Legislator Case Law & Legislation
253/2014 AI generated

253/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 253/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, κατά το άρθρο 135 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Legislator headnote

AI generated

253/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
work education measure taking up gainful employment access to a profession trial work placement work release leave for youth work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπασίμο με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Α., 2) Σ. Α. του Γ., 3) Ε. Α. του Γ., 4) Ι. Δ. του Β., 5) Β. Δ. του Μ., 6) Η. Θ. του Β., 7) Ζ. Κ. Κ. του Ν., 8) Ε. Κ. του Γ., 9) Γ. Κ. του Χ., 10) Α. Κ. του Χ., 11) Π. Κ. του Ι., 12) Ε. Λ. του Γ., 13) Ε. Μ. του Ν., 14) Σ. Μ. του Γ., 15) Π. Ν. του Θ., 16) Π. Π. του Δ., 17) Ζ. Π. του Ε., 18) Α. Π. του Ε., 19) Α. Π. του Γ., 20) Γ. Ρ. του Ι., 21) Γ. Σ. του Α., 22) Ν. Τ. του Γ., 23) Ε. Φ. του Θ., 24) Κ. Χ. του Ν., 25) Μ. Χ. του Δ., 26) Ε. Κ. του Δ., 27) Κ. Σ. του Σ.

Οι υπό στοιχεία 1-4, 6-23, 25-27 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κλαπαδάκη-Βογιατζόγλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 24 αναιρεσίβλητος Κ. Χ. του Ν., απεβίωσε στις 23/10/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Φαρκαδόνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Χ. του Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 897/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 135 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.

Κατά δε το άρθρο 134 παράγραφος 1 του ίδιου κωδικός, η επίδοση γίνεται προς τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ'αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο Ειρηνοδικείο, στον Εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το Ειρηνοδικείο.

Όπως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε επιτασσόμενη με την πρώτη εξ αυτών δημοσίευση περιλήψεως, σε δύο εφημερίδες εκδιδόμενες στην Αθήνα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη .../19-6-2013 έκθεση του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων η επίδοση αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, για τον ερημοδικούντα και ως άγνωστης διαμονής φερόμενο .

αναιρεσίβλητο Β. Δ. , έγινε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, και όχι στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε δημοσίευση περιλήψεως κλπ στις εφημερίδες "ΑΥΡΙΑΝΗ" της Θεσσαλονίκης και "ΑΥΓΗ" των Αθηνών και συνεπώς όχι σε δύο εφημερίδες εκδιδόμενες στην Αθήνα, καθ'υπόδειξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Δεν υπάρχει κατόπιν τούτου νόμιμη κλήτευση του άνω ερημοδικούντος αναιρεσιβλήτου και πρέπει η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τον διάδικο αυτόν (άρθρο 576 παράγραφος 3 ΚΠολΔ εδαφ. β, όπως ισχύει από 20-3-2013) και να χωριστεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς ομοδίκους του αναιρεσίβλητους.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α και 287 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση της προς τον αντίδικο, που μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή κατά τη επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, όπως κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου,στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά..

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο εικοστός τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Κ.

Χ. του Ν., εμφανίσθηκε όμως η νομίμως διορισθείσα από την Ε. Χ. του Κ., πληρεξούσια δικηγόρος αυτής, Μαρία Κλαπαδάκη-Βογιατζόγλου, η οποία, για λογαριασμό της εντολέως της, δήλωσε ότι ο άνω (εικοστός τέταρτος) των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και η δίκη συνεχίζεται από αυτήν, με την ιδιότητα της ως μοναδικήςεξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος.

Αφού, επομένως, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου του άνω θανόντος, από δε την υπ' αριθμ. …/2009 ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου Φαρκαδόνας αποδεικνύεται ότι αυτός απεβίωσε την 23-10-2009, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από την προαναφερόμενη κληρονόμο αυτού.

3.Με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ7/2006,4/2005).Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 64 9 Α.Κ.

προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1,2 και 3 του ν .2190/1994, ο ι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης(ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παρά τάση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8,με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ.3εδ.α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ.2εδ.β' αυτού.

Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν.2190/1994,υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΆ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20παρ.4 ν.2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα στο άρθρο 14παρ.2 ν.2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ.1 ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται, ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι, εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους(αρθρ.669 παρ.1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648επ. ΑΚ και 6 του Ν.765/1943(που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ)συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μα θητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την ο ποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι ο ποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντί θετά επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η ο ποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν από τελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ'εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά του αναιρεσειόντος, καθώς και κατά των μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτό διοίκησης"(ΕΕΤΑΑ)και Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσαν ν αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν αυτοί την 19-2-2001,πλην των 12ου, 26ου, κα L 27ου από αυτούς, των οποίων οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν αντίστοιχα στις 27-2-2001,1-3-2001 και 1-4-2001,ισχύουσες για ένδεκα μήνες και παραταθείσες διαδοχικά μέχρι την 31-12-2005,προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Τρικκαίων, ήσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τ'αναφερόμενα εκεί ποσά ως αμοιβή για την εργασία τους αυτή (και για τις ειδικότερα εκτιθέμενες σ'αυτήν αιτίες) δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Με την YA 34100/1999, που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού(ΟΑΕΔ)καL κατ'εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθ.20παρ.1 και 15 ν.2639/ 1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στην φύλαξη σχολείων, διάρκειας 24 μηνών διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους ο ποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ, και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δέκα τριών μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το Υπ.

ΕΣ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήσαν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α)το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.)και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης(ΕΕΤΑΑ), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των ο ποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων, και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών(βλ.

άρθρο 5).β)ότι το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα(άρθρο 6) γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκ πρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερόμενων εμπλεκομένων φορέων (Υπουργείων, ΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ, ΕΤΑΑ),η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτούς καθώς και δ)οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός εκ των επτά συνεργαζομένων φορέων, ια την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της ΕΕΤΑΑ και των ΟΤΑ, τα οποία περιλαμβάνονται εκτός από την οικονομική διαχείριση του προ γράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων α τόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και η έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε ΟΤΑ της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).

Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ, καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 προγραμματική σύμβαση και στη συνέχεια η από 5-1-2000 τροποποιητική όμοια, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Επιπλέον και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιοριστή καν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποί ο μεταξύ άλλων όρισαν: α)ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ, ΕΕΤΑΑ), και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), β)αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολούμενων στο πρόγραμμα (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου),γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α.

πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρο βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από την 07.00' έως την 15.00', η β' βάρδια από την 15.00' έως την 23.00 και η γ1 βάρδια από την 23.00' έως την 07.00'και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α.

Προβλέφθηκε, επίσης όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, και με την από 21-2-2000 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145

δικαιούχοι ΟΤΑ μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Τρικκαίων, (αναιρεσείων) καταρτίστηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Τρικκαίων αφενός και των εναγόντων στις 19-2-2001(των 12ου,26ου και 27ου στις 27-2-2001,1-3-2001 και 1-4-2001 αντίστοιχα)αφετέρου, συμβάσεις οι από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες.

Με τις συμβάσεις αυτές οι "ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.

Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ'αυτά σύμφωνα με τις προ διαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την Ε.Ε.Τ.Α.Α., 4) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, επιμεληθεί της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με τη συνεργασία της,5)να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινό ποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.

πριν την εφαρμογή του,6)να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έ χουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής, του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου και το στέλεχος του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα:

να συντονίζει, να παρακολουθεί και να υποστηρίζει οργανωτικά το πρόγραμμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της ΕΕΤΑΑ, να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ εντός μιας βδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων-παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων -παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περί στατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος.

Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους, στις 18-1-2002, ανανεώθηκαν με όμοια συμφωνητικά συνεργασίας διαρκείας επίσης ορισμένου χρόνου, ήτοι τα από 27-1-2001, 17-7-2002, 17-7-2003 1-4-4004, 2-8-2004, 28-4-2005, 12-7-2005 και 27-10-2005 μέχρι 31-12-2005. Αλλά και μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ

Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατέληξε ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι πρόσφεραν τις υπηρεσίες του σ'αυτόν έναντι αμοιβής (μισθού) και υπέκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της και ότι ο εναγόμενος Δήμος τους οφείλει τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά για επιδόματα εορτών, αδείας και προσαύξηση για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές, αργίες και κατά τη νύχτα, για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998,της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ'αριθ.34100/24-11-1999 ΥΑ,103 παρ.2 και 8του Συντάγματος και 6 του ν. 2527/1997, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν εξ αρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες, αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις , όπως ορθά χαρακτηρίστηκαν και με την προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι γνήσιας μαθητείας όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης , από το άρθρο 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται: "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου".

