253/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated253/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 94 § 1 του Κ.Πολ.Δικ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 §§ 1 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Full text
Απόφαση 253 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - Θ. Α. του Μ. - Γ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας του Κ., χήρας Μ. - Γ. Α., το γένος Κ. Ξ., 2) Ν., συζύγου Έ. Γ., το γένος Μ. - Γ. Α., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας της Κ., χήρας Μ. - Γ.
Α., το γένος Κ. Ξ., 3) Γ. Ξ. του Μ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 4) Θ. Ξ. του Μ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 5) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας και αποβιωσάσης μητέρας του Ε. χήρας Κ. Γ., θυγ. Μ. Ξ., 6) Α., συζύγου Κ. Γ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας και αποβιωσάσης μητέρας της Ε.
χήρας Κ. Γ., θυγ. Μ. Ξ., 7) Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Δ. Ξ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 8) Ι., χήρας Θ. Ξ., το γένος F. D., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτείων Αμερικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος και αποβιώσαντος συζύγου της Θ. Ξ. του Δ., 9) Ά. Ξ. - Ο. του Θ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος και αποβιώσαντος πατέρα της Θ.
Ξ. του Δ., 10) Τ. Ξ. του Θ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος και αποβιώσαντος πατέρα της Θ. Ξ. του Δ., 11) Μ. συζύγου Ν. Γ., θυγ. Δ. Ξ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 12) Ι. Ξ. του Δ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 13) Χ. θυγ. Δ. Ξ.., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 14) Κ.
συζύγου Γ. Π., θυγ. Σ. Ξ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 15) Θ. Ξ. του Σ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 16) Θ. συζύγου Β. Κ., θυγ. Σ. Ξ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 17) Σ. συζύγου Δ. Γ., θυγ. Σ. Ξ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 18) Μ. Ξ. του Σ., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και 19) Μ.
συζύγου Σ. Σ.., θυγ. Σ. Ξ.., κατοίκου ... Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6η, 7η, 11η, 12ος, 13η, 14η, 15ος, 16η, 17η, 18ος και 19η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαραλαμπίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι 8η, 9η και 10η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην …, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην …, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην πόλη της … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) εξωχώριας (offshore) εταιρείας με την επωνυμία "..." και έδρα το …, των ..., η οποία διατηρεί γραφείο στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) εξωχώριας (offshore) εταιρείας με την επωνυμία "..." και έδρα το … των ..., η οποία διατηρεί γραφείο στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., που εδρεύει στη … Κύπρου, διατηρεί γραφείο στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 8) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ... και 9) Ε. Σ. του Α., κατοίκου .... Οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, οι 3η, 4η, 5η, 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Ναυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο 8ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και η 9η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παρθενίδη, ήδη 8ο αναιρεσίβλητο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 7ης, 11ης, 12ου, 13ης, 14ης, 15ου, 16ης, 17ης, 18ου και 19ης αναιρεσειόντων και των ήδη αποβιωσάντων Ε. συζύγου Κ. Γ.., θυγ. Μ. και Θ. Ξ. του Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1751/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4302/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 15-9-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο αυτοπροσώπως παραστάς 8ος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος της 9ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 94 § 1 του Κ.Πολ.Δικ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 §§ 1 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω από το άρθρο 576 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και, σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία από αυτές αρχή, ότι για την συζήτηση της υποθέσεως στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει την συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζητήσεως γίνεται από τους αναιρεσείοντες και ο δικηγόρος που εμφανίζεται στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της αναιρέσεως, δηλώνει ότι παρίσταται για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, εάν κατά την γενομένη αυτεπαγγέλτως προς τούτο έρευνα διαπιστωθεί έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς κάποιους ή έστω και ως προς ένα μόνον από αυτούς (αναιρεσείοντες), η επίσπευση της συζητήσεως ως προς αυτούς δεν είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 § 1 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, και εφόσον περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι οι μη εμφανισθέντες στο ακροατήριο και μη χορηγήσαντες ρητή πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο που και για λογαριασμό τους επέσπευσε την συζήτηση της αναιρέσεως αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την συζήτηση αυτής (αναιρέσεως) από τους λοιπούς ομοδίκους τους ή από τον αντίδικό τους αναιρεσίβλητο, η υπόθεση, εφόσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας, χωρίζεται και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς αυτούς (ΑΠ 281/2015, ΑΠ 89/2014), και β) σε περίπτωση, κατά την οποία είναι απών ο φερόμενος ως ασκήσας την αναίρεση διάδικος, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως (ΑΠ 160/2016, ΑΠ 188/2014, ΑΠ 195/2014, ΑΠ 240/2014).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και φωτοαντίγραφα των οικείων σελίδων του πινακίου προκύπτει ότι δικάσιμος της συζήτησης για την κρινόμενη από 19-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 4302/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ορίστηκε η 28-9-2015, μετ' αναβολή δε η 22-2-2016 και τέλος η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσείοντες υπό τους αύξοντες αριθμούς του αναιρετηρίου 1 έως 7 και 11 έως 19 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαραλαμπίδη, ο οποίος προσκόμισε τα σχετικά πληρεξούσια, ενώ η όγδοη, η ένατη και η δέκατη των αναιρεσειόντων, αλλά και οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 § 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Και όσον αφορά μεν τις τρεις αναιρεσείουσες (8η, 9η και 10η) κανένα νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται, από το οποίο να προκύπτει παροχή πληρεξουσιότητας από αυτές για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ούτε σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, πριν από την αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο, είχαν παραστεί αυτές στο ακροατήριο ώστε να παράσχουν νομίμως πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο.
Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε νόμιμη επίσπευση της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τις ανωτέρω αναιρεσείουσες και περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι αυτές κλητεύθηκαν από τους λοιπούς ομοδίκους τους ή από τους αναιρεσίβλητους, πρέπει, προκειμένης απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτές.
Περαιτέρω, όσον αφορά την πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, από τις υπ' αριθμ. …/19-2-2015 και …/24-2-2015 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητή των Πρωτοδικείων Πειραιώς και Ηρακλείου Κρήτης, αντίστοιχα, Κ. Ζ. και Ά. Μ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4302/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ' αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την 28-9-2015, καθώς και κλήση πρός συζήτηση για την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την 22-2-2016 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σε καθένα από τους εκκαθαριστές της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, Ν.
Σ. και Σ. Β., νομίμως και εμπροθέσμως. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευσή τους, η συζήτηση χωρεί σαν να ήσαν και αυτές παρούσες. Από τις διατάξεις των άρθρων 138 εδ., 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.
Εικονική, συνεπώς, είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 218/2010). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ, κατά την οποία η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την, προκύπτει ότι η εικονικότητα και η από αυτήν ακυρότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου που συναλλάχθηκε εν γνώσει αυτής, όχι δε και κατά εκείνου που την αγνοεί.
Έτσι στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 382/2009).
Εξάλλου, καμία επιρροή δεν ασκεί στο κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο (ΑΠ 218/2010).
Περαιτέρω, η νομική προσωπικότητα, ως δημιούργημα του δικαίου, ανταποκρίνεται στην ανάγκη περιορισμού ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι, συνεπώς, το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, με άμεσο αποτέλεσμα τον περιορισμό της υπεγγυότητας της προσωπικής περιουσίας των μελών τους (ΟλΑΠ 2/2013).
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες χρησιμοποιείται από αυτούς ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, προστατεύοντας έτσι τα μέλη τους από αυτές, δεδομένου ότι αυτόν ακριβώς το σκοπό εξυπηρετεί το είδος αυτό των εταιρειών.
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που οι μετοχές Ανώνυμης Εταιρείας συγκεντρώνονται σε ένα πρόσωπο, ελέγχοντάς την έτσι, τυπικά και ουσιαστικά, ή όταν τα συμφέροντα της εταιρείας συμπίπτουν με αυτά του βασικού μετόχου της, αφού από το δίκαιο αναγνωρίζεται η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ΟλΑΠ 2/2013).
Ειδικότερα, στο χώρο των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, αποτελεί πάγια τακτική η σύσταση από έναν και μόνο επιχειρηματία, περισσότερων εταιρειών και η σύνδεση τους με πολύπλοκες σχέσεις, ώστε να διασπείρεται σε αυτές ο επιχειρηματικός• κίνδυνος (ΑΠ 11/2009). Η ανωτέρω συμπεριφορά, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αλλά αντιθέτως ενθαρρύνεται με την κατοχύρωση της περιουσιακής αυτοτέλειας των εταιρειών, την δυνατότητα έκδοσης ανώνυμων μετοχών και την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση.
Ακόμη, δε, και αν γίνει δεκτό ότι η εταιρεία χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως παρένθετο .πρόσωπο, τότε μόνη συνέπεια αποτελεί η εγκαθίδρυση σωρευτικής ευθύνης του κρυπτόμενου από αυτήν, φυσικού προσώπου απέναντι στους δανειστές του, χωρίς όμως να αίρεται η αυτοτέλεια της εταιρείας αυτής. Με άλλα λόγια, τα νομικά πρόσωπα επιφέρουν από τη φύση τους κάμψη του κανόνα περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητας, καθότι σκοπός τους αποτελεί η αυτοδύναμη επιχειρηματική δραστηριότητα, προς όφελος των "κρυπτόμενων" πίσω από αυτά, φυσικών προσώπων.
Η αντιμετώπιση των εταιρειών αυτών ή των δικαιοπραξιών, στις οποίες συμβάλλονται ως εικονικών, στις παραπάνω περιπτώσεις, θα καθιστούσε τις πρώτες ανίκανες να επιτελέσουν τον προστατευτικό ρόλο, για τον οποίο και προβλέφθηκαν από το νόμο. Όσα άλλωστε γίνονται δεκτά για τη ναυτιλιακή επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου νομίμως οι επιχειρηματίες συνιστούν περισσότερες εταιρείες για τη διαχείριση των πλοίων τους, ισχύουν στο ακέραιο και για τις κεφαλαιουχικές εταιρείες και για τα αποκτηθέντα από αυτές περιουσιακά στοιχεία.
Ακόμη, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά, για την κατάφαση της εικονικότητας δικαιοπραξίας, απαιτείται ο εικονικώς δηλών να μην επιθυμεί στην πραγματικότητα την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της πραγματοποιηθείσας δικαιοπραξίας. Έτσι, ο επιχειρηματίας, που μεταβιβάζει σε εταιρείες του τα περιουσιακά του στοιχεία, γνωρίζει πολύ καλά ότι αποξενώνεται από την κυριότητα αυτών και ότι αυτά στο μέλλον δε θα αποτελούν τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας του.
Αυτή την έννομη συνέπεια, όχι μόνον την αποδέχεται, αλλά και την επιδιώκει με τις εν λόγω μεταβιβάσεις. Αποσκοπεί δηλαδή ακριβώς, στην επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Θ. Ξ. που γεννήθηκε στη …, κάτοικος όσο ζούσε, …, … και … ΗΠΑ, απεβίωσε στις 24-10-2010, σε ηλικία 80 ετών στο … χωρίς να αφήσει διαθήκη. Άγαμος και χωρίς τέκνα ο θανών, κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερους συγγενείς του τους ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες), πρώτα εξαδέλφια του από την πατρική γραμμή και τέκνα αυτών (ανεψιούς του), οι οποίοι καλούνται στην κληρονομιά, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, αναγνωρισθέντες με την 2387/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ' αριθμ.
