Legislator Case Law & Legislation
253/2009 AI generated

253/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 253/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή και 9 Νοεμβρίου 2005 συμπληρωματική ομοία του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5291/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3824/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του και τους από 8 Απριλίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους.

Legislator headnote

AI generated

253/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ...... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες λήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως προκύπτει από τις με αρ. ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως της σχετικής κλήσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, από τις με αριθμούς ......

Keywords

AI generated
changed financial circumstances consumer credit revocation capacity to incur bill liability bank resolution financial crisis banking policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 253 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Nικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ...... και 2. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πούλλο με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή και 9 Νοεμβρίου 2005 συμπληρωματική ομοία του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5291/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3824/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του και τους από 8 Απριλίου 2008 προσθέτους επ' αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1168/18-10-2007 αιτήσεως, με τους ιδιαίτερο, 84/8.4.2008 δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της 3824/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο αναιρεσείων αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1290/20-11-2007 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 84/8-4-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 3824/14-6-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 181711/11111/28-12-2004 κύρια αγωγή, με ενάγοντα τον ήδη αναιρεσείοντα και εναγόμενο τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, υπέρ του οποίου προσθέτως παρενέβη με το 179955/10249/2005 δικόγραφο η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, και την 180562/10274/14-11-2005 συμπληρωματική αυτής αγωγή, με εναγομένους αμφοτέρους τους αναιρεσίβλητους, (α) εδιώκετο να υποχρεωθούν οι τελευταίοι σε άρση της γενόμενης σε βάρος του προσβολής με ανάκληση των δυσφημιστικών ισχυρισμών τους και δήλωση περί μη μελλοντικής επαναλήψεώς τους και (β) εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή του Χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους άδικη και υπαίτια πράξη, με την μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 5291/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 7782/25-9-2006 έφεση του ενάγοντος, η 3824/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι με το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αυτής, με βάση τις αμέσως παρακάτω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το ακόλουθο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, περιεχόμενο. "Από την εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρα αποδείξεως, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρα αποδείξεως) και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως δίκης, από τις με αριθμούς ......, ......

και ...... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες λήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως προκύπτει από τις με αρ. ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως της σχετικής κλήσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, από τις με αριθμούς ......

και ...... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες επίσης λήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την με αρ. ...... έκθεση επιδόσεως της σχετικής κλήσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...... και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα με τις προτάσεις των ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 του ΚΠολΔ) αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων διετέλεσε από την 1-11-1969 δικηγόρος της δεύτερης εναγομένης τράπεζας, δυνάμει συμβάσεως αορίστου χρόνου έμμισθης εντολής. Από την 25-2-1978, που τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός λειτουργίας της Διευθύνσεως Δικαστικού και Υπηρεσιακής Καταστάσεως των δικηγόρων της ως άνω εναγόμενης, ο ενάγων εντάχθηκε οργανικά στον κανονισμό αυτό με το βαθμό του Υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Δικαστικού και στη συνέχεια από 1-9-1984 προήχθη στο βαθμό Υποδιευθυντή Α' και από 11-4-1990 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Αναπληρωτή-Διευθυντή.

Η εναγομένη τράπεζα με το με αριθ. ...... έγγραφο της προς τον ενάγοντα του γνωστοποίησε ότι η μεταξύ τους σύμβαση έχει λυθεί, διότι αυτός είχε θεμελιώσει, σύμφωνα με το άρθρο 63Α παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, δικαίωμα πλήρους συνταξιοδοτήσεως από το ταμείο επικουρικής ασφαλίσεως του προσωπικού της (ΤΕΑΠΕΤΕ), στο οποίο ήταν ασφαλισμένος και έκτοτε έπαυσε να δέχεται τις δικηγορικές του υπηρεσίες.

Ακολούθως ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε πράγματι από το παραπάνω ταμείο, ενώ παράλληλα ασκούσε και το λειτούργημα του, ως ανεξάρτητος δικηγόρος, με την ιδιότητά του μάλιστα αυτή συνέχισε να συνεργάζεται και με την εναγομένη τράπεζα, αναλαμβάνοντας διάφορες υποθέσεις της, αμειβόμενος ανά υπόθεση σύμφωνα με τον Δικηγορικό Κώδικα μέχρι και τον Φεβρουάριο του έτους 1996.

Τον Απρίλιο του 1994, δηλαδή τέσσερα έτη μετά την αποχώρησή του, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-4-1994 αγωγή του κατά της εναγομένης τράπεζας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της κατά τα ανωτέρω λύσεως της συμβάσεώς του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής και να του καταβάλει 2.000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 23/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατά το πρώτο αίτημά της και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά αιτήματα, δηλαδή της υποχρεώσεως της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και της επιδικάσεως ποσού για ηθική βλάβη.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους, οι οποίες απερρίφθησαν με την με αρ. 11758/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Σημειωτέον ότι στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως αναφέρεται ότι η εναγομένη τράπεζα ακύρως έλυσε την παραπάνω σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος, ερμηνεύοντας εσφαλμένα το άρθρο 63 Α παρ. 5 του Κώδικος Δικηγόρων για το λόγο ότι το ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως του προσωπικού της (ΤΕΑΠΕΤΕ) δεν συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό.

