Legislator Case Law & Legislation
253/2013 AI generated

253/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 253/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

253/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν, λόγω αδικοπραξίας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προσδιοριζόμενης θετικής και αποθετικής ζημίας του και για χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ.-Α. Κ. του Α. και 2. Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αποστόλο Γεωργιάδη .

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2003 αγωγή ήδη αναιρεσιβλήτου, και η με την από 21-10-2003 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή της "Α. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν δε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3236/2004 μη οριστική, 6669/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4878/2006 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 748/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6073/2009 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2009 αίτησή τους και με τους από 26-10-2010 πρόσθετους λόγους, καθώς και με τις από 8-3-2011 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.πολ.Δ λόγου του κύριου δικογράφου και των πρώτου υπό στοιχ 1-4- και δεύτερου από το ίδιο άρθρο και αριθμό λόγων του πρόσθετου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6073/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος με την από 10-9-2003 αγωγή του, την οποία έστρεφε, κατά των αναιρεσειόντων και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν, λόγω αδικοπραξίας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προσδιοριζόμενης θετικής και αποθετικής ζημίας του και για χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 6669/2005 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 287.703 ευρώ. Μετά από έφεση των εναγομένων εκδόθηκε η 4876/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 274.703 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-1-2000.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η 748/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτός ο από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθώς και οι από τους αριθ. 1 και 19 λόγοι αναιρέσεως, που αφορούσαν την ένσταση συνυπαιτιότητας που οι εναγόμενοι είχαν προτείνει παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, η οποία (ένσταση) αφορούσε τη ζημία που ο ενάγων υπέστη από την υπεξαίρεση του ποσού των 60.000.000 δραχμών, που ειδικότερα αναφέρεται παρακάτω.

Ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο). Με την 6073/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων, και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό..

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες-αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με τους από 26-10-2010. πρόσθετους λόγους αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον." Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ.

δ' , του Ν 3632/1928 περί χρηματιστηρίων αξιών, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2341/1928 περί συμπληρώσεως των περί χρηματιστηρίων αξιών διατάξεων: "Ο χρηματιστής θεωρείται έμπορος, ασκών δημόσιον λειτούργημα. Ο χρηματιστής τηρεί ... βιβλιάριον τριπλοτύπων πινακιδίων, προωρισμένων όπως εξ εκάστου πινακιδίου το ..., πρώτον τμήμα παραδίδεται εντός 24 ωρών από της συνάψεως της συναλλαγής υπό του χρηματιστού εις τον εντολέα ...".

Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 1806/1988 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις: "Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών γενικώς αναφέρεται η λέξη "χρηματιστής", από την ισχύ του νόμου αυτού νοείται ως χρηματιστής και η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία. Οι χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι υπόκεινται στις ίδιες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις με τους χρηματιστές".

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του αυτού Νόμου: "Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία διορίζει εκπροσώπους της, οι οποίοι ονομάζονται χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του αυτού Νόμου, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2324/1995 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια αξιών: "Η χρηματιστηριακή εταιρία ...

πρέπει ... να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες της, των οποίων διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον υπάρχει μεταβολή ...". Κατά την Απόφαση ΥΠΕΘΟ 12263/Β.500/11-4-1997: Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997): "Οι βασικές αρχές δεοντολογίας είναι οι εξής: (α) Πρώτη Αρχή:

Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (άρθρο 3 παρ. 2α) ... . Για την εκπλήρωση υποχρεώσεων των εταιριών, που απορρέουν από την πρώτη αρχή θα λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε (α) να διασφαλίζεται η ορθολογική διοικητική οργάνωση της εταιρίας (β) να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας ... (δ) να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα (άρθρο 4 παρ. 2) ... .

Οι εταιρίες θα λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία πελατών, τα οποία κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται ... για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, η εταιρία θα εξασφαλίζει ότι ...

θα τηρούνται λογαριασμοί αξιών και μετρητών ανά πελάτη της και ότι θα ενημερώνονται αμέσως ως προς οποιαδήποτε μεταβολή (άρθρο 4 παρ. 3) ... Χωρίς αυτό να περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την ευθύνη των εταιριών και των καλυπτομένων προσώπων) για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης, που απορρέει από την δεύτερη αρχή, συνιστάται ενδεικτικά η λήψη μέτρων, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στα ακόλουθα: (α) να εξασφαλισθεί η ορθολογική οργανωτική διάρθρωση της εταιρίας, με στόχο: (α) την ελαχιστοποίηση των ενδιάμεσων πράξεων μεταξύ εντολής και εκτέλεσης ... (γγ) τον περιορισμό, κατά το δυνατό, της χρησιμοποίησης άλλων ενδιαμέσων, εντός της εταιρίας, για την εκτέλεση της εντολής (δδ) την τήρηση ασφαλών και αποτελεσματικών εσωτερικών διαδικασιών υλοποίησης των παρεχόμενων εντολών (άρθρο 5 παρ. 1).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω προς την αρχή ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011), συνάγεται ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις ήτοι:

Να αποστέλλουν απευθείας στους εντολείς-πελάτες των εταιριών το οικείο αντίτυπο πινακιδίου περί πωλήσεως ή αγοράς μετοχών στο όνομά τους, να ενημερώνουν απ' ευθείας αυτούς περιοδικώς ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και να αποδίδουν απευθείας στους δικαιούχους τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησαν για λογαριασμό τους ή το τίμημα που εισέπραξαν, από την εκποίηση αυτών, πιστώνοντας τον-τηρητέο κατά τα ανωτέρω-ειδικό λογαριασμό εκάστου.

Ανεξαρτήτως τούτων, σύμφωνα με γενική δικαιϊκή αρχή, αν κάποιος εξουσιάζει μια πηγή κινδύνων για τους τρίτους, και ειδικότερα αυτός που με προηγούμενη θετική ενέργειά του δημιούργησε κατάσταση επικίνδυνη για τους τρίτους, έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα αποτροπής των ζημιών, που μπορεί να προκληθούν από την κατάσταση αυτή σε τρίτους.

Συνιστά δε τέτοια πηγή κινδύνων και η ανάθεση ή ανοχή ανεξέλεγκτης διαχειρίσεως ξένων περιουσιών, και ιδίως χρημάτων και συναφών κινητών αξιών, επ' ονόματι οικονομικών φορέων που, λόγω του θεσμικού τους ρόλου, παρέχουν πίστη στο ευρύ κοινό ως προς την ηθική και οικονομική φερεγγυότητά τους, όπως είναι και οι χρηματιστηριακές εταιρίες και, γενικότερα, οι εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 1071/2009, ΑΠ 748/2008, ΑΠ 1398/2007, ΑΠ 846/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη-πρώτη εκκαλούσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "Α. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΪΑΚΗ Α.Ε. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ " ιδρύθηκε από τον πατέρα των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων και ήδη πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων, με σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων - συναλλαγών για λογαριασμό τρίτων επ' αμοιβή και λειτουργεί από το έτος 1990 με έδρα την Αθήνα.

Η εταιρεία αυτή είναι όπως αναγράφεται στον τίτλο και την επωνυμία της, χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Παρόλο δε που η έδρα της είναι στην Αθήνα, όπου διατηρεί ένα γραφείο, με την 528/1994 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δύο ακόμη γραφείων στη Θεσσαλονίκη.

Μετά την απόφαση αυτή η πρώτη εναγομένη-πρώτη εκκαλούσα εταιρεία, ίδρυσε, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν. 1969/1991, δύο υποκαταστήματα στη Θεσσαλονίκη, στα οποία τοποθέτησε ως διευθυντές πρόσωπα, που ήσαν υπάλληλοι της απόλυτης εμπιστοσύνης της. Συγκεκριμένα, στο υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού Κουντουριώτη αρ. 13, τοποθέτησε ως διευθυντή τον προστηθέντα για το σκοπό αυτό έμπιστο υπάλληλο της Λ.