…/2011 κληρονομητήριο του Γραμματέα του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με βάση αυτή, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του επ' ωφελεία απογραφής, με τις …-…/14-2-2011 και …/21-3-2011 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο αποβιώσας ήταν επιχειρηματίας, με πολυετή και επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα στο ναυτιλιακό τομέα, από την οποία απέκτησε σημαντική ακίνητη περιουσία.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ασχολήθηκε με την αναδιάρθρωση των φορέων της ακίνητης περιουσίας του και με τις επενδύσεις των κερδών του, σε αγορές ακινήτων, μεταξύ των άλλων στην … και στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη …. Την επιχειρηματική του δραστηριότητα άσκησε ο θανών, ως εφοπλιστής, μέσω διαφόρων εταιριών που ίδρυσε, εγχώριων και εξωχώριων και όπως συνηθίζεται στον τομέα των ναυτιλιακών εταιριών, δεν συναλλασσόταν στο όνομά του αλλά στο όνομα αυτών (εταιριών του).
Ακόμη και οι μισθώσεις των κατοικιών που διατηρούσε ο θανών στην Αθήνα στην οδό … και στο ..., είχαν καταρτιστεί στο όνομα των εταιριών του ...'', η πρώτη και ... η δεύτερη. Με το …/28-9-1990 συμβόλαιο που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Ν. Σ., ιδρύθηκε από τον Κ. Σ., δικηγόρο-καθηγητή Πανεπιστημίου και τον υιό του Ν.
Σ., επίσης δικηγόρο, ως πληρεξούσιο και εκπρόσωπο της εξωχώριας εταιρίας ''...'', με έδρα το … των ..., η πρώτη εναγομένη εταιρία (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", συμφερόντων Θ. Ξ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών με αριθμό ΜΑΕ ...
με έδρα την … και σκοπό την αγορά και εκμετάλλευση, καλλιέργεια και αξιοποίηση αγροτικών εκτάσεων, τη διαχείριση και εκμετάλλευση τόσο ακινήτων της εταιρείας όσο και των ακινήτων ιδιοκτησίας τρίτων καθώς και την άσκηση κάθε είδους ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Περαιτέρω, με το …/31-12-1990 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Χίου Μ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο …και με αριθμό …, ο Θ. Ξ., εκπροσωπούμενος στο συμβόλαιο από τον ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του Ε. Α., με το …/27-12-1990 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ., πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη εταιρεία ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Χίου Χ.
Π., ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της εταιρείας αυτής, ένα οικόπεδο με ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στη θέση "…" …, έκτασης 6195,56 τ.μ. και το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγροκτήματος στη θέση "…" με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 48.454,49 τ.μ., τα οποία περιγράφονται ειδικότερα στο παραπάνω συμβόλαιο, αντί τιμήματος 7.000.000 δραχμών, από το οποίο 3.500.000 δραχμές καταβλήθηκαν αυθημερόν από την αγοράστρια μετρητοίς, πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, απόντος του Συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο τίμημα πιστώθηκε μέχρι τις 31-12-1991, οπότε έπρεπε να καταβληθεί με δυνατότητα παράτασης κατόπιν συμφωνίας των μερών, ενώ δόθηκε στον πωλητή το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο πωλούμενο ακίνητο για το τίμημα που πιστώθηκε, το οποίο εξοφλήθηκε στις 16-2-1995, σύμφωνα με την με την ίδια ημερομηνία εξοφλητική απόδειξη του αντιπροσώπου του πωλητή Ε.
Α., ο οποίος εργαζόταν στις επιχειρήσεις του θανόντος και ήταν από τους πιο έμπιστους και στενούς συνεργάτες του. Ο Χ. Π., δικηγόρος Χίου, που εκπροσώπησε την αγοράστρια εταιρεία ...., στην κατάρτιση του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ουδεμία είχε σχέση με τον αποβιώσαντα πριν από το έτος 1990 οπότε για πρώτη φορά κλήθηκε από το δικηγορικό γραφείο του καθηγητή Πανεπιστημίου Κ.
Σ., με το …/12-12-1990 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, να παραστεί ενώπιον Συμβολαιογράφου Χίου για λογαριασμό της, κατά την υπογραφή αγοραπωλησίας ακινήτων που επρόκειτο η εταιρεία να αγοράσει για την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Περαιτέρω, με το …/31-12-1990 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου Χίου Μ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο … και με αριθμό …, ο Θ. Ξ., εκπροσωπούμενος από τον ίδιο ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του Ε. Α. με το …/27-12-1990 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ., πώλησε και μεταβίβασε προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χίου, Χ.
Π., ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της εταιρείας αυτής, τρία (3) αγροτικά ακίνητα στη θέση "…" της κοινότητας … και συγκεκριμένα έναν αγρό, έκτασης 1170 τ.μ. και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "…", έκτασης 150 τ.μ. και έναν αγρό στη θέση "…", έκτασης 400 τ.μ., τα οποία αναλυτικά περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια στο συμβόλαιο, αντί τιμήματος 275.000 δραχμών, που καταβλήθηκε μετρητοίς από τον αγοραστή πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και χωρίς την παρουσία συμβολαιογράφου.
Στις 5-1-2001 με την …/2001 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της εταιρείας ...., διότι δεν υπέβαλε ισολογισμούς των ετών 1994-1999 εγκεκριμένους από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων, με αποτέλεσμα τη λύση αυτής και τη θέση της έκτοτε υπό εκκαθάριση. Οι εκκαθαριστές της εταιρείας αυτής Μ.