Επίσης το Εφετείο με την απόφασή του έκρινε ότι τα αιτήματα του ενάγοντος για υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής και περί επιδικάσεως ποσού για ηθική βλάβη είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, ενόψει του ότι αυτά δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου, στην οποία προέχει η σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, ως εκ της σπουδαιότητας των τυπικών θεμάτων του εντολέα - πελάτη που διαχειρίζεται ο δικηγόρος.

Η ως άνω απόφαση του Εφετείου επικυρώθηκε με την 29/1998 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία ωσαύτως έκρινε ότι το ανωτέρω Ταμείο (ΤΕΑΠΕΤΕ) δεν συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 63 Α§5 του Κώδικος Δικηγόρων. Ήδη προηγουμένως είχε εκδοθεί η με αρ. 1213/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία επικυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια που αφορούσαν υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, που είχαν απορριφθεί με την εφετειακή απόφαση.

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων μετά την έκδοση της προαναφερομένης με αρ. 11758/1995 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-1995 έως 24-2-1999, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης τράπεζας, οκτώ συνολικά αγωγές με αντικείμενο μισθούς υπερημερίας διαφόρων χρονικών περιόδων, καθώς και επιδόματα οδοιπορικών και λειτουργικών εξόδων, χρήση πιστωτικής κάρτας, έξοδα κίνησης κ.ά., οι οποίες έγιναν δεκτές.

Εξάλλου η εναγομένη τράπεζα, μετά την έκδοση της πιο πάνω αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε αμετάκλητα η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος, επανέφερε αυτόν από το Νοέμβριο του 1998 στη μισθοδοσία των δικηγόρων της, χωρίς όμως να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντας σε αυτόν ως τακτικές μηνιαίες αποδοχές το ποσό του 1.562.825 δραχμών, χωρίς όμως να συμπεριλάβει σε αυτές το συνολικό ποσό των 501.184 δραχμών μηνιαίως που αφορούσε τις προαναφερόμενες πρόσθετες παροχές των εξόδων κινήσεως, των οδοιπορικών και των λειτουργικών εξόδων και της χρήσεως πιστωτικής κάρτας.

Ακολούθως την 12-5-1999 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης τράπεζας, και ενώ εκκρεμούσαν εις βάρος της οι από 19-12-1998 και από 24-2-1999 αγωγές του ενάγοντος, αποφάσισε, μετά από σύμφωνη ομόφωνη γνωμοδότηση του συγκληθέντος προς τούτο αποτελούμενου από Πανεπιστημιακούς Καθηγητές νομικού της συμβουλίου, να καταγγείλει εκ νέου τη σύμβαση έμμισθης εντολής με τον ενάγοντα.

Τούτο δε έπραξε με την με αριθ. ...... από 14-5-1999 έγγραφη δήλωση, στην οποία αναφέρονται και οι λόγοι της καταγγελίας, την οποία και επέδωσε στον ενάγοντα την ίδια μέρα. Ως σπουδαίους λόγους στην πιο πάνω έγγραφη καταγγελία της η ως άνω εναγομένη επικαλέσθηκε α) Το ότι κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο του ενάγοντος, λόγω της σφοδρής αντιδικίας τους στο πλαίσιο των ανωτέρω μεταξύ τους δικαστικών αγώνων, β) Το ότι ενώ κατά το διάστημα αυτό, ο ενάγων είχε δηλώσει κατ'επανάληψη ότι προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη, παρά ταύτα χειρίστηκε υποθέσεις τρίτων οφειλετών εναντίον της τράπεζας, την στιγμή μάλιστα που η εναγομένη του είχε αναθέσει τον χειρισμό υποθέσεών της με αμοιβή, γ) Το ότι με την ανωτέρω αντισυμβατική, εν γένει, συμπεριφορά του παρέβη ο ενάγων την υποχρέωση πίστεως έναντι αυτής και διαφυλάξεως των συμφερόντων της και δ) Το ότι συνεπεία όλων των ανωτέρω και επί πλέον της, κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, αναδιοργανώσεως των νομικών υπηρεσιών της εναγομένης, είχε καταστεί ουσιαστικά αδύνατη η επαναλειτουργία της συμβάσεως έμμισθης εντολής μεταξύ αυτής και του ενάγοντος.