Τ. (τέταρτο εναγόμενο), ως προς τον οποίο ο ενάγων είχε παραιτηθεί πρωτοδίκως από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του. Στις αποφάσεις αυτές της πρώτης εναγομένης εταιρείας δεν ήσαν, βέβαια, αμέτοχοι, αλλ' αντιθέτως είχαν ενεργό ανάμειξη και άμεση συμμετοχή οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, αδελφοί Σ.

και Γ. Κ., ως διευθύνων σύμβουλος - πρόεδρος του Δ.Σ., χρηματιστηριακός εκπρόσωπος (Σ. Κ.) της εναγομένης και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης (Γ. Κ.), αντίστοιχα. Επιπλέον, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, άτομα με υψηλή μόρφωση και μεγάλη επαγγελματική και κοινωνική εμπειρία, ήσαν αυτοί, που, όχι μόνο διοικούσαν, αλλά και αποφάσιζαν ουσιαστικά για τις τύχες και την πορεία της πρώτης εναγομένης, έχοντας τον πλήρη διαχειριστικό και εκτελεστικό έλεγχο της εταιρείας, αφού ήσαν οι κύριοι μέτοχοι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, με την εξουσία να ενεργούν ο καθένας μόνος, αλλά και ξεχωριστά από τον άλλον (βλ.

και Φ.Ε.Κ. Α.Ε.-Ε.Π.Ε. 3799/20-6-1997). Η τοποθέτηση του Λ. Τ. ως διευθυντή στο παραπάνω υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης ήταν προσωπική επιλογή των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων. Μάλιστα, δεν τον αντιμετώπιζαν ως απλό υπάλληλο, αφού του είχε παραχωρηθεί και ένα (μικρό) πακέτο μετοχών (1 έως 2%) της εναγομένης εταιρείας και ήταν μικρομέτοχος αυτής.

Στον Λ. Τ., πάντως, παραχωρήθηκε από την πρώτη εναγομένη εξουσία αντιπροσωπεύσεως της και πρωτοβουλία για δράση του στον χώρο του υποκαταστήματος, ο ίδιος δε ο Λ. Τ. κατά τη σχετική σύμβαση τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της προστήσασας αυτόν εναγομένης εταιρείας, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του.

Μεταξύ των πελατών του παραπάνω υποκαταστήματος ήταν και ο ενάγων-εφεσίβλητος Γ. Κ. και ήδη αναιρεσίβλητος, κάτοικος ..., ο οποίος στις 9-1-1995 κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τον παραπάνω Λ. Τ., έγγραφη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας. Με τη σύμβαση αυτή η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα χρηματιστηριακή εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι προμηθείας, να προβαίνει επ' ονόματι και για λογαριασμό του ενάγοντος, στην αγοραπωλησία μετοχών ή άλλων κινητών αξιών, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο ΧΑΑ.

Κατά τη συμφωνία των διαδίκων οι εντολές του ενάγοντος θα παρέχονταν είτε προφορικά, είτε εγγράφως, ενώ η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει τον ενάγοντα-εφεσίβλητο για την εκτέλεση ή τις προοπτικές εκτέλεσης της, εκάστοτε, εντολής του, καθώς και να λογοδοτεί σ' αυτόν για την εκτέλεση της εντολής του, μετά το πέρας αυτής.

Με ρητό όρο, που συμπεριλήφθηκε στην ίδια σύμβαση , η εναγομένη εταιρεία ανέλαβε την ευθύνη έναντι του ενάγοντος-εφεσίβλητου για κάθε ζημία που τυχόν μπορεί ο τελευταίος να υποστεί από πράξεις ή παραλείψεις των καταστατικών οργάνων της και των υπαλλήλων της, που οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια τους.

Στις 3- 10-1995 ο ενάγων-εφεσίβλητος χορήγησε στον Λ. Τ. έγγραφη εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας τον εξουσιοδοτούσε να προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό του στο ταμείο της εταιρείας σε καταθέσεις ή αναλήψεις χρηματικών ποσών και τίτλων, που αφορούσαν χρηματιστηριακές συναλλαγές με την εταιρεία, υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις που εξέδιδε η εταιρεία και κάθε σχετικό έγγραφο.

Από τους μήνες Απρίλιο έως τον Ιούνιο του έτους 1998 η πρώτη εναγομένη εταιρεία προέβη, κατόπιν εντολών του ενάγοντος-εφεσίβλητου, σε αγορές μετοχών και για το λόγο αυτόν ο τελευταίος κατέθεσε στην πρώτη το ποσό των 23.306.408 δραχμών. Περαιτέρω, ο ενάγων στις 22-7-1998 παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, προς διαφύλαξη, 4.570 μετοχές διαφόρων εταιρειών, ενώ η τελευταία παρέλαβε για λογαριασμό του ενάγοντος-εφεσίβλητου και 360 μετοχές της εταιρείας Μ., που είχε αποκτήσει ο ενάγων συμμετέχοντας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, καταβάλλοντος το ποσό των 1.980.000 δραχμών.

Επίσης, ο ενάγων-εφεσίβλητος έδωσε εντολή αγοράς 6.000 μετοχών της εταιρείας ΜΕΤΚΑ και για την εξόφληση του τιμήματος της αγοράς κατέθεσε, καθ' υπόδειξη του Λ. Τ., σε προσωπικούς λογαριασμούς αυτού στις τράπεζες "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" και "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ" α) στις 30-12-1998 το ποσό των 20.000.000 δραχμών, β) στις 30-12-1998 το ποσό των 20.000.000 δραχμών και γ) στις 4-1-1999 το ποσό των 60.000.000 δραχμών.

Στο χρονικό αυτό διάστημα ο Λ. Τ., ως διευθυντής του υποκαταστήματος της εταιρείας, έστελνε στον ενάγοντα ενημερωτικά έντυπα με τον τίτλο "Διάρθρωση Χαρτοφυλακίου", από τα οποία προέκυπταν οι μετοχικοί τίτλοι που είχε αποκτήσει ο ενάγων, ο αριθμός αυτών, η τιμή κτήσεως και η τρέχουσα αξία τους. Στη συνέχεια, όμως, στις αρχές Ιουνίου του έτους 1999 και μετά από αποκαλύψεις συνεργάτη του Λ.

Τ. σε Ε.Λ.Δ.Ε., ήλθε στην επιφάνεια και αποκαλύφθηκε στο ευρύ κοινό, αφού παράλληλα έλαβε και μεγάλη δημοσιότητα, δια μέσου εφημερίδων και του λοιπού τύπου γενικότερα, το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός οικονομικών ατασθαλιών του διευθυντή στο παραπάνω υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης εταιρείας Λ.

Τ., καθώς και ότι από τις οικονομικές αυτές ατασθαλίες προέκυψε ταμειακό έλλειμμα στο υποκατάστημα του της τάξεως των 552.000.000 περίπου δραχμών. Τότε, διακόπηκε η λειτουργία του παραπάνω υποκαταστήματος, ενώ, από τις επισκέψεις διαφόρων πελατών της εναγομένης στο ίδιο το υποκατάστημα και στα γραφεία της στην Αθήνα, προέκυψε σωρεία υπεξαιρέσεων εκ μέρους του υποκαταστήματος του Λ.

Τ. ύψους πολλών εκατομμυρίων δραχμών σε βάρος μεγάλου αριθμού πελατών, επενδυτών των πρώτης εναγομένης εταιρείας. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στη σύλληψη του Λ. Τ., ο οποίος, αφού κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος κατά τη διενεργηθείσα σε βάρος του κύρια ανάκριση. Μετά από τα γεγονότα αυτά ο ενάγων-εφεσίβλητος μετέβη, εσπευσμένα, στα γραφεία της πρώτης εναγομένης στην Αθήνα ...