Κ. και Σ. Β., μετά το θάνατο του Θ. Ξ., με το …/15-10-2010 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Χίου Ρ. Κ, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό γραφείο Χίου με αριθμό …/3-12-10, πώλησαν και μεταβίβασαν το ακίνητο στη θέση "…" στον όγδοο εναγόμενο (και ήδη όγδοο αναιρεσίβλητο)-υιό του δικηγόρου Χ. Π., ο οποίος εκπροσώπησε, όπως προαναφέρθηκε, την εταιρεία ...., στις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις και στη σύζυγό του ένατη εναγομένη (και ήδη ένατη αναιρεσίβλητη) αντί τιμήματος 200.000 ευρώ, από το οποίο ποσό 100.000 ευρώ καταβλήθηκε στην πωλήτρια εταιρεία από στεγαστικό δάνειο που έλαβαν οι αγοραστές από την τράπεζα …, (βλ.
την .../23-11-2010 σύμβαση στεγαστικού δανείου), το οποίο εξοφλήθηκε με την ... δίγραμμη επιταγή της εν λόγω τράπεζας, με ημερομηνία 17-12-2010, σε διαταγή της πωλήτριας εταιρείας ...., σύμφωνα με την .../12-1-2011 πράξη εξόφλησης πιστωθέντος τμήματος της ίδιας Συμβολαιογράφου Χίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι με το .../28-9-1990 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Σ., ιδρύθηκε από τον Κ. Σ., καθηγητή Πανεπιστημίου και τον υιό του Ν. Σ., δικηγόρο, ως πληρεξούσιο και εκπρόσωπο της εταιρείας ''...'', με έδρα το … των ..., η δεύτερη εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", συμφερόντων Θ. Ξ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών με αριθμό ΜΑΕ ...
με έδρα την … και σκοπό την αγορά και εκμετάλλευση, καλλιέργεια και αξιοποίηση αγροτικών εκτάσεων κλπ., τη διαχείριση και εκμετάλλευση τόσο ακινήτων της εταιρείας όσο και των ακινήτων ιδιοκτησίας άλλων, την άσκηση κάθε είδους ξενοδοχειακών επιχειρήσεων κλπ. Περαιτέρω, με το …/31-12-1990 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Χίου Μ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο …και με αριθμό …, ο Θ. Ξ., εκπροσωπούμενος στο συμβόλαιο αυτό από τον ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο του Ε. Α. με το …/27-12-1990 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ., πώλησε και μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Χίου Χ.
Π., ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της εταιρείας αυτής, ένα οικόπεδο με ΚΑΕΚ ... έκτασης 7023,50 τ.μ., με τα σ' αυτό κτίσματα και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός επίκοινου χώρου με ΚΑΕΚ ..., που βρίσκονται στη θέση "…" …Δήμου …, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια, αντί τιμήματος 11.000.000 δρχ., από το οποίο ποσό 3.500.000 δρχ.
καταβλήθηκε με μετρητά χρήματα από τον αγοραστή πριν από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου και χωρίς την παρουσία συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο πιστώθηκε για να καταβληθεί μέχρι τις 31-12-1991, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν συμφωνίας των μερών, ενώ δόθηκε στον πωλητή το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο πωλούμενο ακίνητο για το τίμημα που πιστώθηκε.
Στις 5-1-2001 με την …/2001 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της εταιρείας ...., διότι δεν υπέβαλε ισολογισμούς και λοιπά δικαιολογητικά των διαχειριστικών ετών 1994-1999, εγκεκριμένους από τη ΓΣ των μετόχων, με αποτέλεσμα αυτή να λυθεί και να τεθεί έκτοτε σε εκκαθάριση.
Οι εκκαθαριστές της εν λόγω εταιρείας Μ. Κ. και Σ. Β., μετά το θάνατο του Θ. Ξ., πώλησαν και μεταβίβασαν το επίδικο ακίνητο στην έκτη των εναγομένων (και ήδη έκτη των αναιρεσιβλήτων) εταιρεία ...'' εκπροσωπούμενη από τον έβδομο εναγόμενο (και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο) Γ. Α. του Ε., με το …/9-12-2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Χίου Ρ.
Κ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου με αριθμό …/29-3-2011, αντί τιμήματος 280.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε για να καταβληθεί στην πωλήτρια μέχρι τις 31-8-2011. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το …/24-1-2009 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Π., ιδρύθηκε η τρίτη εναγομένη (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...." με ιδρυτές τους Δ.
Λ. και Ε. Μ., που ήταν συνεργάτες του Θ. Ξ., επίσης συμφερόντων του τελευταίου, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών με αριθμό ΜΑΕ ... με έδρα την …και σκοπό σχετικό με την εκμετάλλευση ακινήτων. Στη συνέχεια με τα με αριθμούς …, …, …, …, …/11-3-2002 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Πειραιά Κ.
Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο …και με αριθμούς …, …, …, …και …, η τρίτη εναγομένη εταιρεία "....", εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Σ. Δ., ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο αυτής, απέκτησε από τους πωλητές Ι. Α., Ε. Α., Α. Φ. χήρα Σ. Α., Ε. Φ. σύζυγο Λ. Γ., Μ.
Γ. σύζυγο Ν. Π., πέντε (5) ακίνητα στη θέση "…" … και ειδικότερα τέσσερα (4)οικόπεδα, έκτασης 670,96 τ.μ. με ΚΑΕΚ ..., 2.909,33 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., 982,64 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., 2.331,24 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., αντίστοιχα, τα οποία περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια στα αναφερόμενα συμβόλαια, καθώς και ένα οικόπεδο με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 803,86 τ.μ., με την σ' αυτό διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, επιφάνειας 180 τ.μ., πρώτο όροφο, επιφάνειας 202,41 τ.μ., ισόγειο κτίσμα, επιφάνειας 84,17 τ.μ., τέσσερις [4] ισόγειες αποθήκες, επιφάνειας 22, 15, 17 και 4,30 τ.μ., αντίστοιχα και ισόγειο γκαράζ, επιφάνειας 22,30 τ.μ., τα οποία περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια στο παραπάνω …/2002 συμβόλαιο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το …/18-3-1991 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Χίου Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο …και με αριθμό …, η τετάρτη των εναγομένων (και ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων) εξωχώρια εταιρεία με την επωνυμία "...", εκπροσωπούμενη από το Χ.