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη τράπεζα, πριν προβεί στην δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος ζήτησε και έλαβε από τους Πανεπιστημιακούς Καθηγητές Α και Β την από 11-12-1998 έγγραφη γνωμοδότηση σχετικά με τη δυνατότητα λύσεως της εν λόγω συμβάσεως με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

Στην ανωτέρω γνωμοδότηση και ειδικότερα στο τμήμα αυτής με τον τίτλο "ΙΣΤΟΡΙΚΟ - ΕΡΩΤΗΜΑ" οι ως άνω γνωμοδοτούντες καθηγητές αναφέρουν τα ακόλουθα: Ότι τέθηκε υπόψη τους το ιστορικό της υποθέσεως, ήτοι ο χρόνος προσλήψεως του ενάγοντος, αρχικά με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και στην συνέχεια, μετά την από αυτόν κτήση της δικηγορικής ιδιότητας από 31-10-1969 με σύμβαση έμμισθης εντολής, η από 9-8-1990 δήλωση της τράπεζας προς τον ενάγοντα περί αυτοδίκαιης λύσεως της σύμβασης του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63Α παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων, η δικαστική διαμάχη τους αναφορικά με το κύρος της ανωτέρω λύσεως της σύμβασης του, όπως αυτή αναλυτικά προαναφέρθηκε και η δικαστική διαμάχη τους αναφορικά με την καταβολή σε αυτόν (ενάγοντα) των μισθών υπερημερίας.

Εκτός από τα ανωτέρω αναφέρονται και τα εξής: Στην παράγραφο 2 του εν λόγω ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ: "Η Τράπεζα για λόγους εύνοιας προς τον Χ (ενάγοντα), κατά την αποχώρησή του, άφησε τον χειρισμό υποθέσεων της που αυτός χειριζόταν. Για τον χειρισμό των υποθέσεων αυτών, μετά την αποχώρηση του, του κατέβαλε κατά περίπτωση τις αμοιβές του κατά τη διάρκεια των ετών 1991-1996.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου, κατά την οποία ο Σ.Α. διατηρούσε το χειρισμό υποθέσεων της Τράπεζας και εισέπραττε τις αντίστοιχες αμοιβές του, ανέλαβε επίσης παράλληλα και το χειρισμό υποθέσεων αντιδίκων της Τράπεζας και μάλιστα ακόμη και ενώπιον των δικαστηρίων με τη σύνταξη δικογράφων (αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, ανακοπών κλπ) κατά της Τράπεζας, τα οποία άλλοτε υπογράφονταν από τον ίδιο και άλλοτε από άλλους δικηγόρους, καθώς και με την παράσταση του κατά την εκδίκαση των υποθέσεων" και στην παράγραφο 4: "Μετά τη δικαστική αναγνώριση για την ακυρότητα της λύσης της σύμβασης με την Τράπεζα, ύστερα από αγωγή του Χ, και την άσκηση της αγωγής του για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο Χ συνέχιζε να χειρίζεται υποθέσεις αντιδίκων της Τράπεζας και μάλιστα ακόμη και υποθέσεις που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν, πριν από την αποχώρηση του, ως δικηγόρος της Τράπεζας κατά των συγκεκριμένων αντιδίκων".

Στην ανωτέρω γνωμοδότηση γίνεται μνεία ότι τέθηκαν υπόψη τους οι αναφερόμενες σε αυτήν δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η εναγομένη τράπεζα πριν την δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος συνεκάλεσε το Νομικό της Συμβούλιο που αποτελείτο από Καθηγητές της Νομικής και Πανεπιστημιακούς, το οποίο κατά τη συνεδρίαση που έλαβε χώρα την 9-12-1998, έκανε ομόφωνα αποδεκτή την από 3-11-1998 εισήγηση του Καθηγητή Γ και μέλους του συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη τράπεζα εδικαιούτο να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος.

Στην εισήγηση αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ας σημειωθεί ότι μετά τη σύμφωνα με τα παραπάνω λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής (9-8-1990) ο δικηγόρος (ενάγων) χειρίστηκε υποθέσεις της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ως αυτοαπασχολούμενος δικηγόρος από το ιδιωτικό του γραφείο και έλαβε για τον χειρισμό των υποθέσεων αυτών 18.981.710 δραχμές, εκδώσας σχετικά δελτία παροχής υπηρεσιών.

Εξ άλλου η Διοίκηση της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ διαπίστωσε πρόσφατα ότι ο δικηγόρος κ. Χ από το τέλος 1993 εμφανίζεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος τρίτων που στρέφονται κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ, συντάσσει δικόγραφα και διεξάγει δίκες κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τρίτων αυτών. Βλ. την από 2-12-93 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Δ κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ, την οποία συνέταξε ο δικηγόρος και υπεστήριξε κατά την εκδίκαση της (6-12-93) ενώπιον του Μον.

Πρωτ. Αθηνών. Επίσης ο δικηγόρος παρέστη ενώπιον του Μον. Πρωτ. Αθηνών ως εκπρόσωπος της ΑΕ "Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ-ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ" κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ επί υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αρ. 4456/931 και 2852/94 αποφάσεις του Μον. Πρωτ. Αθηνών". Ακολούθως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω εισήγηση, "η συμπεριφορά του δικηγόρου να παρίσταται επί δικαστηρίου και να διεξάγει δίκες κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ως πληρεξούσιος τρίτων, η οποία (συμπεριφορά) περιήλθε πρόσφατα σε γνώση της Διοικήσεως της, συνιστά πράγματι σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής του.