Στη συνέχεια, ο ενάγων διαπίστωσε, ότι από την περίοδο του θέρους του έτους 1998 ο προαναφερόμενος Λ. Τ. είχε διαπράξει σε βάρος του υπεξαιρέσεις, είτε με την πώληση των μετοχών του και στη συνέχεια με την παράνομη ιδιοποίηση του προϊόντος των πωλήσεων των μετοχών του, συντάσσοντας ψευδείς αποδείξεις για είσπραξη από τον ενάγοντα των ποσών που εισπράττονταν από την πώληση των μετοχών, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του "πελάτη", είτε με την υπεξαίρεση ανωνύμων μετοχών από το διαρθρωμένο χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, που είχαν αγορασθεί μέσω της πρώτης εναγομένης εταιρείας, αφού προηγουμένως πλαστογραφούσε αποδείξεις παραλαβής από τον ενάγοντα.

Συγκεκριμένα, οι αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του ενάγοντος από την 24-7-1998, οπότε και εμφανίζεται ως μηδενισμένος ο σχετικός λογαριασμός στη χρηματική του καρτέλα είναι οι ακόλουθες ... ΣΥΝΟΛΟ ΠΩΛΗΣΕΩΝ: 70.573.311 δρχ. Με βάση τις παραπάνω αγοραπωλησίες μετοχών εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία όφειλε να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό των 28.102.139 δραχμών.

Η εναγομένη, όμως, κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο 264.727 δραχμές, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πίστεως, με συνέπεια να του οφείλει 27.837.412 δραχμές. Από τη χρηματική όμως καρτέλα που η εναγομένη τηρούσε στο αρχείο της προκύπτει ότι ο Λ. Τ. υπεξήρεσε από τον λογαριασμό του ενάγοντος το μεγαλύτερο ποσό των 28.744.410 δραχμών, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και μερίσματα από τις παραπάνω μετοχές, αφού είχε συντάξει αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής, με τις οποίες εμφάνιζε τον ενάγοντα, ότι στις παρακάτω ημερομηνίες είχε μεταβεί στο παραπάνω υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη και είχε λάβει τα ποσά αυτών, θέτοντας κατ' απομίμηση, κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης", την υπογραφή του ενάγοντος.

Ειδικότερα, προκύπτει ο ακόλουθος πίνακας πληρωμών για τα εξής υπεξαιρεθέντα ποσά... Ήτοι ΣΥΝΟΛΟ 28.744.410 δρχ. Στις 6-10-1998 με το υπ' αριθμ. ... πινακίδιο εκτελέσεως εντολής ο ενάγων φέρεται ότι αγόρασε μετοχές ΑΛΛΑΤΙΝΗ και ΣΕΛΟΝΤΑ με χρέωση του, συνολικής αξίας 1.570.377 δραχμών. Ο Λ. Τ., όμως, είχε ήδη υπεξαιρέσει τα προηγούμενα ποσά από την πώληση των μετοχών και είχε απομείνει ως υπόλοιπο μόνο το ποσό των 673.381 δρχ..

Το ποσό αυτό δεν επαρκούσε ως τίμημα αγοράς για την παραπάνω πώληση, προκειμένου δε να μην οχληθεί ο ενάγων από την εναγομένη ΑΧΕ και να μη γίνει τούτο αντιληπτό από τον ενάγοντα, υποχρεώθηκε ο Λ. Τ. να καταβάλει εξ ιδίων, εξ ολοκλήρου, την προκύπτουσα διαφορά, ύψους (1.570.377 μείον 673.381 ίσον) 896.996 δρχ., ώστε να μην αποκαλυφθεί η ανωτέρω υπεξαίρεσή του.

Άρα, το συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό από τον Λ. Τ. ανέρχεται σε (28,744.410 μείον 896,996 ίσον) 27.847.414 δρχ. ή 81.723,89 Ευρώ. Επίσης, ο Λ. Τ. διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος υπεξαίρεση ανωνύμων εγχάρτων μετοχών, που είχαν περιέλθει στις 22-7-1998 στο χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος από αγορά που είχε πραγματοποιήσει δια της εναγομένης ΑΧΕ, με το οποίο φέρεται, ότι ο ενάγων είχε παραλάβει τις μετοχές αυτές από την ΑΧΕ.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων φέρεται ότι παρέλαβε στις ακόλουθες ημερομηνίες τις παρακάτω μετοχές με τα συγκεκριμένα εικονικά παραστατικά παράδοσης... Η χρηματιστηριακή αξία αυτών των μετοχών είναι η ακόλουθη...

Συνεπώς, η συνολική ζημία του ενάγοντος από την παραπάνω υπεξαίρεση μετοχών εκ μέρους του Λ. Τ. ανέρχεται στο ποσό των 14.896,79 Ευρώ. Τέλος, ο Λ. Τ. υπεξήρεσε σε βάρος του ενάγοντος το ποσό των 60.000.000 δρχ. ή 176.082, 17 Ευρώ, που εισέπραξε από τον τελευταίο κατά τα προαναφερόμενα για αγορά 6.000 μετοχών της εταιρείας ΜΕΤΚΑ, που ουδέποτε πραγματοποίησε.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, ο Λ. Τ. ζημίωσε τον ενάγοντα παράνομα και υπαίτια κατά το συνολικό ποσό των (27.847.414 συν 5.076.080 συν 60.000.000 ίσον) 92/923.494 δραχμών ή 272.703 ευρώ. Εξ άλλου, αποδείχθηκε, ότι οι μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε νόμιμα πλαίσια και μετά από εντολές του ενάγοντος, ο οποίος τελούσε με την πλήρη πεποίθηση, ότι όλες οι εντολές του εκτελέσθηκαν κανονικά από την πρώτη εναγομένη εταιρεία και ότι οι αγοραπωλησίες όλων των μετοχών του ακολουθούσαν την εμφαινόμενη στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του πορεία, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι όλες οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα συναλλαγές από τον Απρίλιο του έτους 1998 έως τον Ιούνιο του έτους 1999 εμφαίνονται σε ενημερωτικά έγγραφα, εκδοθέντα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις, που καθόριζε η μεταξύ τους σύμβαση παραγγελίας.

Τα έγγραφα αυτά τα προσκομίζει ο ενάγων και εμφανίζονται να έχουν εκδοθεί από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, ενώ αναφέρουν τους τίτλους, τον αριθμό αυτών, την τιμή κτήσης τους και την τρέχουσα αξία τους. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων-εκαλούντων, που προβάλλεται και ως λόγος εφέσεως, περί του ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν τέτοιες συναλλαγές βάσει εντολών του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Επίσης, ο έτερος και συναφής ισχυρισμός των εναγομένων- εκκαλούντων, που συνιστά, ομοίως, λόγο εφέσεως , ότι δηλαδή ο ενάγων γνώριζε ότι όλες οι παραπάνω εμφαινόμενες συναλλαγές δεν ήσαν μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, αλλά αφορούσαν παραχρηματιστηριακές δραστηριότητες μεταξύ αυτού και του Λ.

Τ. ατομικά, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (δεν)αποδείχθηκε. Αυτούς τους ισχυρισμούς των εναγομένων ούτε και ο, με επιμέλεια αυτών, εξετασθείς για την ανταπόδειξη της ένδικης αγωγής μαρτυράς τους δεν επιβεβαίωσε. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ' αριθ. ...

τραπεζικής επιταγής, ποσού 200.000.00Θ δραχμών^ που εξέδωσε ο Λ. Τ., σε διαταγή του ενάγοντος, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-1999 και πληρωτέα στην τράπεζα "ΧΙΟΣ ΒΑΝΚ", όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες. Τούτο δε, διότι την επιταγή αυτή, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της προς πληρωμή στις 29-6-1999 στην πληρώτρια τράπεζα, την έδωσε στον ενάγοντα ο Λ.

