253/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 253 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 253/2012
Legislator headnote
AI generated253/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 253 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 253/2012
Full text
Απόφαση 253 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 253/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. - Π. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Μ. (T. M.) του Έ. (E.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 27-12-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1446/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5702/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 30-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που αφορά την επιδίκαση τόκων υπερημερίας στο επιδικασθέν κονδύλιο των παρανόμων υπερωριών και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ενώ ο αναιρετικός λόγος του ίδιου αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία ως χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11β' του Κ.Πολ.Δ., αληθώς όμως, από την περ. γ της ίδιας διατάξεως, όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται από το περιεχόμενό του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ενώ αυτός, ως εναγόμενος, προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος αναιρεσίβλητου ότι προσλήφθηκε με πλήρες ωράριο στις 22-8-2002 και απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, καθώς και ως προς τη μη καταβολή επιδομάτων εορτών, αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας, προσκόμισε με επίκληση, όπως κατά λέξη αναφέρει, "αντίγραφο έγγραφης σύμβασης εργασίας μειωμένης απασχόλησης, από την οποία προέκυπτε ότι είχε προσληφθεί στις 27-11-2002, αντίγραφο της αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ και αντίγραφο από το ειδικό βιβλίο καταχώρισης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, που έφεραν την υπογραφή του αντιδίκου, τη γνησιότητα της οποίας αυτός δεν αμφισβήτησε σε κανένα διαδικαστικό στάδιο και.....όλα τα αντίγραφα των εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας του αντιδίκου για την επίδικη περίοδο, από τις οποίες προέκυπτε ότι ο αντίδικος είχε λάβει τις αποδοχές άδειας και τα επιδόματα εορτών και άδειας", το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά και κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, δεχόμενο τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα. Επίσης ο αναιρεσείων παραθέτει απλώς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την καταβολή των επιδομάτων εορτών και άδειας, και την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την προταθείσα, όπως ισχυρίζεται, από αυτόν στο Εφετείο ένσταση εξοφλήσεως, κατά την οποία (κρίση) "αυτός ούτε πρότεινε τέτοια ένσταση ούτε και προσκόμισε σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις" και χωρίς να αποδίδει οποιαδήποτε αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την παραδοχή της αυτή, καταλήγει ότι "έτσι όπως αποφάνθηκε η προσβαλλομένη κατέστη αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δ.". Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος. Σχετικά δε με την παραδοχή της απόφασης ότι ο αναιρεσείων δεν "προσκόμισε σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις", σημειώνεται πάντως ότι δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο η προσκόμιση συγκεκριμένων εξοφλητικών αποδείξεων, ούτε, άλλωστε είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων παραδεκτώς με τις προτάσεις του ότι είχε προσκομίσει εξοφλητικές αποδείξεις (τα μη φέροντα υπογραφή του αναιρεσιβλήτου αντίγραφα των εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας δεν συνιστούν εξοφλητικές αποδείξεις). Εξάλλου, ως εκ περισσού, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων "δεν αμφισβήτησε τους αγωγικούς ισχυρισμούς", (εκτός του ότι ο ενάγων απασχολήθηκε μέχρι τις 20-4-2007), όπως αβασίμως αυτός αιτιάται.