Και αυτό γιατί η συμπεριφορά αυτή προσβάλλει εναντίον της καλής πίστεως τη σχέση εμπιστοσύνης που συνέδεε το δικηγόρο με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ, με συνέπεια να μην μπορεί πλέον κατά την καλή πίστη να αξιωθεί από την ΕΜΠΟΡΙΚΗ η συνέχιση της σχέσεως έμμισθης εντολής με το δικηγόρο. Για το λόγο αυτό η ΕΜΠΟΡΙΚΗ δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής του δικηγόρου".

Αποδείχθηκε επίσης ότι η εναγομένη τράπεζα συμπεριέλαβε αυτούσια την από 11-12-1998 γνωμοδότηση των Καθηγητών Α και Β στο από 9-10-2001 δικόγραφο των προτάσεών της (σελ. 69-81) που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της εφέσεως που είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της με αριθ. 105/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του με την οποία ζητούσε τακτικές μηνιαίες αποδοχές για το διάστημα από 15-5-1999 έως 31-12-1999, δεχόμενη ότι η προαναφερόμενη από 14-5-1999 δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης τράπεζας ήταν έγκυρη.

Στις ίδιες από 9-10-2001 προτάσεις της η εναγομένη Τράπεζα συμπεριέλαβε αυτούσια και την από 9-12-1998 γνωμοδότηση του νομικού της συμβουλίου, όπου η ανωτέρω εισήγηση του Γ (σελ. 82-90). Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 9692/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τελεσίδικα τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου (τον οποίο είχε προβάλει με τη μορφή αντενστάσεως κατά της ενστάσεως της εναγομένης τράπεζας περί καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος), καθώς και την έφεση του στην ουσία της.

Την ως άνω γνωμοδότηση επίσης επικαλέστηκε με τις από 2 Απριλίου 2003 προτάσεις της και προσκόμισε η εναγομένη και πάλι ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας από τον ενάγοντα αιτήσεως αναιρέσεως κατά της πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 21/2004 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αυτήν.

Τα δικόγραφα των ως προτάσεων της που κατατέθηκαν τόσο στο Εφετείο, όσο και στον Άρειο Πάγο υπέγραφε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος και παρέστη κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή του ότι ο ανωτέρω εναγόμενος, ο οποίος μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από τη Διεύθυνση Δικαστικού της εναγομένης τράπεζας (1990) κατέλαβε τη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή και στη συνέχεια του Διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Συμβούλων αυτής:

Α) τον Δεκέμβριο του 1998 υπέγραψε και έθεσε υπόψη των Πανεπιστημιακών Καθηγητών Α και Β το ως άνω ΙΣΤΟΡΙΚΟ, στην παράγραφο 4 του οποίου περιέχεται ο αναληθής και συκοφαντικός ισχυρισμός ότι ο ενάγων μετά τη δικαστική αναγνώριση για την ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως με την Τράπεζα (που επήλθε το 1995) και την άσκηση της αγωγής του για την καταβολή μισθών υπερημερίας, συνέχιζε να χειρίζεται υποθέσεις αντιδίκων της Τράπεζας και μάλιστα ακόμη και υποθέσεις που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν, πριν από την αποχώρηση του, ως δικηγόρος της Τράπεζας κατά των συγκεκριμένων αντιδίκων.

Ότι στη συνέχεια, με βάση την ανωτέρω γνωμοδότηση, μεθόδευσε και πέτυχε ως εκ της ιδιότητος του (Αναπληρωτής Διευθυντής της Διευθύνσεως Νομικών Συμβούλων) να προβεί η εναγομένη τράπεζα σε νέα καταγγελία της συμβάσεως του, υπογράφοντας εισηγητικό έγγραφο για δεύτερη καταγγελία αυτής, επικαλούμενος κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης τράπεζας, κατά τη συνεδρίαση της 12-5-1999.

Ότι όλα τα παραπάνω αναληθή γεγονότα επικαλέσθηκε με τις από 9-10-2001 προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που υπέγραψε ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής. Β) Ότι με τις από 2-4-2003 προτάσεις της εναγομένης τράπεζας ενώπιον του Αρείου Πάγου, τις οποίες υπέγραψε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της και παρέστη κατά τη συζήτηση προέβαλε και πάλι τον ως άνω αναληθή και συκοφαντικό ισχυρισμό ότι δηλαδή κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης της εναγόμενης τράπεζας προς το πρόσωπο του ενάγοντος διότι καθ' όλο το από την πρώτη καταγγελία (1990) και επέκεινα χρονικό διάστημα χειρίστηκε υποθέσεις τρίτων εναντίον της τράπεζας και πάντως μέσα στο χρόνο που διεκδίκησε δικαστικά την επαναλειτουργία της συμβάσεως έμμισθης εντολής και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας.