Τ., με μοναδικό σκοπό να τον παραπλανήσει και να τον καθησυχάσει, όταν ο ενάγων, κατά τους πρώτους μήνες του έτους 1999, διαπίστωσε, από τα ενημερωτικά έντυπα που του είχαν αποσταλεί, ότι δεν συμπεριλαμβάνονταν στο χαρτοφυλάκιο του 30.000 μετοχές της εταιρείας ΜΕΤΚΑ που εδικαιούτο από δωρεάν διανομή μετοχών της εταιρείας αυτής σε αναλογία πέντε νέες προς μια παλαιά.

Οι εναγόμενοι-εκκαλοΰντες προβάλλουν περαιτέρω τον ισχυρισμό, ότι στο πρόσωπο του ενάγοντος-εφεσιβλήτου συντρέχει περίπτωση αμελούς συμπεριφοράς, για το λόγο ότι δεν κατέχει στα χέρια του πινακίδια των συναλλαγών που ο ίδιος επικαλείται. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων-εκκαλούντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού κατά το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων προαναφερομένης έγγραφης συμφωνίας, και συγκεκριμένα της μεταξύ του ενάγοντος αφενός και της εναγομένης αφετέρου, συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας με ημερομηνία 9-1-1995 δεν υπήρχε υποχρέωση της πρώτης εναγομένης από τη σύμβαση να παραδίδει στον ενάγοντα τέτοια έγγραφα, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να απαιτείται εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατοχή τέτοιων εγγράφων από τον ενάγοντα, όταν μάλιστα δεν αποδείχθηκε ότι παραδόθηκαν τέτοια έγγραφα από την πρώτη εναγομένη στον ενάγοντα.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι-εκκαλούντες υποστηρίζουν, ότι ο ενάγων βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά ως προς την παραπάνω σε βάρος του επέλευση ζημίας, για το λόγο ότι προέβη στην κατάθεση του ποσού των 60.000.000 δραχμών για την αγορά των μετοχών της εταιρείας ΜΕΤΚΑ στους προσωπικούς λογαριασμούς του Λ. Τ. και όχι στους λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης εταιρείας, τους οποίους και γνώριζε, αφού κατά το παρελθόν είχε προβεί σε καταθέσεις, καθώς και ότι η συμπεριφορά του αυτή προσδίδει παραχρηματιστηριακό χαρακτήρα στις μεταξύ Λ.

Τ. και ενάγοντος συμφωνίες και συναλλαγές, καθώς και άμεση γνώση του ενάγοντος για το είδος και το χαρακτήρα αυτών των συναλλαγών κατά την κατάρτιση μεταξύ τους συμφωνιών για διαχείριση χαρτοφυλακίου, εκτός πεδίου ευθύνης και δυνατότητας ελέγχου των εναγομένων, ενώ θεμελιώνει και συντρέχον πταίσμα του ιδίου του ενάγοντος στην πρόκληση ζημίας του από τη σε βάρος του συμπεριφορά του Λ.

Τ., που δεν σχετίζεται με υπαιτιότητα των εναγομένων. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων συνιστά νόμιμη ένσταση, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 300 ΑΚ. Η ένσταση, όμως, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη για τους εξής λόγους: Κατ' αρχήν δεν υπήρχε όρος (αν και έπρεπε να υπάρχει, εν όψει μάλιστα συστάσεως από την εναγομένη εταιρεία και υποκαταστήματος, πέραν του κεντρικού της) στην παραπάνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση με ημερομηνία 9-1-1995, ότι οι καταθέσεις των χρημάτων του ενάγοντος θα έπρεπε υποχρεωτικά να γίνονται με μετρητά στο ταμείο της πρώτης εναγομένης, είτε με καταθέσεις σε λογαριασμούς της.

Συνεπώς, ο ενάγων, αφού δεν είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλλει σε λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας, δεν μπορεί να του αποδίδεται αμελής συμπεριφορά από το γεγονός και μόνο ότι κατέθεσε τα χρήματα του για την αγορά των παραπάνω μετοχών σε λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, εναγομένης και διευθυντή του υποκαταστήματος της στη Θεσσαλονίκη Λ.

Τ., συμμορφωθείς με τις υποδείξεις του τελευταίου. Ούτε είναι και εύλογο ο ενάγων να χρεώνεται τις ελλείψεις ως προς τη λειτουργία της εναγομένης εταιρείας και τις παραλείψεις των οργάνων της. Επίσης, η ένσταση αυτή ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού την πραγματικότητα ουδεμία συναλλαγή διενεργήθηκε, οι μετοχές δεν αγοράσθηκαν και η πρώτη εναγομένη δεν υπήρξε συμβαλλόμενη, ενώ τα χρήματα δεν κατατέθηκαν για αγορά μετοχών επ' ονόματι του (ενάγοντος) όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε και ψευδώς ο Λ.

Τ. τον διαβεβαίωσε (ενάγοντα). Ωστόσο, ο ενάγων ενήργησε, όπως του υπέδειξε ο Λ. Τ.ς, γιατί δεν είχε κανένα λόγο να υποψιασθεί ότι υποκρύπτεται κάτι ύποπτο στην υπόδειξη αυτή του Λ. Τ. , ούτε είχε λόγο να ελέγξει τις μεταξύ εναγομένης και Λ. Τ. σχέσεις, αφού τον Λ. Τ. δεν τον αντιμετώπιζε χωριστά σε σχέση με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, αλλά τον ταύτιζε, εύλογα, με το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρείας αυτής.

Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο ενάγων χαρακτηριστικά αναφέρει στην εξώθυρα του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης υπήρχε επιγραφή με μεγάλα κεφαλαία γράμματα του συνδυασμού "Α. -Τ.". Το γεγονός, ότι η αναγραφή του Λ. Τ. στην πινακίδα του παραπάνω υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης εταιρείας αποτελεί συμμόρφωση αυτής σε νόμιμη υποχρέωση της, και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 του ν. 1969/1991, όπως οι εναγόμενοι-εκκαλούντες διατείνονται, δεν παραλλάσσει τα πράγματα, ούτε ως προς την πιο πάνω κρίση για τον ενάγοντα, έναν απλό περιστασιακό (συνταξιούχο ήδη) επενδυτή, ούτε ως προς τους εναγομένους, ιδίως τους δεύτερο και τρίτο, οι οποίοι για έναν λόγο παραπάνω (της αναγραφής στην πινακίδα του συνδυασμού "Α.-Τ.") όφειλαν να είναι επιμελέστεροι και προσεκτικότεροι, όπως παρακάτω εκτίθεται.

Αντιθέτως, όπως κάθε άλλος μετρίως συνετός επενδυτής, συναλλασσόμενος με διευθυντή υποκαταστήματος ΑΧΕ, δεν πράττει αμελώς και δεν βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά, όταν, συμμορφούμενος με σχετικές υποδείξεις και οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, καταθέτει χρήματα για αγορά μετοχών σε προσωπικό λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης.

Από τη συναλλαγή δε αυτή και με βάση τα παραπάνω περιστατικά δεν προκύπτει, ότι ο ενάγων ήταν σε θέση και όφειλε να γνωρίζει ότι οι παραπάνω συναλλαγές του με τον Λ. Τ. είχαν παράνομο εξωχρηματιστηριακό χαρακτήρα, ούτε ότι συνιστούν παραχρηματιστηριακή συναλλαγή. Επίσης, δεν μπορεί να αποδοθεί σε βάρος του ενάγοντος σφάλμα ως προς την επιμέλεια των συναλλαγών του με την εναγομένη εταιρεία και τον Λ.