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για το ορισμένο δε του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 λόγου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθμ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής κρίσιμα, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με προφορική σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 22-8-2002, ο εφεσίβλητος που διατηρούσε ατομική βιοτεχνική επιχείρηση στο Μοσχάτο Αττικής, με αντικείμενο την επεξεργασία κρέατος και αλλαντικών, προσέλαβε τον εκκαλούντα, Πολωνό υπήκοο, ο οποίος είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας για επαγγέλματα υγειονομικού ενδιαφέροντος ... για να εργαστεί ως εργατοτεχνίτης, με την ειδικότητα του κόφτη κρέατος - καπνιστή, επί οκτώ ώρες ημερησίως και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 30 ευρώ. Ο εφεσίβλητος, όμως, ανήγγειλε για πρώτη φορά, στις 27-11-2002, στον ΟΑΕΔ ότι προσέλαβε τον εκκαλούντα στις 19-11-2002, με την ως άνω ειδικότητα και υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, δηλαδή με μειωμένο ωράριο, από 10.00' - 14.00', και αντί ημερομισθίου 14,5 ευρώ, συγχρόνως, δε, οι διάδικοι υπέγραψαν σχετικώς την από 19-11-2002 έγγραφη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου με τους προαναφερόμενους όρους που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εφεσίβλητος, επικαλούμενος τα ως άνω έγγραφα, ισχυρίζεται ότι ο εκκαλών προσελήφθη για πρώτη φορά στις 19-11-2002 και απασχολήθηκε υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης μέχρι τον Απρίλιο του 2004, έκτοτε, δε, απασχολείτο με πλήρες ωράριο, από 08.00' έως 16.00', αντί ημερομισθίου 32,48 ευρώ. Το αληθές, όμως, είναι ότι ο εκκαλών προσελήφθη στις 22-8-2002 στην επιχείρηση του εφεσίβλητου δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί επί οκτώ ώρες ημερησίως και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και πράγματι από τον χρόνο της προσλήψεώς του απασχολήθηκε με πλήρες ωράριο, αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 30 ευρώ. Και τούτο ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεως που έχει δηλωθεί προς τον ΟΑΕΔ ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και των αναγραφομένων όρων στην από 19-11-2002 έγγραφη σύμβαση εργασίας που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Μάλιστα, παρά τα συμφωνηθέντα, ο εκκαλών από τον χρόνο της προσλήψεώς του παρείχε και πρόσθετη εργασία στην επιχείρηση του εφεσίβλητου, πέραν του συμφωνηθέντος οκταώρου, απασχολούμενος υπερωριακά, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, λαμβάνοντας, όμως, αμοιβή που υπολειπόταν της νόμιμης, αφού αμειβόταν, αδιακρίτως, για κάθε ώρα παρεχόμενης πρόσθετης εργασίας, μόνο με το ποσό των 6 ευρώ, παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες του προς τον εφεσίβλητο. Για το λόγο αυτό στις 27-12-2005 και ενώ το συμβατικό ημερομίσθιο του από 1-1-2005 ανερχόταν σε 35 ευρώ, αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία του εφεσίβλητου για να απασχοληθεί σε άλλη αλλαντοβιομηχανία. Περαιτέρω, όμως, στις 15-7-2006 προσελήφθη και πάλι στην επιχείρηση του εφεσίβλητου, δυνάμει νέας συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί με την ίδια ως άνω ειδικότητα επί οκτάωρο ημερησίως και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 38 ευρώ. Έκτοτε παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εφεσίβλητου, απασχολούμενος και πέραν του νομίμου ωραρίου του, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, μέχρι τις 20-4-2007 (όπως συνομολογεί και ο εφεσίβλητος) που αποχώρησε και πάλι οικειοθελώς, επειδή ο τελευταίος, εκτός του ότι αρνείτο να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο δεδουλευμένων στα πλαίσια της πρώτης συμβάσεως εργασίας του (που συνέχισε να απαιτεί αυτός), συνέχισε να του καταβάλει μειωμένη αμοιβή για την παρεχόμενη