Ως προς το αληθές ή μη αυτών αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων πράγματι μετά την αποχώρηση του από την εναγομένη τράπεζα (1990) συνέχισε να συνεργάζεται με αυτήν αναλαμβάνοντας διάφορες υποθέσεις της, ως ανεξάρτητος δικηγόρος, αμειβόμενος ανά υπόθεση. Μετά την πάροδο δε τεσσάρων ετών, άσκησε κατά της ως άνω εναγομένης την από 25-4-1994 αγωγή του με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί (αναδρομικά) η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής, η οποία και αμετάκλητα αναγνωρίστηκε, όπως προαναφέρθηκε με την 29/1998 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.

Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως η εναγομένη τράπεζα τον επανέφερε στη μισθοδοσία των δικηγόρων της (το Νοέμβριο του 1998) χωρίς να τον απασχολεί πραγματικά, καθόσον στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα (1990 έως 1998) η διένεξη της με αυτόν (αναφορικά με το κύρος της κατά τα ανωτέρω λύσεως της συμβάσεως του) είχε εξελιχθεί σε σφοδρή αντιδικία (ο ενάγων είχε ασκήσει κατ' αυτής οκτώ ακόμα αγωγές, όπως προαναφέρθηκε, ορισμένες εκ των οποίων ακόμη εκκρεμούσαν ενώπιον των δικαστηρίων), η οποία ήθελε συνεχιστεί και στο μέλλον.

Περαιτέρω, ήδη είχε περιέλθει σε γνώση της εναγομένης τράπεζας ότι ο ενάγων μετά την απομάκρυνση του το έτος 1990 και μέσα πάντως στο χρόνο που διεκδίκησε δικαστικά την επαναλειτουργία της συμβάσεως του και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, γιατί δεν θεωρούσε ως λυθείσα τη σύμβαση αυτή, δηλαδή αναδρομικά από 9-8-1990, χειρίστηκε πραγματικά υποθέσεις τρίτων εναντίον της εναγομένης τράπεζας, όπως η από 2-12-1993 αίτηση διορθώσεως προγράμματος πλειστηριασμού της πελάτισσας του Δ, την οποία άσκησε ο ίδιος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της στις 6-12-1993, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 23942/1993 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου και η από 23-12-1993 ανακοπή της εταιρίας "Παύλος Βασιλειάδης Πλεκτοβιομηχανία ΑΕ", όπου ειδικότερα συνέπραξε στη σύνταξη των από 21-1- 1994 προτάσεων της κατά της εναγομένης τράπεζας.

Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση με εντολή της εναγομένης διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από τον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Ε, ο οποίος στην από 19-6-2001 έκθεση του απεφάνθη ότι οι χειρόγραφες ενδείξεις επί των πιο πάνω προτάσεων είχαν χαραχθεί εις βαθμόν βεβαιότητος δια χειρός του ενάγοντος.

Το χειρισμό των ως άνω υποθέσεων συνομολογεί και ο ενάγων με τις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε. Ακολούθως, η εναγομένη τράπεζα απευθύνθηκε στο Νομικό της Συμβούλιο προκειμένου αυτό να γνωμοδοτήσει για το αν είναι δυνατή ή όχι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος, το οποίο (Νομικό της Συμβούλιο), όπως προαναφέρθηκε, γνωμοδότησε ότι συνέτρεχαν σπουδαίοι λόγοι για νέα καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος (χειρισμός υποθέσεων τρίτων) προσέβαλε εναντίον της καλής πίστεως την σχέση εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με την εναγομένη τράπεζα.

Ομοίως γνωμοδότησαν και οι Καθηγητές Α και Β, στους οποίους απευθύνθηκε η Διοίκηση της εναγομένης προς περαιτέρω διασφάλιση της. Επιπλέον το Εφετείο Αθηνών με την με αρ. 9692/2001 απόφαση του (η οποία επικυρώθηκε με την με αρ. 21/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, και σε συνδυασμό με το ότι δεν μπορεί νομίμως να επιδιωχθεί ο εξαναγκασμός της εναγομένης τράπεζας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, αφού αυτό δεν έχει εφαρμογή στη σύμβαση έμμισθης εντολής στην οποία προέχει η σχέση προσωπικής εμπιστοσύνης εντολέα και δικηγόρου, όπως άλλωστε είχε ήδη αμετακλήτως κριθεί με την με αρ. 11758/1995 απόφαση του και την με αρ. 1213/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού δέχθηκε ότι είχε κλονιστεί η σχέση εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος δικηγόρου της, συνεπεία της σφοδρής τους αντιδικίας κατά πρώτο λόγο, αλλά και του χειρισμού υποθέσεων τρίτων από μέρους του εναντίον της εναγομένης τράπεζας κατά δεύτερο λόγο, έκρινε ότι οι περιεχόμενες στην από 14-5-1999 έγγραφη καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως αιτιάσεις (υπό τα στοιχεία α και β που εκτίθενται ανωτέρω) της εναγομένης είναι βάσιμες και συνιστούν σπουδαίους λόγους για τη λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής του ενάγοντος.