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου".

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ1 όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ.1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ'εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ.2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ.4].

Ακόμη, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ.1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ.2].

Τέλος, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά συνταγματικώς ανεκτή για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων (...). β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση.

Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου Προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος ΟΤΑ στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός" (...) [παρ.1]. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" [παρ.5]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 (ΑΠ 805/2011).

Περαιτέρω, για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι το οικείο.... (παρ. 2 ) Οι κατά την παρ.2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3)".

Τέλος ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ή σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3και 87παρ.2του Συντάγματος, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006). Ούτε, εξάλλου η ως άνω προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια προκειμένου να αναγνωριστεί, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο σχετικά με το αίτημα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως ότι αυτοί συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ακόλουθα: "οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητα του φύλακα, επί 24 μήνες συνολικά με μια τουλάχιστον ανανέωση και σε κάθε περίπτωση είχαν 18 μήνες πραγματικής απασχόλησης με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ εξάλλου είχαν ενεργό σύμβαση στις 30-6-2004,ήτοι με σα στο τελευταίο τρίμηνο πριν από την ισχύ του ΠΔ 164/2004.Επίσης, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα στον ίδιο φορέα και με την ίδια ειδικότητα, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου, αφού ο σκοπός της δημιουργίας των άνω θέσεων εργασίας, ήταν να επιλυθεί μόνιμα το πρόβλημα της φύλαξης και της προστασίας των σχολικών κτιρίων και όχι να αντιμετωπιστεί αυτό με προσωρινά μέτρα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πρόσκαιρες και εποχιακές ανάγκες του Δήμου.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η ως άνω μακροχρόνια απασχόληση τους είχε ως σκοπό μόνο την επαγγελματική κατάρτιση τους, τη μαθητεία, την ένταξη ή επανεκπαίδευσή τους επί ενός αντικειμένου ευκόλως κατανοητού, ώστε να εφαρμοσθεί επ'αυτών η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 2παρ. 2 του ως άνω ΠΔ.

Επομένως, οι ενάγοντες είχαν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004,για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που είχαν συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Τα ίδια, άλλωστε, δέχθηκε και το ΑΣΕΠ με την υπ'αριθ. 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του, κρίνοντας ότι οι προσληφθέντες από τους ΟΤΑ βάσει προγραμματικών συμβάσεων, στις οποίες μετείχε η ΕΕΤΑΑ και απασχοληθέντες ως σχολικοί φύλακες, εφόσον παρείχαν πράγματι εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των άνω φορέων και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις (όπως στην προκείμενη περίπτωση) εμπίπτουν στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004.

Ήδη το ΑΣΕΠ με την υπ'αριθ.1290/2005 απόφαση του Ε' Τμήματος αυτού δέχτηκε, ότι συντρέχουν για τους ενάγοντες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004.Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι ενάγοντες συνδέονται με το Δήμο Τρικκαίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου όχι από της προσλήψεως τους, αλλά από 19-7-2004.".Ακολούθως το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατ'αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσιβλήτων, που είχε κρίνει διαφορετικά, και κρατώντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ως βάσιμο το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, κατά ένα μέρος, και αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις που κατάρτισαν οι αναιρεσίβλητοι με τον αναιρεσειόντα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από 19-7-2004.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, αναγνώρισε την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων, διότι όλα τα ανωτέρω, ως ιστορικό της σχέσης που είχε αναπτυχτεί μεταξύ αυτών, διαλαμβάνονταν στην από 16-12-2005 αγωγή και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (ΚΠολΔ 533 παρ.2).

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου του ΠΔ 164/2004, που εφάρμοσε, ούτε εκείνη του άρθ.103 παρ. 3 του Συντάγματος. Επομένως, ο δεύτερος, αληθώς μόνο από τον άρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος τόσο ως προς την πρώτη αιτίαση του περί έλλειψης εξουσίας των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν για τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, όσο και ως προς τη δεύτερη αιτίαση του περί παραβίασης του άρθ. 103 παρ. 2 του Συν., με το να επιδικάσει τις μισθολογικές διαφορές των αναιρεσίβλητων από την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4.2.2012 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητο Β. Δ. του Μ. και χωρίζει την υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει ως προς αυτούς την από 24-2-2012 αίτηση για αναίρεση της 897/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