πρόσθετη εργασία του (6 ευρώ για κάθε ώρα) στα πλαίσια της δεύτερης εργασιακής συμβάσεως. Δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος προσέλαβε τον εκκαλούντα για να απασχολείται επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως (και 40 ώρες) στα πλαίσια της πρώτης ή της δεύτερης ένδικης εργασιακής συμβάσεως, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον τελευταίο ... . Οι ανάγκες της εν λόγω επιχείρησης απαιτούσαν την παροχή πρόσθετης εργασίας από τους εργαζόμενους στην παραγωγική διαδικασία και για το λόγο αυτό ο εκκαλών στα πλαίσια και των δυο ενδίκων συμβάσεων εργασίας του εργάσθηκε πέραν του νομίμου ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου του, απασχολούμενος επί 10 ώρες ημερησίως (από ώρα 08.00' έως 18.00') κατά τις εργάσιμες ημέρες ... .". Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 30 € από 22-8-2002, 35 € από 1-1-2005 και 38 € από 15-7-2006 προέβη στον υπολογισμό των αγωγικών αξιώσεων για ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, αναλογία επιδομάτων εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.648,24 ευρώ, από το οποίο υποχρέωσε αυτόν να του καταβάλει 10.804,89 ευρώ, ήτοι, όπως αναφέρεται στην απόφαση: "α) για ιδιόρρυθμες υπερωρίες 235,77 ευρώ, β) για παράνομες υπερωρίες 5.644,87 ευρώ, γ) για υπερεργασία 130,18 ευρώ, δ) για κατ' εξαίρεση υπερωρίες 1.265,4 ευρώ, ε) για υπόλοιπο επιδομάτων Χριστουγέννων 660,92 ευρώ, στ) για υπόλοιπο επιδομάτων Πάσχα 378,75 ευρώ, ζ) για αποδοχές αδείας 1.529,5 ευρώ και η) για επίδομα αδείας 959,5 ευρώ], με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό και δη για κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό (διαφορά για αμοιβή πρόσθετης εργασίας) από τη δήλη ημέρα καταβολής του, δηλαδή από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα στον οποίο αφορά, για τις διαφορές επιδομάτων Χριστουγέννων και τις αποδοχές και επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αφορούν, για, δε, τα επιδόματα Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους που αφορούν". Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι με τις πιο πάνω παραδοχές της: Α) Έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι υπήρξε συμφωνία για το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, δεχόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος "απασχολήθηκε αντί συμφωνηθέντος ημερομισθίου 30 € από 22-8-2002, 35 € από 1-1-2005 και 38 € από 15-7-2006 και με βάση τις ως άνω παραδοχές προέβη στον υπολογισμό των αγωγικών αξιώσεων που επιδίκασε", ενώ ο αναιρεσίβλητος απλώς παρέθεσε στην αγωγή του τις νόμιμες αποδοχές του με βάση τις οικείες ΣΣΕ και Δ.Α., που εξελίχθηκαν κατά τον περιγραφόμενο στην αγωγή του τρόπο, (και οι οποίες ήταν ελάσσονες εκείνων που δέχθηκε το Εφετείο, ως συμφωνηθείσες), χωρίς να αναφέρει ότι το ύψος των αποδοχών του είχε συμβατικά καθορισθεί ήταν υπέρτερο των νομίμων. Και Β) Με τις πιο πάνω παραδοχές του, περί συμβατικά καθορισμένων αποδοχών, "κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο στερούμενη νόμιμης βάσης" και ειδικότερα επιδικάζει διαφορές βάσει ημερομισθίου υπέρτερου του νομίμου και, επιπλέον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, "που σύμφωνα με τους αγωγικούς υπολογισμούς έπρεπε να λαμβάνει νόμιμο ημερομίσθιο (μικτές αποδοχές) 31,28 €, αποχώρησε γιατί του κατέβαλα 35 € καθαρά". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ρητώς αναφέρει ότι προσελήφθη "ως τεχνίτης έναντι των συμφωνηθέντων αποδοχών". Στη συνέχεια δε στην αγωγή του υπολογίζει τα κονδύλια, τα οποία κατ' αυτόν του οφείλονται, με βάση ημερομίσθιο 30 € από 22-8-2002, 35 € από 1-1-2005 και 38 € από 15-7-2006, προσδιορίζοντας, με τον τρόπο αυτό, το ύψος του συμφωνηθέντος ημερομισθίου. Είναι δε χωρίς σημασία το ότι παραλλήλως παραθέτει και το αντίστοιχο, κατά χρονική περίοδο, ύψος του νομίμου ημερομισθίου, δεδομένου ότι το συμφωνηθέν υπερκάλυπτε αυτό.
Συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, δεχόμενο ότι υπήρξε η προαναφερόμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, με βάση το οποίο προέβη, ακολούθως, στον υπολογισμό των αγωγικών αξιώσεων που επιδίκασε και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, ως προς το εξεταζόμενο ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων για το ύψος του ημερομισθίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο, ως παραδοχές της απόφασης (ελλιπείς ή αντιφατικές, κατά τον αναιρεσείοντα), δηλαδή, ότι ενώ δέχεται ότι ο συμφωνηθείς μισθός ήταν υπέρτερος του νομίμου, δέχεται παραλλήλως ότι η αμοιβή που ελάμβανε "υπολειπόταν της νόμιμης" και ότι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος, "που σύμφωνα με τους αγωγικούς υπολογισμούς έπρεπε να λαμβάνει νόμιμο ημερομίσθιο (μικτές αποδοχές) 31,28 €", αποχώρησε γιατί ο αναιρεσείων του κατέβαλε 35 € καθαρά", στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε, όπως από την απόφασή του προκύπτει, τέτοιες παραδοχές. Έτσι η αναφορά ότι η αμοιβή "υπολειπόταν της νόμιμης", αφορά την αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση (αφού γι' αυτή ο αναιρεσείων κατέβαλε, όπως δέχεται η απόφαση, μόνο 6 ευρώ την ώρα), ενώ όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή του, ούτε υπολόγισε τα αιτούμενα κονδύλια με βάση το "νόμιμο ημερομίσθιο (μικτές αποδοχές) 31,28 €".
ΙΙΙ. Μισθό, κατά την έννοια της ΑΚ 655, αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της υπερεργασίας του, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπομένης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας. Επομένως και για τις αμοιβές αυτές, τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ δήλη ημέρα καταβολής, ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος και να οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας. Αντιθέτως δεν αποτελούν μισθό η αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς και η προσαύξηση (αστική ποινή) την οποία υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης για παράνομη υπερωριακή εργασία του εργαζομένου, με συνέπεια οι τόκοι των εν λόγω οφειλών να αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε και το κονδύλιο των παρανόμων υπερωριών (5.644,87 ευρώ) "με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό και δη για κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό (διαφορά για αμοιβή πρόσθετης εργασίας) από τη δήλη ημέρα καταβολής του, δηλαδή από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα στον οποίο αφορά ...", παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος.
IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτή, ως καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ενώ ο ενάγων αναιρεσίβλητος "μετέτρεψε κατά ποσοστό 50% όλα τα αγωγικά κονδύλια από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά", κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει, από το συνολικά αναγνωρισθέν ποσό των 14.648,24 €, "θα έπρεπε να του επιδικασθεί καταψηφιστικά το 50%, ήτοι 7.324,12 € και όχι το ποσό των 10.804,89 € που του επιδίκασε η προσβαλλομένη". Η αιτίαση αυτή, έτσι όπως προβάλλεται, είναι αβάσιμη. Ειδικότερα, όπως και στο αναιρετήριο εκτίθεται, ο ενάγων αναιρεσίβλητος μετέτρεψε κατά ποσοστό 50% όλα τα αγωγικά κονδύλια από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, με την προφανή έννοια ότι ζητούσε να του καταβληθεί το μισό ποσό κάθε κονδυλίου που ζητούσε με την αγωγή του και να του αναγνωρισθεί το υπόλοιπο και όχι να του καταβληθεί το μισό κάθε ποσού που τυχόν θα αναγνώριζε το Δικαστήριο ότι δικαιούταν. Εφόσον, συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, σαφώς και ορισμένως, αιτίαση ότι το συνολικό ποσό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υποχρεούται να καταβάλει στον αντίδικό του, δεν αντιστοιχεί στο άθροισμα των επί μέρους αιτουμένων καταψηφιστικώς και δεκτών γενομένων κονδυλίων, ο προβαλλόμενος λόγος με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμος.
VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιδίκασε και το κονδύλιο των παρανόμων υπερωριών (5.644,87 ευρώ) "με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό και δη για κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό (διαφορά για αμοιβή πρόσθετης εργασίας) από τη δήλη ημέρα καταβολής του, δηλαδή από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα στον οποίο αφορά ..." και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 5702/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6-4-2011 αίτηση (αρ. καταθ. 286/8-4-11) για αναίρεση της ίδιας απόφασης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δ. - Π. Γ., το οποίο ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