Κατά συνέπεια τα όσα διέλαβε η εναγομένη τράπεζα στις από 2-4-2003 προτάσεις που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο αναφορικά με το χειρισμό από τον ενάγοντα υποθέσεων τρίτων κατά αυτής μέσα στο χρόνο που διεκδίκησε δικαστικά την επαναλειτουργία της συμβάσεως έμμισθης εντολής (αναδρομικά από την 9-8-1990) και την καταβολή μισθών υπερημερίας (αναδρομικά από την 9-8-1990), με την άσκηση των από 25-4-1994 και 20-12-1995 αγωγή αυτού, ήταν αληθή.

Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι η εναγομένη τράπεζα ισχυρίστηκε και διέδοσε ότι αυτός μετά το 1995 (ότε και αναγνωρίστηκε με την με αρ. 23/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την με αρ. 11758/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεώς του) χειρίστηκε υποθέσεις αντιδίκων της δεν ευσταθεί, καθόσον, σε κανένα σημείο των ως άνω προτάσεων της δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο.

Αντίθετα η εναγόμενη προσδιόρισε κατά τρόπο συγκεκριμένο και ειδικό τις δύο υποθέσεις που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είχε αναλάβει ο ενάγων (βλ. σελ. 8 των πιο πάνω προτάσεων της στον Άρειο Πάγο) και οι οποίες τοποθετούνται στο διάστημα Δεκεμβρίου 1993- Ιανουαρίου 1994. Ως προς τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 4 του "ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ" που αποτελεί τμήμα της από 11-12-1998 γνωμοδοτήσεως των Καθηγητών Α και Β πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο καταρχάς δεν προέκυψε ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε και υπέβαλε το επίδικο ΙΣΤΟΡΙΚΟ στους ανωτέρω καθηγητές, αλλά και ότι μεθόδευσε και έπεισε τη δεύτερη εναγομένη τράπεζα να προβεί στην από 14-5-1999 δεύτερη καταγγελία της συμβάσεώς της με τον ενάγοντα. Ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας αποδείξεως, ο οποίος χειρίσθηκε υποθέσεις του ενάγοντος μετά το έτος 1998, ερωτηθείς σχετικώς καταθέτει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ο πρώτος εναγόμενος ή εάν άλλο στέλεχος της εναγομένης συνέταξε και υπέβαλε στους καθηγητές το πιο πάνω ιστορικό.

Αντίθετα, όπως με σαφήνεια καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων ΣΤ, Αναπληρωτής Διευθυντής της Διευθύνσεως Νομικών Συμβούλων της εναγομένης τράπεζας και δικηγόρος αυτής στην ως άνω διεύθυνση από το έτος 1981 στην ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο πρώτος εναγόμενος ατομικά ουδεμία συμμετοχή είχε στη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου της εναγομένης τράπεζας και σε αυτήν των πιο πάνω καθηγητών, αλλά ούτε και αρμοδιότητα ως εκ της ιδιότητος του να λαμβάνει γνωμοδοτήσεις από οποιονδήποτε, χωρίς τη ρητή εντολή της Διοικήσεως.

Επίσης καταθέτει ότι ο ανωτέρω εναγόμενος "το μόνο που έπραξε ήταν να υποστηρίξει, όπως είχε υποχρέωση, τις θέσεις της τράπεζας ενώπιον των Δικαστηρίων, μη υποκινούμενος εξ ουδενός άλλου κινήτρου". Τα πιο πάνω επιβεβαιώνει και ο έτερος μάρτυρας των εναγομένων, Ζ, επίσης Αναπληρωτής Διευθυντής της πιο πάνω Διευθύνσεως Νομικών Συμβούλων στην ένορκη βεβαίωσή του.

Αλλά και οι εξετασθέντες μάρτυρες του ενάγοντος στις ένορκες βεβαιώσεις των ουδέν το σχετικό διαλαμβάνουν αναφορικά με την προσαπτόμενη από τον ενάγοντα σε βάρος του πρώτου εναγομένου συμπεριφορά. Σημειωτέον ότι διευθυντής Δικαστικού της εναγομένης Τράπεζας, με εισήγηση του οποίου, κατά τον μάρτυρα Η, αποφασίσθηκε η εκ νέου καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής, ήταν ο καθηγητής Θ και όχι ο πρώτος εναγόμενος.