Π. ως ειδικό πληρεξούσιο, αγόρασε από τον Θ. Ξ., εκπροσωπούμενο από τον Ε. Α. ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό του, ένα οικόπεδο στη συνοικία …και στην οδό ..., έκτασης 149,60 τ.μ., με τη σ' αυτό παλαιά διώροφη οικία, με ΚΑΕΚ ..., το οποίο περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στο εν λόγω συμβόλαιο, έναντι τιμήματος 2.500.000 δρχ., που κατέβαλε η αγοράστρια στον πωλητή με μετρητά χρήματα, πριν από την υπογραφή του συμβολαίου και χωρίς την παρουσία του συμβολαιογράφου.
Επίσης, με το …/12-12-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …και με αριθμό …, η τέταρτη εναγομένη εταιρεία "...", εκπροσωπούμενη από το Ν. Σ., ως ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο αυτής, αγόρασε από το Θ.
Ξ. μια οριζόντια ιδιοκτησία (συγκρότημα γραφείων) επιφάνειας 128,02 τ.μ., του πέμπτου ορόφου πολυκατοικίας κείμενης στην Αθήνα στη θέση "…" και στη συμβολή των οδών … και …, η οποία περιγράφεται αναλυτικά κατά θέση, έκταση και όρια στο εν λόγω συμβόλαιο, αντί τιμήματος 8.729.838 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου στον πωλητή από την αγοράστρια ενώπιον του Συμβολαιογράφου, κατά την υπογραφή του συμβολαίου αυτού.
Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του Θ. Ξ., η εν λόγω εταιρεία πώλησε και μεταβίβασε τα παραπάνω ακίνητα στον έβδομο εναγόμενο Γ. Α. (και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο), με τα …/29-12-2010 και …/2010 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ., από τα οποία το πρώτο συμβόλαιο καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου με αριθμό …/7-1-2011 και το δεύτερο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …και με αριθμό ….
Στα δύο αυτά συμβόλαια το συμφωνηθέν τίμημα αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία κάθε ακινήτου, μέρος του οποίου προκαταβλήθηκε κατά την υπογραφή του συμβολαίου και το υπόλοιπο πιστώθηκε. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η πέμπτη εναγομένη (και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) εξωχώρια εταιρεία με την επωνυμία "...", συμφερόντων Θ.
Ξ., εκπροσωπούμενη από τον Ν. Σ. ως ειδικό πληρεξούσιο, απέκτησε με το …/24-2-1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ. - Π., σε συνδυασμό με την …/1-10-1993 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στους τόμους …και …και με αριθμούς …και …, αντίστοιχα, από τους Χ.
και Ι. Γ., μια έκταση πρώην αγροτική, κείμενη στη θέση "…" με ΚΑΕΚ ... εκτός σχεδίου πόλης του Δήμου …, έκτασης 2.884,90 τ.μ., η οποία περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στο εν λόγω συμβόλαιο, αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών που καταβλήθηκε στις 30-9-1993. Στη συνέχεια μετά το θάνατο του Θ. Ξ., η εν λόγω εταιρεία πώλησε και μεταβίβασε το περιγραφόμενο παραπάνω ακίνητο στον έβδομο εναγόμενο Γ.
Α., με το …/29-12-2010 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σ., που καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου με αριθμό …/21-1-2011, με τίμημα ίσο με την αντικειμενική του αξία. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όλες οι μεταβιβάσεις των ακινήτων του Θ. Ξ. προς τις εναγόμενες εταιρείες '....', ....' και '...', είναι απολύτως άκυρες ως εικονικές λόγω έλλειψης σοβαρής βούλησης των μερών προς μεταβίβαση της κυριότητας των ως άνω ακινήτων και της υποκρυπτόμενης βούλησης των μερών να παραμείνουν αυτά στην κυριότητα του μεταβιβάζοντος και ότι οι αγορές των επιδίκων ακινήτων από τις εναγόμενες εταιρείες "...." και "...", είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, η πραγματική δε βούληση των συμβαλλομένων σε αυτές ήταν τα αποτελέσματα των εν λόγω μεταβιβάσεων να επέλθουν στο πρόσωπο του πραγματικού αγοραστή Θ.
Ξ., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα των εν λόγω ακινήτων. Οι ενάγοντες δηλαδή, προκειμένου να αναγνωριστούν ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, των μεταβιβαζομένων παραπάνω ακινήτων με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Θ. Ξ., υποστηρίζουν ότι "πίσω" από τις εικονικές αγοραπωλησίες δε βρίσκονταν οι εμφανιζόμενες ως αγοράστριες εταιρείες αλλά ο ίδιος ο θανών Θ.
Ξ.. Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Αυτό που πλήρως αποδείχθηκε είναι ότι ο Θ. Ξ., που ήταν εφοπλιστής, ασκούσε όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες μέσω εταιρειών, ανώνυμων και εξωχώριων, όπως άλλωστε όλοι οι εφοπλιστές, αξιοποιώντας τα εταιρικά σχήματα που του παρείχε ο νόμος, ως μηχανισμό απορρόφησης των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, κυρίως προκειμένου να έχει μικρότερη φορολόγηση και περιορισμένη ευθύνη.