Τ. από το γεγονός ότι ο τελευταίος διαχειριζόταν, κατά το δοκούν, το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος. Η εναγομένη εταιρεία αρχικά και μέχρι την από 22-12-2003 επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με αριθμό πρωτ. 4531, που απήντησε σε σχετική επιστολή της εναγομένης, δεν είχε δικαίωμα ή δεν γνώριζε, άλλως αγνοούσε ή δεν είχε πλήρως και επαρκώς αντιληφθεί, ότι δεν είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια, αλλά τούτο δεν είχε καταστήσει σαφές στον ενάγοντα, ούτε είχε ουσιαστικά αποτρέψει τον Λ.

Τ. από τέτοιες διαχειριστικές πράξεις. Αργότερα, βέβαια, και εκτός του επίδικου χρόνου, δόθηκε τέτοια δυνατότητα στην εναγομένη εταιρεία με την υπ' αριθμ. 9/335/6-4-2005 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Συνεπώς, κατά την κοινή λογική και ακολουθία των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν να αποδίδεται στον ενάγοντα αμελής συμπεριφορά και να του προσάπτεται, χωρίς άλλα στοιχεία, συντρέχον πταίσμα αναφορικά με υποψίες των εναγομένων και ενδείξεις τους για παραχρηματιστηριακές συναλλαγές του Λ. Τ. με τρίτα, εκτός δίκης, πρόσωπα, όταν έμπειροι χρηματιστές, όπως οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν υποψιάσθηκαν οι ίδιοι, κατά το προ του μηνός Ιουνίου του έτους 1999 κρίσιμο διάστημα, τέτοιες συναλλαγές, ούτε μπόρεσαν να αντιληφθούν, ότι ο Λ.

Τ. υπεξαιρούσε χρήματα της εναγομένης και πελατών της, ζημιώνοντας τόσο την ίδια όσο και τους πελάτες της πρώτης εναγομένης. Τέλος, ούτε από κάποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε, ότι ο ενάγων γνώριζε για τις παράνομες παραχρηματιστηριακές συναλλαγές του Λ. Τ. με τρίτους και ότι ο ίδιος συμμετείχε σε τέτοιου είδους συναλλαγές, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες.

Άρα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, ότι από μόνη της η πιο πάνω κατάθεση του ενάγοντος, καθ' υπόδειξη του παραπάνω διευθυντή του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, χωρίς τη συνδρομή άλλων επιβαρυντικών για τη συναλλαγή αυτή στοιχείων, που οι εναγόμενοι-εκκαλούντες δεν επικαλούνται, συνιστά σφάλμα χρηματιστηριακής συμπεριφοράς αναφορικά με την επίδικη συναλλαγή και ούτε μπορεί να καταλογισθεί στον ενάγοντα, εξ αυτού του λόγου και μόνο, ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος, όπως αναπόδεικτα υποστηρίζουν αβάσιμα οι εκκαλούντες.

Με βάση τα στοιχεία αυτά πρέπει να αχθεί το συμπέρασμα άτι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε σιωπηρά (σιγή), όπως εκτιμάται, τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως με την αιτιολογία της παρούσας, ο λόγος εφέσεως των εναγομένων-εκκαλούντων, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, ότι στον Λ. Τ., που, σημειωτέον, ήταν απόφοιτος Σχολής Οικονομικών Επιστημών πανεπιστημιακού επιπέδου, δόθηκε η δυνατότητα να προβεί στην υλοποίηση και εκτέλεση όλων των προαναφερθεισών ζημιογόνων πράξεων του, αφενός, ως προστηθείς από την πρώτη εναγομένη στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος της στη Θεσσαλονίκη, που εκείνη τον τοποθέτησε, με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη, τόσο της ίδιας όσο και των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, όπως ήδη προεκτέθηκε, αλλά και εξαιτίας των ευκαιριών, που οι εναγόμενοι του παρείχαν, λόγω αυτής της θέσεως του.

Όλα αυτά δε, συνέβησαν, γιατί ο Λ. Τ. είχε αφεθεί από τους εναγομένους τελείως ανεξέλεγκτος, ώστε ο ίδιος είχε τον πλήρη έλεγχο σε όλες τις συναλλαγές του παραπάνω υποκαταστήματος, ενώ είχε τη δυνατότητα να δέχεται εντολές πελατών της πρώτης εναγομένης εταιρείας με αρμοδιότητες εκπροσωπήσεως της, προβαίνοντας στις πληρωμές των πελατών της στο χώρο του υποκαταστήματος, ενεργώντας κατά το δοκούν και όπως εκείνος έκρινε σε όλα τα ζητήματα, χωρίς κανέναν, ουσιαστικά και τυπικά, έλεγχο και εποπτεία.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη εταιρεία φέρει ευθύνη για τις ζημιές, που ο προστηθείς από αυτήν Λ. Τ. επέφερε, παράνομα και υπαίτια, στον ενάγοντα και υποχρεούται να τον αποζημιώσει, καθώς η ίδια ευθύνεται όχι μόνο για τις συνέπειες της παραπάνω δραστηριότητας του Λ. Τ., οσάκις αυτός ενεργούσε για την εκπλήρωση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, αλλά ακόμη και όταν αυτός χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν και για άλλο σκοπό τα μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεση του, ενεργώντας κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που είχε σ' αυτόν ανατεθεί, δηλαδή διαφορετικά σε σχέση με την προαναφερθείσα σε άλλο μέρος του σκεπτικού έγγραφη εξουσιοδότηση, που του είχε χορηγήσει ο ενάγων με ημερομηνία 3-10-1995.

Η χορήγηση αυτής της εξουσιοδοτήσεως εντάσσεται στα πλαίσια συνηθισμένης πρακτικής, που ακολουθούσαν την επίδικη περίοδο οι χρηματιστηριακές εταιρείες και χορηγούσαν οι πελάτες τους σε υπαλλήλους των εταιρειών αυτών, για το λόγο ότι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η αποϋλοποίηση των μετοχικών τίτλων και αποσκοπούσε στην ταχύτερη εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Εξάλλου, και οι προαναφερθέντες νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, με τις ιδιότητες και εξουσίες που είχαν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ειδικότερα σε άλλο μέρος του σκεπτικού αυτής της αποφάσεως, δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αλλά, αντίθετα, συμπεριφέρθηκαν τουλάχιστον τελείως αμελώς, εξαιτίας δε αυτής της αμελούς συμπεριφοράς τους, που κρίνεται ως βαριά αμέλεια, κατέστη εφικτή η τέλεση όλων των προαναφερομένων παρανόμων και υπαιτίων πράξεων σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους του Λ.

Τ. και. δόθηκε στον τελευταίο η δυνατότητα για την τέλεση των πράξεων αυτών, που όμως δεν θα μπορούσε να πράξει όπως έπραξε, εάν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων δεν είχαν συμπεριφερθεί, όπως συμπεριφέρθηκαν (αμελώς). Συγκεκριμένα, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως πρόεδρος και αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ενώ είχαν από το καταστατικό της εναγομένης εταιρείας και από το νόμο την ευθύνη, αλλά και την υποχρέωση να ασκούν επισταμένους ελέγχους και εποπτεία στο προσωπικό, τους υπαλλήλους και τους διευθυντές της εναγομένης εταιρείας, καθώς και στους αντιπροσώπους αυτής της χρηματιστηριακής εταιρείας τους, καθιερώνοντας μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων της εταιρείας, ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με την εταιρεία πελατών της, αυτοί άφησαν τελείως ανεξέλεγκτο τον διευθυντή του παραπάνω υποκαταστήματος τους στη Θεσσαλονίκη Λ.