Και ναι μεν τα όσα εκτίθενται στο ανωτέρω ιστορικό σχετικά με το ότι ο ενάγων μετά τη δικαστική αναγνώριση για την ακυρότητα της λύσεως της συμβάσεως με την Τράπεζα και την άσκηση της αγωγής του για την καταβολή μισθών υπερημερίας συνέχιζε να χειρίζεται υποθέσεις αντιδίκων της εναγομένης τράπεζας δεν είναι ακριβή, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χειρισμού υποθέσεων αντιδίκων της εναγομένης Τράπεζας από τον ενάγοντα είχαν λάβει χώρα κατά τους μήνες Δεκέμβριο 1993-Ιανουάριο 1994, ήτοι πριν την έγερση της από 25-4-1994 αγωγής του ενάγοντος, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής αυτού, πλην όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτό οφείλεται πιθανότατα σε εσφαλμένη διατύπωση από την πλευρά/ των γνωμοδοτούντων καθηγητών των πραγματικών δεδομένων που τέθηκαν υπόψη τους από την εναγόμενη τράπεζα.

Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο και από το ότι στις σελ. 11 και 12 της πιο πάνω γνωμοδοτήσεως, όπου και αναλύεται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος, με βάση τα δεδομένα και τα έγγραφα που τους τέθηκαν υπόψη, αναφέρεται ότι ο ενάγων "μετά την αποχώρηση του από την τράπεζα, ανέλαβε το χειρισμό υποθέσεων αντιδίκων της τράπεζας, συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με τη διατήρηση της συμβατικής του σχέσης", ενώ σε κανένα σημείο της γνωμοδοτήσεως δεν γίνεται λόγος για χειρισμό υποθέσεων κατά το έτος 1995.

Άλλωστε ως "έγγραφα που τέθηκαν υπόψη" των γνωμοδοτούντων καθηγητών, όπως γίνεται μνεία στην σελίδα 14 της πιο πάνω γνωμοδοτήσεως, θα μπορούσαν να είναι μόνον εκείνα που αφορούσαν τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, από τα οποία προέκυπτε αληθής χρόνος χειρισμού υποθέσεων αντιδίκων της εναγομένης από τον ενάγοντα.

Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι την ίδια εποχή (Δεκέμβριος του 1998) το Νομικό Συμβούλιο της εναγομένης στην από 9-12-1998 γνωμοδότηση του, με την οποία δέχθηκε την από 3-11-1998 εισήγηση του μέλους του Καθηγητή Γ, εξετάζοντας τα ίδια δεδομένα, έκρινε και αυτό ομοίως (δηλαδή ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος), μνημονεύοντας τις συγκεκριμένες υποθέσεις που χειρίστηκε ο ενάγων, ήτοι της Δ και της εταιρίας "Παύλος Βασιλειάδης Πλεκτοβιομηχανία ΑΕ", οι οποίες ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του 1995.

Αλλά και στις από 9-10-2001 προτάσεις της εναγομένης τράπεζας που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, τις οποίες υπέγραψε ο πρώτος εναγόμενος, πλην του προαναφερόμενου ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ συμπεριελήφθη αυτούσιο και το κείμενο της πιο πάνω γνωμοδοτήσεως του Νομικού της Συμβουλίου, ενώ στη σελ. 61 των προτάσεων αυτών επίσης ρητά προσδιορίζονται οι προαναφερόμενες δύο υποθέσεις, με συνέπεια να καθίσταται σαφές ότι η εναγόμενη τράπεζα τον σπουδαίο λόγο της δεύτερης καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος στήριζε και στο γεγονός (πέραν του κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης λόγω της σφοδρής αντιδικίας των διαδίκων) ότι αυτός είχε χειριστεί υποθέσεις τρίτων κατ' αυτής μέσα στο χρόνο που διεκδίκησε δικαστικά με την από 25-4-1994 αγωγή του την αναγνώριση της ακυρότητας της λύσεως της συμβάσεως του, ήτοι αναδρομικά από την 9-8-1990, και όχι στο γεγονός ότι αυτός χειριζόταν υποθέσεις τρίτων μετά το έτος 1995.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο των σελίδων 11 και 71 των πιο πάνω προτάσεων όπου απλώς διαλαμβάνεται αυτούσιο μέρος του κειμένου της από 14-5-1999 καταγγελίας και της από 11-12-1998 γνωμοδοτήσεως των ως άνω καθηγητών αντιστοίχως. Σημειωτέον ότι στην με αριθ. 9692/2001 απόφαση του το Εφετείο Αθηνών (αλλά και στην 21/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), γίνεται λόγος μόνο για τις προαναφερόμενες δύο υποθέσεις που χειρίστηκε ο ενάγων, χωρίς να υπάρχει καμία αναφορά για χειρισμό υποθέσεων μετά το έτος 1995 (έστω και γενικά, χωρίς συγκεκριμενοποίηση αυτών).

