημένης και μη εργασίας, καθώς και αποζημιώσεις προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης, εν τούτοις δεν αναφέρουν ότι τηρήθηκε ή άνω διαγραφομένη από το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 προϋπόθεση, προκειμένου να αιτηθούν από το πρώτο αναιρεσίβλητο τις επίδικες αξιώσεις.
Επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας την από 28-8-2013 αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, ορθά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 ερμήνευσε και εφάρμοσε σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη. Ειδικότερα διότι από το προαναφερθέν άρθρο 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το Ν.3463/2006 προκύπτει σαφώς α)ότι από την έναρξη ισχύος του έως τις 31-12-2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση", από δε το άρθρο 262 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, β)ότι τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής και ότι μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης και μόνο, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει.
Ότι δηλαδή μετά τη λύση της Δημοτικής Επιχείρησης ο Δήμος ή η Κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) αλλά αντίθετα η Δημοτική Επιχείρηση μετά τη λύση της τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (άρθρο 72 εδ.
β` ΑΚ), μόνο δε μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει.
Συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς διαρκεί η εκκαθάριση της εργοδότριας ... και για όσο διαρκεί, για να υπεισέλθει ο εν λόγω Δήμος Φυλής στις άνω ένδικες υποχρεώσεις της τελευταίας, εφόσον κατά τα άνω δεν είναι καθολικός της διάδοχος ακόμη, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4071/2012 να υπάρχει συγκεκριμένη εισήγηση του εκκαθαριστή, που να αφορά τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου περί αναλήψεως της υποχρεώσεως αυτής. Επομένως ο πρώτος λόγος με τον οποίο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
5. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Προκειμένου μάλιστα να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια αποκλείεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικά λόγο.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη δι` αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ελέγχεται ως απαράδεκτος, εφόσον οι ένδικες από 30-6-2011 και 28-8-2013 αγωγές απορρίφθηκαν από το Εφετείο η μεν πρώτη εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και εν μέρει ως μη νόμιμη, η δε δεύτερη ως μη νόμιμη.
Εξάλλου, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του δικαστηρίου για το ουσιαστικά βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, πρέπει το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 870/2017,ΑΠ 2004/2017, ΑΠ1220/2015,ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 287/2008).
Συνεπώς είναι απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αίτησης συνολικά ως προς όλες τις μερικότερες αιτιάσεις του κατ'εκτίμηση από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον το Εφετείο όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε τις άνω αγωγές, την μεν πρώτη εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και εν μέρει ως μη νόμιμη, τη δε δεύτερη ως μη νόμιμη, και επομένως δεν εισήλθε σε καμιά απ' αυτές στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και αιτιολογιών. Και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από την επισκόπηση της αίτησης αναίρεσης στον δεύτερο αυτό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν πλημμέλειες που αφορούν την πρωτοβάθμια 2472/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι την προσβαλλομένη και επομένως είναι και εξ αυτού του λόγου απαράδεκτος. 6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν δυσχερής(άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Τ.(27ο) και Γ. Σ.(43ο) και κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη την συζήτηση.
Απορρίπτει την από 25-7-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1675/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών των λοιπών αναιρεσειόντων. -Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