Τ. και τον κατέστησαν άμεση πηγή κινδύνων και προκλήσεως ζημιών σε βάρος των πελατών της, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, για τον λόγο ότι δεν μερίμνησαν, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η υπ' αριθμ. 12237Β.500/11-4-2997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), ενεργώντας αμελώς και παραλείποντας να λάβουν τα προσήκοντα για τις περιστάσεις μέτρα, ήτοι ως εξής :1) δεν απέκλεισαν, όπως όφειλαν, τη δυνατότητα, που παρασχέθηκε στον Λ.

Τ., ώστε να μη διακινούνται δια μέσου του παραπάνω υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης χρηματικά ποσά σε μετρητά για τις πληρωμές πελατών της εναγομένης εταιρείας, από αγοραπωλησίες μετοχών. 2) Επιπλέον, δεν φρόντισαν, ώστε οι πληρωμές αυτές να πραγματοποιούνται απευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς των πελατών τους από το κεντρικό κατάστημα των Αθηνών, πρακτική που-ακολουθούσαν, σχεδόν, όλες οι χρηματιστηριακές εταιρείες. 3) Δεν φρόντισαν, ώστε να υπάρχει τακτική περιοδική ενημέρωση στους πελάτες της εναγομένης εταιρείας, με την έγκυρη αποστολή σ' αυτούς εντύπων, από τα οποία θα προέκυπτε με ασφάλεια, η ακριβής διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους και όλες οι επιμέρους συναλλαγές, με βάση στοιχεία, που θα τους παρείχε, όχι το υποκατάστημα:

της Θεσσαλονίκης, αλλά το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα. Και, τέλος 4) δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν στα πλαίσια προστασίας της εναγομένης και των πελατών της, ώστε το υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης να μη στελεχωθεί, αποκλειστικά από υπαλλήλους του στενού οικογενειακού και. φιλικού περιβάλλοντος του Λ. Τ., αλλά και με άλλα έμπιστα στην κεντρική διοίκηση πρόσωπα, με αρμοδιότητες αποτελεσματικού ελέγχου των συναλλαγών, που θα διενεργούσαν στο υποκατάστημα και ενημερώσεως της κεντρικής διοίκησης της εναγομένης εταιρείας.

Αντίθετα, παραλείποντας όλοι οι εναγόμενοι να προβούν στις προαναφερθείσες πράξεις και πράττοντας όπως έπραξαν, κατά τα προαναφερθέντα, καθίσταται σαφές ότι ευθύνονται για τον τρόπο, με τον οποίον είχε αφεθεί να δρα ο Λ. Τ., καθώς και για τα μέσα, που ο τελευταίος χρησιμοποίησε, προκειμένου να επιτύχει, ευχερώς, όσα επιδίωξε και να προκαλέσει τις ως άνω ζημίες, αφού, εξαιτίας αυτής ακριβώς της συμπεριφοράς των εναγομένων, είχε, καταστεί πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των πελατών της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας, την οποία οι παραπάνω οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων διοικούσαν, χωρίς να επιτηρούν τον Λ.

Τ., παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν, λόγω της ιδιότητας και των εξουσιών που είχαν, για να τον ελέγχουν άμεσα. Όλοι αυτοί οι εναγόμενοι (πρώτη, δεύτερος και τρίτος), ήσαν υποκείμενα των προαναφερθεισών υποχρεώσεων, που παρέβησαν, δηλαδή οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, τόσο οι ίδιοι, όσο και το νομικό πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, γιατί δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο για διασταύρωση και επιβεβαίωση 1) περί του ότι τα χρηματικά ποσά που εισέπρατταν από την εκποίηση χρηματιστηριακών πραγμάτων των πελατών τους είχαν πράγματι κατατεθεί στους λογαριασμούς των πελατών τους και καταβληθεί πραγματικά σ' αυτούς, 2) ότι πράγματι τα πινακίδια αγοράς και πωλήσεως μετοχικών αξιών έφταναν όντως στον προορισμό τους και στους δικαιούχους αυτών, όπως και οι από το νόμο επιβεβλημένες τακτικές, περιοδικές έγγραφες βεβαιώσεις των πελατών τους, οι οποίες αντιθέτως είχαν αφεθεί πλήρως στη βούληση του Λ.

Τ., με την ιδιότητα που ο τελευταίος είχε ως διευθυντής του υποκαταστήματος. Επομένως, εκτός από την πρώτη εναγομένη εταιρεία ευθύνονται και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως διοικούντες και εκπροσωπούντες το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης, καθώς είχαν τη νομική υποχρέωση να ελέγχουν τη δραστηριότητα του Λ.

Τ., αφού αυτοί, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης, βαρύνονται προσωπικά με τις υποχρεώσεις της εταιρείας, τις πράξεις και παραλείψεις της, γιατί αυτές ουσιαστικά αφορούν (σε) αυτούς, ως αρμόδια όργανα που εκφράζουν και ενσαρκώνουν τη βούληση μιας χρηματιστηριακής εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Ειδικά, μάλιστα, όταν πρόκειται για χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι διοικούντες αυτή έχουν πρόσθετη υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα αποτροπής ζημιών, που μπορούν να προκληθούν σε τρίτους από πηγή κινδύνων, που οι ίδιοι δημιούργησαν (τοποθέτηση Λ. Τ. σε θέση διευθυντή μεγάλου υποκαταστήματος με ευρύτατες εξουσίες).

Αναμφισβήτητα, εξ άλλου, αποτελεί πηγή κινδύνων για τους τρίτους η ως άνω ανάθεση αρμοδιοτήτων και η ανοχή ανεξέλεγκτης διαχείρισης ξένων περιουσιών, ιδίως δε μεγάλων χρηματικών ποσών και συναφών κινητών αξιών, όταν οικονομικοί φορείς αυτών είναι χρηματιστηριακές εταιρείες, με θεσμικό ρόλο, που είναι προορισμένες να παρέχουν πίστη και ασφάλεια στο ευρύ κοινό, λόγω της οικονομικής επιφάνειας και της φερεγγυότητας τους.

Συνακόλουθα, η παραπάνω υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ευθυνόμενης και της ίδιας της εταιρείας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με τη ζημία και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε σε βάρος του ενάγοντος από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του Λ.

Τ. και γι' αυτό ενέχονται έναντι του ενάγοντος για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτόν, μαζί με το νομικό πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στην αρχή του σκεπτικού διατάξεις. Ενόψει αυτών το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα ως προς την ευθύνη των εναγομένων-εκκαλούντων, μολονότι με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται, αντίστοιχα, με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και κατά την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Γι' αυτό όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι εφέσεως των εναγομένων-εκκαλούντων είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο: 1) Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 71 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 922 και 926 ΑΚ, δεχόμενο ότι είναι δυνατή υπό τους όρους του άρθρου 914 ΑΚ η παράλληλη και εις ολόκληρον με την προστήσασα εταιρία (υποκειμενική) ευθύνη των αναιρεσειόντων οργάνων της για την πράξη του προστηθέντος, την οποία δέχθηκε ως αποδειχθείσα και δεν επεξέτεινε την αντικειμενική ευθύνη του νομικού προσώπου της εταιρίας στα φυσικά καταστατικά πρόσωπα.

Επομένως, ο τρίτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι τα Εφετείο κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου επεξέτεινε την ευθύνη της εταιρίας στους αναιρεσείοντες ως καταστατικών οργάνων της, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέδειξαν οι ίδιοι παράλληλη αδικοπρακτική συμπεριφορά, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση. 2) Δεν δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ως εξουσιαζόντων την πηγή κινδύνου από την οποία επήλθε η ζημία και ο πρώτος, υπό στοιχ. 1-1, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ.

