Legislator Case Law & Legislation
253/2010 AI generated

253/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 253/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Λόγοα αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παράβαση των ερευνητικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ - Προϋποθέσεις. Έμμεση διαπίστωση κενού, ερμηνεία.

Legislator headnote

AI generated

253/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
retroactive short-time compensation piecework severance pay remuneration of salaried employees redundancy working conditions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου - επανάληψη από κληρονόμους.

Λόγοα αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παράβαση των ερευνητικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ - Προϋποθέσεις. Έμμεση διαπίστωση κενού, ερμηνεία.

.Αριθμός 253/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", η οποία εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 Καθαροσπόρη, 6) Χ6, 7) Χ7, απάντων κατοίκων περιοχής .... Όλοι οι αναιρεσίβλητοι, πλην του τρίτου αναιρεσίβλητου Χ3 ο οποίος είναι απών, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Καρπέτα. Στο σημείο αυτό ο πιο πάνω πληρεξούσιος δικηγόρος Μιλτιάδης Καρπέτας γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ3 απεβίωσε την 15-5-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους νόμιμους κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Θ και τα τέκνα του Β1, Β2, Β3 και Β4, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Προσκομίζει δε τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 12-4-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 705/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 286 εδ. α', 287 § 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από τον θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή της από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει από το προσκομιζόμενο ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του ..., ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ3 απεβίωσε στις 15-5-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Θ και τα τέκνα του Β1, Β2, Β3 και Β4. Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 του ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως τη λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.

Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 62 και 73 του ΚΠολΔ) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ... γνώριζε τον θάνατο του παραπάνω διαδίκου, που επήλθε τη 15-5-2006, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (15-5-2008).

Εφόσον, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι είχε λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση για τον θάνατό του, εγκύρως ασκήθηκε η αναίρεση εναντίον του, η οποία είναι παραδεκτή. Επειδή κατά το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Περίπτωση δε τέτοιας έμμεσης αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας συμβάσεως, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός του συμβολαίου ή γενικώς του εγγράφου με το οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Το Δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους κανόνες αυτούς αν είτε δεν τους εφαρμόζει είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αληθινή έννοια του όρου 6 του συμφωνητικού της 13-2-1984, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ... ΑΕ" (η οποία τον Φεβρουάριο του 2001 συγχωνεύθηκε δι'απορροφήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ") και του σωματείου των εργαζομένων της εν λόγω εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ...", δέχθηκε τα ακόλουθα:

Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εργοστάσιο στο ..., περιοχής ..., έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία τσιμέντων. Ειδικότερα, το ανωτέρω εργοστάσιο ανήκε αρχικά στην εταιρεία με την επωνυμία "Τσιμέντα ... Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε το Φεβρουάριο του 2001 από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", δια απορροφήσεώς της από την τελευταία.

Έκτοτε το εργοστάσιο που βρίσκεται στο ...αποτελεί το εργοστάσιο "ΗΡΑΚΛΗΣ

ΙΙΙ" αυτής. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι εργαζόμενοι στην αναιρεσείουσα και ειδικότερα ο πρώτος προσελήφθη στην επιχείρηση την 11-11-1982, ο δεύτερος την 12-1-1978, ο τρίτος την 8-11-1973, ο τέταρτος την 12-8-1976, ο πέμπτος τη 15-10-1979, ο έκτος την 11-9-1974 και ο έβδομος την 26-8-1985 με την ειδικότητα του μυλωνά, του ηλεκτρονικού υπομηχανικού, του οδηγού, του ψήστη, του εργοδηγού, του χειριστή μηχανημάτων και του πρακτικού μηχανικού Α' αντίστοιχα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα.

Στις 13-2-1984 μεταξύ της εταιρείας "Τσιμέντα ... Α.Ε.", εκπροσωπούμενης από τους ... και του σωματείου εργαζομένων της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ...", όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτού, μεταξύ άλλων όρων, συμφώνησαν ότι: "Τα επιδόματα-οι τριετίες θα δίδονται όταν αποκτούνται και δεν θα συμψηφίζονται με τυχόν ανώτερες αποδοχές" (όρος 6).

Από τη διατύπωση του όρου αυτού σε συνδυασμό με την ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε., η οποία θέσπιζε ειδικά επιδόματα για τους εργαζομένους σε Τσιμεντοβιομηχανίες, όπως το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα γάμου και το ταμειακό επίδομα και με δεδομένο ότι στο ανωτέρω συμφωνητικό δεν γίνεται ρητή μνεία σε επιδόματα ισχύοντα λόγω προγενέστερων ή μεταγενέστερων επιχειρησιακών συμβάσεων της εταιρείας με το σωματείο των εργαζομένων, συνάγεται ότι πρόθεση των μερών ήταν να αναφερθούν στα επιδόματα που προβλέπονται από τις οικείες κλαδικές Σ.Σ.Ε.

Εξάλλου, στην οικεία Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας ο υπολογισμός του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας γίνεται με υπολογισμό ποσοστού επί των αντίστοιχων τριετιών, συνεπώς από την αναφορά στον όρο 6 του ανωτέρω από 13-2-1984 συμφωνητικού "επιδόματα-τριετίες" γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε. Η ανωτέρω ερμηνεία ενισχύεται και από τα συμφωνητικά που υπογράφηκαν ακολούθως μεταξύ της εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων στη ...

και ειδικότερα από το από 20-12-1988 συμφωνητικό, όπου στον όρο 8 παρ. β παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι "μισθολογική ρύθμιση (σημαίνει) η καταβολή των διαφορών των επιδομάτων-τριετιών που προκύπτουν μεταξύ παλαιάς και νέας ειδικότητας στη Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας, χωρίς συμψηφισμό με τυχόν ανώτερες αποδοχές, όπως άλλωστε μέχρι σήμερα ισχύει".