Για το λόγο αυτό ίδρυε, μέσω έμπιστων συνεργατών και υπαλλήλων του, νομικά πρόσωπα σπουδαίως και σοβαρά και όχι εικονικά, διότι αυτός ήταν ο συνήθης τρόπος επιχειρηματικής δράσης για τους εφοπλιστές, πρακτική που δεν αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη και δεν οδηγεί σε ταύτιση του φυσικού προσώπου με το νομικό, ούτε σε σύγχυση της περιουσίας του με αυτή του νομικού προσώπου, όταν αυτό δε γίνεται με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στους δανειστές.
Συνεπώς, οι επίδικες μεταβιβάσεις από το Θ. Ξ. προς τις εναγόμενες εταιρείες δεν έγιναν εικονικά, ήτοι με σκοπό να παραμείνουν τα επίδικα ακίνητα στην ιδιοκτησία του μεταβιβάζοντος, ο οποίος δεν ήθελε τα περιουσιακά του στοιχεία να είναι στο όνομά του, αλλά επεδίωκε να τα έχουν οι εταιρείες του, προκειμένου να τα διαχειρίζεται ευχερώς από οικονομικής και φορολογικής πλευράς, γνωρίζοντας ότι αυτές, ως νομικά πρόσωπα, έχουν αυτοτέλεια έναντι αυτού ως προς την περιουσία που τους μεταβίβασε.
Αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η επιχειρηματική πρακτική που επικρατούσε στον εφοπλιστικό κόσμο και αυτήν ακολουθούσε ο Θ. Ξ.. Εξάλλου, αν πράγματι οι επίδικες μεταβιβάσεις ήταν εικονικές και γίνονταν για να διαφυλάξει ο τελευταίος τα επίδικα ακίνητα από αξιώσεις δανειστών του, με τους οποίους βρισκόταν σε αντιδικία, πράγμα που ουδόλως προέκυψε, εύλογα θα φρόντιζε, κάποια στιγμή να τα επανακτήσει στο όνομά του, ενώ αυτός επέλεξε να παραμείνουν όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στις εναγόμενες εταιρείες, δικών του συμφερόντων μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά το γεγονός ότι έπασχε από ανίατη νόσο, κάτι που ο ίδιος γνώριζε.
Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο αποβιώσας επεδίωξε την ίδρυση των εναγομένων εταιρειών για τη μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας του, για να τη διαφυλάξει από διεκδικήσεις τρίτων και συγκεκριμένα διότι είχε εμπλακεί από το έτος 1989 σε δικαστικό αγώνα, που διήρκεσε είκοσι (20) έτη με τον πρώην συνεργάτη του, δικηγόρο Π.
Μ.. Από το από 23-5-2012 υπόμνημα του δικηγόρου της … R. C. ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Τ. P., πληρεξούσιου δικηγόρου του αποβιώσαντος Θ. Ξ. στην αντιδικία του με τον Π. Μ., προκύπτει ότι αυτή δεν ανέκυψε το έτος 1989, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά το 2004 και μάλιστα η σχετική αγωγή επιδόθηκε στο θανόντα, στις 30-3-2005, ήτοι 15 έτη μετά τη μεταβίβαση από αυτόν του επίδικου ακινήτου στην εταιρεία '....', η δε αντιδικία έληξε συμβιβαστικά τον Ιανουάριο 2009.
Ούτε άλλος λόγος αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε το έτος 1989 που να αναγκάσει το Θ. Ξ. να προβεί σε εικονικές μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, για να τα διαφυλάξει, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, από τους δανειστές του.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος για τον οποίο προέβη ο Θ. Ξ. σε ίδρυση εταιρειών και στη μεταβίβαση σε αυτές των περιουσιακών του στοιχείων, ήταν η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω παρένθετων νομικών προσώπων, τα οποία συστάθηκαν σπουδαία και όχι εικονικά, διότι αυτή ήταν επιχειρηματική πρακτική του, όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός δε ότι αυτά ήταν συμφερόντων του ιδίου, ο οποίος ασκούσε τον έλεγχο χωρίς να φαίνεται στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτών, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθούν οι παραπάνω δικαιοπραξίες ως εικονικές.
Ο Θ. Ξ. ήταν άγαμος και άτεκνος, δε διατηρούσε καλές σχέσεις με τους ενάγοντες, με τους οποίους δεν είχε καμία επαφή, παρόλο που οι περισσότεροι από αυτούς ζουν στις ΗΠΑ, ούτε χρησιμοποίησε ποτέ κάποιον από αυτούς στις επιχειρήσεις του και συνεπώς δεν τον απασχολούσε να υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία στο όνομά του για τους κληρονόμους του.
Μάλιστα ο αποβιώσας ήταν αντίδικος με τους ενάγοντες σε δίκη διανομής, που ανοίχθηκε με την από 12-9-1995 αγωγή των περισσοτέρων από αυτούς εναντίον του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, για το ακίνητο στον …, στην αντιδικία δε αυτή που διήρκησε επί μακρόν, ο Θ. Ξ., αρνούμενος την συγκυριότητά του στο επίκοινο, δήλωσε με τις προτάσεις του ότι είχε μεταβιβάσει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του σε αυτό στην πρώτη εναγομένη εταιρεία ....
με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, το οποίο, όταν ακόμη ο Θ. Ξ. ήταν ακόμα εν ζωή, κανένας από τους ενάγοντες - κληρονόμους του, δεν προσέβαλε ως εικονικό, κάτι που πράττουν σήμερα μετά το θάνατό του. Όπως και οι ενάγοντες συνομολογούν, ο Θ. Ξ. ήταν ένας ευφυής άνθρωπος και εσωστρεφής, που δε συνήθιζε να αποκαλύπτει τις προθέσεις του και τα επιχειρηματικά του σχέδια σε τρίτους.
Χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές του ανθρώπους της εμπιστοσύνης του και στενούς συνεργάτες του, στους οποίους δεν αποκάλυπτε τα απώτερα σχέδια του. Ο Χ. Π., που εκπροσώπησε, όπως προαναφέρθηκε, στις επίδικες μεταβιβάσεις του Θ. Ξ., τις εναγόμενες εταιρείες '....', ....' και ..., ουδόλως γνώριζε αυτόν ούτε ήταν ποτέ δικηγόρος του πριν από την υπογραφή των επιδίκων συμβολαίων.
Εκπροσώπησε απλώς τις εναγόμενες εταιρείες στην κατάρτιση των παραπάνω συμβολαίων, κατόπιν σχετικών οδηγιών από το δικηγορικό γραφείο των Κ. και Ν. Σ., χωρίς να έχει την παραμικρή γνώση περί της δήθεν "εικονικότητάς τους". Αν, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, όταν κλήθηκε από το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο για να παρασταθεί στις επίδικες μεταβιβάσεις του Θ.
Ξ. προς τις παραπάνω εναγόμενες εταιρείες, ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος τους, γνώριζε ότι αυτές ήταν εικονικές, προφανώς θα απέτρεπε τον υιό του-όγδοο εναγόμενο, επίσης δικηγόρο, να αγοράσει το επίδικο ακίνητο στη θέση "..." …, για το οποίο αυτός κατέβαλε ως τίμημα [και μάλιστα σε εταιρεία που τελούσε υπό εκκαθάριση και εκποιούσε τα περιουσιακά της στοιχεία], 200.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος φόρου, από το οποίο (τίμημα) 100.000 ευρώ προήλθαν από στεγαστικό δάνειο, εφόσον θα γνώριζε ότι, επενδύοντας σε τέτοιο ακίνητο, μπορούσε να εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα.
Όσον αφορά τα ακίνητα που απέκτησαν οι εναγόμενες εταιρείες "..." και "..." από τρίτα πρόσωπα, σε καμιά περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι πωλητές των ακινήτων αυτών προς τις εν λόγω εταιρίες γνώριζαν ότι οι πωλήσεις είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι ο πραγματικός αγοραστής ήταν ο Θ. Ξ..
Όλοι είναι άσχετοι με κάθε έννοια εικονικότητας, ήταν παντελώς άγνωστοι με τον Θ. Ξ. και ουδέποτε ήλθαν σε επαφή με αυτόν. Και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι οι δηλώσεις των αναφερόμενων πωλητών των επίδικων ακινήτων προς την τρίτη και πέμπτη των εναγομένων, ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και εικονικές.
Επίσης, το γεγονός ότι, οι πωλητές αυτοί ενδεχομένως να γνώριζαν ότι οι πωλήσεις των ακινήτων τους γίνονταν προς εταιρίες συμφερόντων του Θ. Ξ., δεν σημαίνει ότι οι δηλώσεις τους ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, ότι δηλαδή γνώριζαν ότι ο πραγματικός αγοραστής ήταν ο ίδιος και όχι οι εν λόγω εταιρίες του.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν επρόκειτο για εικονικές πωλήσεις και μεταβιβάσεις, ο αποβιώσας, που ήταν έμπειρος επιχειρηματίας, θα είχε προβεί στη σύνταξη αντεγγράφου, προκειμένου να διασφαλιστεί έναντι των εικονικά αποκτώντων νομικών προσώπων, ενέργεια στην οποία όμως ουδέποτε προέβη. Ήταν γνωστό σε όλους, τους επί χρόνια συνεργάτες του Θ.
Ξ., όπως ήταν οι δικηγόροι Ν. Σ. και Α. Π., ότι η πραγματική βούλησή του, την οποία επαναλάμβανε σταθερά, κυρίως τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήταν να περιέλθει η περιουσία του, που θα διασωζόταν κατά το χρόνο του θανάτου του, στον έβδομο εναγόμενο, ώστε να μην έχουν οι λοιποί συγγενείς του το παραμικρό δικαίωμα στα περιουσιακά του στοιχεία.
Για το λόγο αυτό, ο Θ. Ξ. είχε φροντίσει να μεταβιβάσει σε χρόνο πολύ πριν από το θάνατο του, ήτοι από το έτος 1997, μεγάλο μέρος των μετοχών του επί των εναγομένων εταιριών, στον συγκεκριμένο εναγόμενο, τον οποίο δήλωνε σαν τον πραγματικό ιδιοκτήτη και διαχειριστή των εταιριών του. Μάλιστα στις αρχές του έτους 2010, αφότου έμαθε ο Θ.
Ξ., ότι πάσχει από ανίατη νόσο και πριν την αναχώρησή του για την … όπου μετέβη για θεραπεία, παρέδωσε στον έβδομο εναγόμενο σε σφραγισμένο φάκελο και τις υπόλοιπες μετοχές των εταιριών του, στον οποίο έδωσε την εντολή να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να περιέλθουν και τυπικά στην κυριότητα και διαχείριση του οι εταιρίες αυτές, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι εναγόμενες εταιρίες συστάθηκαν σοβαρά, με σκοπό να αναπτύξουν αυτοδύναμη επιχειρηματική δραστηριότητα και, στο πλαίσιο του σκοπού αυτού, προέβησαν στην αγορά των αναφερόμενων ακινήτων και οι προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες στις οποίες συμβλήθηκαν ουδόλως ήταν εικονικές.
Παρότι δε ουδεμία εικονικότητα αποδείχθηκε και, επομένως, παρέλκει η έρευνα για την ύπαρξη γνώσης αυτής από τα κρίσιμα πρόσωπα που συμβλήθηκαν (άμεσους αντιπροσώπους των συμβαλλομένων, δικηγόρους και διαδίκους), πρέπει να τονιστεί ότι σε κάθε περίπτωση κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισαν οι ενάγοντες, σχετικό με την προϋπόθεση αυτή, που θα έπρεπε να πληρούται προκειμένου να υπάρχει η υποτιθέμενη εικονικότητα.