και 2 παρ.1, 5 παρ. 1 και 3 και 25 παρ.2 του Συντάγματος δέχθηκε ότι μπορεί να αποτελέσουν πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα τρίτων και πρόσωπα ενήλικα και ικανά προς δικαιοπραξία, όπως ο διευθυντής του υποκαταστήματος της χρηματιστηριακής εταιρίας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αντικειμενικής ευθύνης για τους εναγομένους που δημιούργησαν την πηγή αυτή του κινδύνου και δεν έλαβαν μέτρα αποτροπής προκλήσεως ζημίας σε τρίτους, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη των εναγομένων, ενώ πράγματι δέχθηκε υποκειμενική τους ευθύνη.

Ως πηγή δε κινδύνου το Εφετείο δεν δέχθηκε αυτό καθ' εαυτό το πρόσωπο του προστηθέντος Λ. Τ., αλλά δέχθηκε (και ορθώς) την προηγούμενη επικίνδυνη κατάσταση που δημιούργησαν οι αναιρεσείοντες με την ανάθεση και ανοχή ανεξέλεγκτης διαχειρίσεως από τον Λ. Τ. ξένων περιουσιών. 3) Δεν καταλόγισε ευθύνη των αναιρεσειόντων για την παράλειψή τους να ελέγξουν τους προσωπικούς λογαριασμούς του Λ.

Τ. και ο πρώτος υπό στοιχ. 1-3, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί υποκειμενική ευθύνη των αναιρεσειόντων εκ του ότι αυτοί παρέλειψαν να ελέγξουν τους προσωπικούς λογαριασμούς του Λ. Τ., παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 1959/1971 περί απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων και με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο καταλόγισε ευθύνη των αναιρεσειόντων για την παράλειψή τους να ελέγξουν τους προσωπικούς λογαριασμούς του Λ.

Τ., ενώ τέτοια παραδοχή δεν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση. 4) Η απόρριψη της εκ του άρθρου 300 ΑΚ. ενστάσεως των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος εκ του ότι αυτός αν και γνώριζε, άλλως υπαιτίως αγνοούσε ότι η κατάθεση του ποσού των 60.000.000 δρχ. σε προσωπικό λογαριασμό του διευθυντή του υποκαταστήματος δεν αποτελεί καταβολή στην εταιρία, αλλά θέτει τα χρήματα στην αποκλειστική σφαίρα εποπτείας και ελέγχου του δικαιούχου του λογαριασμού, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο ενάγων γνώριζε τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας και είχε προβεί σε προηγούμενο χρόνο σε καταθέσεις στον λογαριασμό αυτόν, επαρκώς αιτιολογείται με τις παραδοχές ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ενήργησε ως άνω με υπόδειξη του διευθυντή του υποκαταστήματος, τον οποίο δεν αντιμετώπιζε χωριστά σε σχέση με την χρηματιστηριακή εταιρία, αλλά τον ταύτιζε εύλογα με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, ενόψει και του ότι στην εξώθυρα του υποκαταστήματος υπήρχε επιγραφή με μεγάλα κεφαλαία γράμματα του συνδυασμού "Α.-Τ.", χωρίς να υποπτευθεί ότι η συναλλαγή του αυτή είχε παράνομο εξωχρηματιστηριακό χαρακτήρα, την ίδια δε συμπεριφορά (δέχθηκε το Εφετείο) θα επιδείκνυε υπό τις ανωτέρω περιστάσεις κάθε άλλος μετρίως συνετός επενδυτής.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 5) Το Εφετείο δε δέχθηκε ότι δεκτικός καταβολής ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος, ώστε να ανακύπτει ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 721, 416 και 417 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος, υπό στοιχ.

α' , λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 6) Η παραδοχή του Εφετείου, ότι ουδέποτε στην πραγματικότητα έγιναν οι συναλλαγές αναφέρεται σαφώς στη μη κατάθεση από τον προστηθέντα στο ταμείο της εταιρίας του ποσού των 60.000.000 δρχ. που έλαβε από τον ενάγοντα για την αγορά μετοχών και δεν αντιφάσκει με προηγούμενη παραδοχή ότι πραγματοποιήθηκαν όλες οι συναλλαγές, διότι ως τέτοιες το Εφετείο θεωρεί τη ρευστοποίηση μετοχών και την υπεξαίρεση άλλων.

Επομένως, οι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 7) Το Εφετείο δέχεται σαφώς ότι ο προστηθείς της εταιρίας Λ.

Τ. υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των 60.000.000 δρχ., το οποίο από προφανή παραδρομή γραφής αναλύει σε τμηματικές καταβολές των 20.000.000 δρχ., 20.000.000 δρχ. και 60.000.000 δρχ. (αντί επίσης 20.000.000 δρχ.) και ο περί του αντιθέτου τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 8) Όσον αφορά την υπεξαίρεση των μετοχών που είχαν παραδοθεί στη χρηματιστηριακή εταιρία προς φύλαξη, το Εφετείο προσδιορίζει σαφώς ότι τις εν λόγω μετοχές αγόρασε ο ενάγων στις 22-7-1998 και αυτές υπεξαιρέθηκαν από τον Λ.

Τ. στις 6 και 7-10-1998, με βάση τους οποίους χρόνους ορθά υπολογίστηκε η αξία τους, ώστε δεν ανακύπτει ζήτημα ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τον χρόνο της υπεξαιρέσεως των μετοχών αυτών. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο Λ. Τ. υπεξαίρεσε τις μετοχές και το τίμημα από την πώληση άλλων, "συντάσσοντας ψευδείς αποδείξεις για την είσπραξη από τον ενάγοντα των ποσών που εισπράττονταν από την πώληση των μετοχών, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του στη θέση του πελάτη", δεν αντιφάσκει με την προηγούμενη παραδοχή του ότι " ο ενάγων χορήγησε στο Λ.

Τ. έγγραφη εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας τον εξουσιοδότησε να προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό του σε καταθέσεις και αναλήψεις χρηματικών ποσών και τίτλων", διότι με την εν λόγω εξουσιοδότηση ο αναιρεσίβλητος εξουσιοδότησε τον Λ. Τ. να υπογράφει κατ' εντολή και για λογαριασμό του, θέτοντας τη δική του υπογραφή του και όχι κατ' απομίμηση την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο έκτος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 9) Όσον αφορά τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την υπεξαίρεση εκ μέρους του Λ. Τ. των μετοχών του ενάγοντος και του τιμήματος των μετοχών του που πωλήθηκαν, ύψους 14.896,79 και 81.723,89 ευρώ, αντίστοιχα, δε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 298 του ΑΚ, εφόσον με τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι οι εναγόμενοι ως όργανα της προστήσασας χρηματιστηριακής εταιρίας από βαριά αμέλειά τους δεν άσκησαν επί μακρό χρόνο τον επιβαλλόμενο από το καταστατικό της εταιρίας και τα συναλλακτική ήθη έλεγχο και εποπτεία επί του προστηθέντος από την εταιρία διευθυντή του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο είχαν καταστήσει πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των επενδυτών με την εκτιθέμενη στην απόφαση ευρεία ανάθεση σ' αυτόν αρμοδιοτήτων και εκπροσώπησης της εταιρίας, χωρίς τη θέσπιση των αναγκαίων μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διαπράξει τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, τις οποίες δεν θα μπορούσε να διαπράξει αν οι εναγόμενοι ασκούσαν τις άνω υποχρεώσεις τους, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και καταφάσκεται η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εφόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο συνιστούν παράνομη και υπαίτια κατά το άρθρο 914 Α.Κ.

συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τις ανέλεγκτες κατά τούτο παραδοχές του Εφετείου. Το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ευθύνονται και αντικειμενικά, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αντιφατικών αιτιολογιών.

Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος και έκτος, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγοι του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως και πρώτος, υπό στοιχ. 1-2, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως όσον αφορά ειδικότερα την παραδοχή υποκειμενικής ευθύνης των εναγομένων, την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου και την ανυπαρξία συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως ότι εσφαλμένως υπήγαγε τις παραδοχές της στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι αβάσιμοι, όσον αφορά τις μερικότερες ως άνω πράξεις της υπεξαιρέσεως. 10) Τέλος, όσον αφορά την κατάφαση ευθύνης των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων (αναιρεσειόντων) για την ζημία που υπέστη ο ενάγων από την εκ μέρους του Λ.

Τ. παράνομη ιδιοποίηση του ποσού των 60.000.000 δρχ. ή 176.082,17 ευρώ, το οποίο του είχε καταθέσει ο ενάγων σε προσωπικό του (του Λ. Τ.) λογαριασμό για την αγορά των μετοχών της εταιρίας ΜΕΤΚΑ, η απόφαση έχει, επίσης, επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα στοιχεία της αμέλειας των εναγομένων-αναιρεσειόντων και του μεταξύ αυτής και της ζημίας του ενάγοντος αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου.

Ειδικότερα, επαρκής είναι η αιτιολογία του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες: "Δεν επέδειξαν την δέουσα επιμέλεια κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους αλλά, αντίθετα, συμπεριφέρθηκαν τουλάχιστον τελείως αμελώς, εξαιτίας δε αυτής της αμελούς συμπεριφοράς τους, που κρίνεται ως βαριά αμέλεια, κατέστη εφικτή η τέλεση όλων των προαναφερομένων παρανόμων και υπαιτίων πράξεων σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους του Λ.

Τ. και. δόθηκε στον τελευταίο η δυνατότητα για την τέλεση των πράξεων αυτών, που όμως δεν θα μπορούσε να πράξει όπως έπραξε, εάν αυτοί (δεύτερος και τρίτος των εναγομένων) δεν είχαν συμπεριφερθεί, όπως συμπεριφέρθηκαν (αμελώς). Συγκεκριμένα, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ως πρόεδρος και αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ενώ είχαν από το καταστατικό της εναγομένης εταιρείας και από το νόμο την ευθύνη, αλλά και την υποχρέωση να ασκούν επισταμένους ελέγχους και εποπτεία στο προσωπικό, τους υπαλλήλους και τους διευθυντές της εναγομένης εταιρείας, καθώς και στους αντιπροσώπους αυτής της χρηματιστηριακής εταιρείας τους, καθιερώνοντας μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων των οργάνων της εταιρείας, ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με την εταιρεία πελατών της, αυτοί άφησαν τελείως ανεξέλεγκτο τον διευθυντή του παραπάνω υποκαταστήματος τους στη Θεσσαλονίκη Λ.

Τ. και τον κατέστησαν άμεση πηγή κινδύνων και προκλήσεως ζημιών σε βάρος των πελατών της, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, για τον λόγο ότι δεν μερίμνησαν, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η υπ' αριθ. 12237Β.500/11-4-2997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), ενεργώντας αμελώς και παραλείποντας να λάβουν τα προσήκοντα για τις περιστάσεις μέτρα, ήτοι ως εξής: 1) δεν απέκλεισαν, όπως όφειλαν, τη δυνατότητα, που παρασχέθηκε στον Λ.

Τ., ώστε να μη διακινούνται δια μέσου του παραπάνω υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης χρηματικά ποσά σε μετρητά για τις πληρωμές πελατών της εναγομένης εταιρείας, από αγοραπωλησίες μετοχών. 2) Επιπλέον, δεν φρόντισαν, ώστε οι πληρωμές αυτές να πραγματοποιούνται απευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς των πελατών τους από το κεντρικό κατάστημα των Αθηνών, πρακτική που-ακολουθούσαν, σχεδόν, όλες οι χρηματιστηριακές εταιρείες. 3) Δεν φρόντισαν, ώστε να υπάρχει τακτική περιοδική ενημέρωση στους πελάτες της εναγομένης εταιρείας, με την έγκυρη αποστολή σ' αυτούς εντύπων, από τα οποία θα προέκυπτε με ασφάλεια, η ακριβής διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους και όλες οι επιμέρους συναλλαγές, με βάση στοιχεία, που θα τους παρείχε, όχι το υποκατάστημα:

της Θεσσαλονίκης, αλλά το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα. Και, τέλος 4) δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν στα πλαίσια προστασίας της εναγομένης και των πελατών της, ώστε το υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης να μη στελεχωθεί, αποκλειστικά από υπαλλήλους του στενού οικογενειακού και. φιλικού περιβάλλοντος του Λ. Τ., αλλά και με άλλα έμπιστα στην κεντρική διοίκηση πρόσωπα, με αρμοδιότητες αποτελεσματικού ελέγχου των συναλλαγών, που θα διενεργούσαν στο υποκατάστημα και ενημερώσεως της κεντρικής διοίκησης της εναγομένης εταιρείας.

Αντίθετα, παραλείποντας όλοι οι εναγόμενοι να προβούν στις προαναφερθείσες πράξεις και πράττοντας όπως έπραξαν, κατά τα προαναφερθέντα, καθίσταται σαφές ότι ευθύνονται για τον τρόπο, με τον οποίον είχε αφεθεί να δρα ο Λ. Τ., καθώς και για τα μέσα, που ο τελευταίος χρησιμοποίησε, προκειμένου να επιτύχει, ευχερώς, όσα επιδίωξε και να προκαλέσει τις ως άνω ζημίες, αφού, εξαιτίας αυτής ακριβώς της συμπεριφοράς των εναγομένων, είχε, καταστεί πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των πελατών της εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας, την οποία οι παραπάνω οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων διοικούσαν, χωρίς να επιτηρούν τον Λ.

Τ., παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν, λόγω της ιδιότητας και των εξουσιών που είχαν, για να τον ελέγχουν άμεσα". Οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις των αναιρεσειόντων και, κυρίως, η παράλειψή τους για επισταμένους ελέγχους στο πιο πάνω υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης, καθώς και (η παράλειψή τους) για τακτική περιοδική ενημέρωση των πελατών της εταιρείας τους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, με την έγκυρη αποστολή σ' αυτούς εντύπων, από τα οποία θα προέκυπτε με ασφάλεια, η ακριβής διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους και όλες οι επιμέρους συναλλαγές με βάση στοιχεία, που θα τους παρείχε, όχι το υποκατάστημα:

της Θεσσαλονίκης, αλλά το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα, ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να προκαλέσουν και τη ζημία του ενάγοντος από την υπεξαίρεση των 60.000.000 δρχ., που κατατέθηκαν σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Λ. Τ. ως τίμημα για την αγορά 6.000 μετοχών της εταιρείας ΜΕΤΚΑ. Επομένως, οι, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως και πρώτος υπό στοιχ. 1-4 και δεύτερος, όπως εκτιμάται, λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ως προς το παραπάνω ζήτημα (της υπεξαίρεσης του ποσού των 60.000.000 δραχμών) επαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.

3.- Επειδή, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως. από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το αληθινό περιεχόμενο της από 9-5-1995 χρηματιστηριακής συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της εταιρίας "Α. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε", δεχόμενο ότι "δεν υπήρχε όρος στη σύμβαση, ότι οι καταθέσεις των χρημάτων του ενάγοντος θα έπρεπε υποχρεωτικά να γίνονται με μετρητά στο ταμείο της πρώτης εναγομένης, είτε με καταθέσεις στους λογαριασμούς της", ενώ κατά τον όρο 5 της συμβάσεως "α) ο πελάτης υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία την αμοιβή της και τα τέλη των χρηματιστηριακών συμβάσεων και ε) σε περίπτωση αγοράς υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία το τίμημα". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου της χρηματιστηριακής συμβάσεως, αλλά για εκτίμηση του παραπάνω όρου της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-12-2009 αίτηση των Σ.-Α. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 6073/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 26-10-2010. πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