Ειδικότερα από την γραμματική διατύπωση του ανωτέρω όρου συνάγεται ότι τα επιδόματα-τριετίες προκύπτουν σε συνδυασμό με την οικεία Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας και δεν συμψηφίζονται με τυχόν ανώτερες αποδοχές, όπως εξάλλου συνομολογείται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ότι ισχύει μέχρι την ημεροχρονολογία υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού.

Περαιτέρω, στο από 3-8-1990 συμφωνητικό και στην παράγραφο δ' αυτού ορίζεται ότι "Τα αναδρομικά που προκύπτουν από την εφαρμογή της ΣΣΕ 1990 θα καταβληθούν τμηματικώς μέχρι την εξόφληση του μηνός Νοεμβρίου". Παρόμοια συμφωνία ακολουθείται και στο από 21-5-1991 συμφωνητικό όπου στον όρο 6 αυτού ορίζεται ότι "...οι διαφορές που θα προκύψουν από την εφαρμογή της Σ.Σ.Ε.

της Τσιμεντοβιομηχανίας 1991 θα καταβληθούν σε 3 ισόποσες μηνιαίες δόσεις...". Τέλος, στο από 15-6-1994 συμφωνητικό και στον όρο 3 αυτού ορίζεται ότι "Θα καταβληθούν οι διαφορές των επιδομάτων που θα προκύψουν από την εφαρμογή της Σ.Σ. Τσιμεντοβιομηχανίας από 1.1.94...". Από τη γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω συμφωνητικού, όπου και πάλι συνδέονται τα επιδόματα με την ισχύουσα Σ.Σ.Ε.

Τσιμεντοβιομηχανίας, καθώς και στα προαναφερόμενα συμφωνητικά, όπου αναφέρεται ο τρόπος καταβολής των αναδρομικών που προκύπτουν από την εφαρμογή της οικείας Σ.Σ.Ε. συνάγεται ότι και στο επίδικο από 13-2-1984 συμφωνητικό η βούληση των μερών δεν ήταν να γίνει αναφορά στα επιδόματα που έχουν συμφωνηθεί μέσω επιχειρησιακών συμφωνητικών, αλλά στα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε., τα οποία δεν επιδέχονται συμψηφισμό με τυχόν ανώτερες αποδοχές.

Συνεπώς, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ο ανωτέρω με αριθμό έξι (6) όρος του από 13-2-1984 συμφωνητικού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αφορά το μη συμψηφισμό των επιδομάτων που χορηγούνται με προγενέστερα και μεταγενέστερα πρακτικά συμφωνίας στις ανώτερες των κατώτατων νόμιμων καταβαλλόμενων συμβατικών αποδοχών, ερμηνεία που υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα εταιρεία, αφού και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ...

προκύπτει ότι η αύξηση των επιδομάτων είναι ποσοστιαία επί του βασικού μισθού, όπως αυτά προβλέπονται από τη Σ.Ε.Ε. της Τσιμεντοβιομηχανίας και η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα ευρήματα ελέγχου μισθοδοσίας της ελεγκτικής εταιρείας "KPMG", όπου αναφέρεται ότι ο υπολογισμός της αύξησης των επιδομάτων τεκμηριώνεται στο πρακτικό συμφωνίας της 13-2-1984 σύμφωνα με τον πρώτο μάρτυρα.

Από τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη κρίση της διαπίστωσε εμμέσως ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο πιο πάνω από 13-2-1984 συμφωνητικό, δηλαδή δεν ήταν σαφές ότι τα μνημονευόμενα επιδόματα - τριετίες αφορούσαν στα προβλεπόμενα από τις σχετικές κλαδικές ΣΣΕ των εργαζομένων στην Τσιμεντοβιομηχανία και όχι στα επιδόματα που προβλέπονται από τις οικείες επιχειρησιακές συμφωνίες.

Για τον λόγο αυτό προέβη, περαιτέρω, στην ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, αναζητώντας την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή σε στοιχεία εκτός του κειμένου της και μέσω της ερμηνείας αυτής κατέληξε στη διαπίστωση ότι η βούληση των μερών κατά τη διατύπωση του όρου 6, συναγομένη από τις ειδικές περιστάσεις που μνημονεύει πιο πάνω, ήταν να γίνει αναφορά στα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ, τα οποία και δεν είναι επιδεκτικά συμψηφισμού με τυχόν ανώτερες αποδοχές.

Έτσι και χωρίς τη ρητή επίκλησή τους, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνα με τους ορισμούς των παραπάνω άρθρων του ΑΚ, αφού υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές και ιδίως εκ του ότι η ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ πρόβλεπε ειδικά επιδόματα, όπως εκείνο της πολυετούς υπηρεσίας, των οποίων ο υπολογισμός γίνεται με υπολογισμό ποσοστού επί των αντίστοιχων τριετιών, έτσι ώστε η αναφορά "επίδομα - τριετίες" στον όρο 6 του από 13-2-1984 συμφωνητικού συνεπάγεται αναγκαίως παραπομπή στην κλαδική ΣΣΕ, η οποία (παραπομπή) άλλωστε στη ΣΣΕ ήταν ρητή στα καταρτιζόμενα μεταξύ εταιρείας και εργαζομένων συμφωνητικά που μνημονεύονται παραπάνω, ορθώς έγινε δεκτό ότι, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, εναρμονιζόμενη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο επίμαχος όρος του συμφωνητικού αναφερόταν στα επιδόματα της οικείας κλαδικής ΣΣΕ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ παραλείποντας να προσφύγει σε αυτές, αν και διέγνωσε αμφιβολία, είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" για αναίρεση της 97/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