Κατόπιν αυτών, ο επιχειρηματίας Θ. Ξ., μεταβιβάζοντας τα περιουσιακά του στοιχεία στις εναγόμενες εταιρίες, γνώριζε πολύ καλά ότι αποξενώνεται από την κυριότητά τους και ότι αυτά στο μέλλον δεν θα αποτελούν τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας του. Αυτή την έννομη συνέπεια επεδίωξε ο θανών με τις παραπάνω μεταβιβάσεις των ακινήτων του, την κυριότητα των οποίων απέκτησαν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα και συνακόλουθα και οι ειδικοί τους διάδοχοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη από 7-7-2011 αγωγή, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι εικονικές και άκυρες, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης 1751/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, (με την μη εφαρμογή της), την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη σχετική νομική σκέψη, εφόσον σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση του εν λόγω κανόνα δικαίου, καθώς ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του άρθρου 138 ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες).
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι επίδικες συμβάσεις πώλησης και αναφέρει ρητώς αφενός ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις από τον Θ.
Ξ. προς τις ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες, δεν έγιναν εικονικά, ήτοι με σκοπό να παραμείνουν τα επίδικα ακίνητα στην ιδιοκτησία του μεταβιβάζοντος, ο οποίος δεν ήθελε τα περιουσιακά του στοιχεία να είναι στο όνομά του, αλλά επεδίωκε να τα έχουν οι εταιρείες του, προκειμένου να τα διαχειρίζεται ευχερώς από οικονομικής και φορολογικής πλευράς, γνωρίζοντας ότι αυτές, ως νομικά πρόσωπα, έχουν αυτοτέλεια έναντι αυτού ως προς την περιουσία που τους μεταβίβασε και αφετέρου, όσον αφορά τα επίδικα ακίνητα που απέκτησαν οι εναγόμενες εταιρείες "..." και "..." από τρίτα πρόσωπα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι πωλητές των ακινήτων αυτών προς τις εν λόγω εταιρίες, γνώριζαν ότι οι πωλήσεις είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι ο πραγματικός αγοραστής ήταν ο Θ.
Ξ.. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, και ο τέταρτος λόγος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν επίσης αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες, διότι στο σύνολό τους αφορούν τα επιχειρήματα του Εφετείου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για αντιφατικότητα (αιτιολογιών).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση:
α) Την από 2.6.2011 κατάθεση του Α. Π. ενώπιον του ΣΔΟΕ/ΕΔΕΥΑ, β) την κατάθεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου Γ. Α., ενώπιον της M. L., Δημοσίου Συμβολαιογράφου της … και γ) την ένορκη κατάθεση του Ν. Κ. Σ., δικηγόρου Αθηνών, ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου Νότιας Περιφέρειας …. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα, δεν αποτελούν "ένορκες βεβαιώσεις" κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία τους στην απόφαση, όπως αντίθετα εσφαλμένα υπολαμβάνουν και ισχυρίζονται με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες, εφόσον δεν συντρέχουν, ούτε άλλωστε γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για το υποστατό αυτών, δηλαδή προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των αναιρεσιβλήτων με ακριβή καθορισμό του τόπου και του χρόνου εξέτασης των ενόρκως βεβαιούντων ως τρίτων (και όχι ως διαδίκων όπως Γ.
Α.), η έλλειψη των οποίων καθιστά την ένορκη βεβαίωση ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης, οι αλυσιτελείς και οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι "και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι οι δηλώσεις των αναφερόμενων πωλητών των επίδικων ακινήτων προς την τρίτη και πέμπτη των εναγομένων, ήταν εν γνώσει τους ψευδείς και εικονικές", προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη του τον αναφερόμενο στην αγωγή τους και στο εφετήριο ισχυρισμό τους ότι "οι από τρίτους μεταβιβάσεις προς τις εταιρίες συμφερόντων Θ.
Ξ. "..." και "...." εικονικώς έγιναν- με γνώση όλων των συμβαλλομένων- προς αυτές και πραγματικός αγοραστής ήταν ο Θ. Ξ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόψει της πιο πάνω σαφούς παραδοχής του Εφετείου, ότι δηλ. "δεν αποδείχθηκε ότι οι πωλητές των πιο πάνω ακινήτων προς τις εν λόγω εταιρίες, γνώριζαν ότι οι πωλήσεις είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ότι ο πραγματικός αγοραστής ήταν ο Θ.
Ξ.". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των δεκαέξι (1-7 και 11-19) εκ των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την όγδοη, την ένατη και τη δέκατη των αναιρεσειόντων, Ι. χήρα Θ. Ξ., το γένος F. D., Ά. Ξ.-Ο. του Θ. και Τ. Ξ. του Θ..
Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση των Μ. - Θ. Α. του Μ. - Γ., Ν., συζύγου Έ. Γ., το γένος Μ. - Γ. Α., Γ. Ξ. του Μ., Θ. Ξ. του Μ., Μ. Γ. του Κ., Α., συζύγου Κ. Γ., το γένος Κ. Γ., Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Δ. Ξ., Μ. συζύγου Ν. Γ., θυγ. Δ. Ξ., Ι. Ξ. του Δ., Χ. θυγ. Δ. Ξ.., Κ. συζύγου Γ. Π., θυγ. Σ. Ξ., Θ. Ξ. του Σ., Θ. συζύγου Β. Κ., θυγ. Σ. Ξ., Σ. συζύγου Δ. Γ., θυγ. Σ. Ξ., Μ. Ξ. του Σ., και Μ. συζύγου Σ. Σ., θυγ. Σ. Ξ.., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4302/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