Τέλος δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε δολίως να αναφερθεί σε υποθέσεις της εναγομένης Τράπεζας που χειρίσθηκε ο ενάγων μετά την από 9-8-1990 καταγγελία προκειμένου να εξαπατήσει το Δικαστήριο, ως προς τη συνδρομή περιπτώσεως κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος, αφού ρητώς διαλαμβάνεται στις πιο πάνω προτάσεις ότι κατά την περίοδο 1991 - 1996 ο ενάγων χειρίσθηκε υποθέσεις της Τράπεζας, για τις οποίες εισέπραξε άνω των 18.000.000 δραχμές (σελ. 35 των από 9-10-2001 και σελ. 2 των από 2-4-2003 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου και Αρείου Πάγου αντιστοίχως).

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε πλήρως η αλήθεια των περιστατικών που έθεσε υπόψη η εναγομένη τράπεζα στους πιο πάνω καθηγητές και που διέλαβε στις αναφερόμενες πιο πάνω προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, που υπέγραψε ο πρώτος εναγόμενος, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά, αλλά ούτε και υποκειμενικά η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι τα όσα ανακριβή διαλαμβάνονται στην παράγραφο 4 του πιο πάνω "ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ" τέθηκαν ενώπιον των γνωμοδοτούντων καθηγητών από την εναγομένη Τράπεζα δια του πρώτου εναγομένου, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η παράγραφος 4 διατυπώθηκε εσφαλμένως από τους γνωμοδοτούντες καθηγητές, με βάση αληθές ιστορικό, που τέθηκε ενώπιον τους.

Περαιτέρω πέραν της αλήθειας των αναφερομένων εις βάρος του ενάγοντος ως άνω περιστατικών, δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ούτε σκοπό εξυβρίσεως, γεγονός που προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των ως άνω προτάσεων, οι οποίες δεν περιέχουν κάποιο δυσμενή - εξυβριστικό χαρακτηρισμό για το πρόσωπο του ενάγοντος, αλλά μόνο τα αναγκαία περιστατικά για την απόκρουση του ισχυρισμού του περί ακυρότητας της από 14-5-1999 καταγγελίας της πιο πάνω συμβάσεώς του.

Η επίκληση εξάλλου των περιστατικών αυτών από την δεύτερη εναγόμενη τράπεζα έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη και προστασία των νομίμων δικαιωμάτων της, ο δε πρώτος εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής, ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των εντολών που του είχαν δοθεί από την εναγόμενη τράπεζα και σε εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Στα πλαίσια αυτά ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας υπό την προμνησθείσα ιδιότητα του, διέλαβε στο κείμενο των προτάσεων της εναγομένης Τράπεζας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και επικαλέσθηκε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, αλλά και του Αρείου Πάγου αυτούσια την πιο πάνω γνωμοδότηση των καθηγητών Α και Β και όχι με σκοπό να θίξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, υιοθετώντας το περιεχόμενό της και κατά το σκέλος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στις ως άνω προτάσεις γίνεται σαφής μνεία των συγκεκριμένων υποθέσεων αντιδίκων της εναγομένης που χειρίσθηκε ο ενάγων όπως ήδη προελέχθηκε".

Ειδικότερα: Α. Κύριο δικόγραφο Ι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό των αξιώσεων του ήδη αναιρεσείοντος αγωγικό ισχυρισμό ότι με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και υπέγραψε ο πρώτος τούτων ως πληρεξούσιος αυτής δικηγόρος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 9692/2001 αποφάσεως αυτού, αναληθώς προέβαλεν τον βλαπτικό για την προσωπικότητά του ισχυρισμό ότι ως δικηγόρος χειριζόταν υποθέσεις τρίτων κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1994 μέχρι την δεύτερη καταγγελία στις 14-5-1999 της συνδέουσας αυτούς συμβάσεως έμμισθης εντολής, κατά το οποίο παράλληλα δήλωνε ότι προσφέρει τις υπηρεσίες του στην διάθεση αυτής.

Το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώντας τις επικαλούμενες με τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό προτάσεις της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ως αποδεικτικό στοιχείο, με το κατά τούτο περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι τελέσθηκε η αποδιδομένη στους αναιρεσίβλητους αδικοπραξία με τη μορφή της συκοφαντικής του αναιρεσείοντος δυσφημήσεως, ανελέγκτως δέχθηκε ότι "σε κανένα σημείο των ως άνω προτάσεών της δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, αντίθετα μάλιστα η εναγομένη προσδιόρισε κατά τρόπο συγκεκριμένο και ειδικό τις δύο υποθέσεις, που σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είχε αναλάβει ο ενάγων και οι οποίες τοποθετούνται στο διάστημα Δεκεμβρίου 1993 - Ιανουαρίου 1994" και με την έννοια αυτή έλαβε υπόψη και αξιολόγησε αρνητικά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό.

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ότι οι προτάσεις στην περίπτωση αυτή αποτελούν διαδικαστικό έγγραφο η εσφαλμένη διάγνωση του οποίου ως προς τους περιεχόμενους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς δικαιολογεί την προσβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 § 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ.

ΑΠ 7/2006). Οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

κατά τις ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "και ναι μεν όσα εκτίθεται στο ανωτέρω ιστορικό σχετικά με το ότι ο ενάγων μετά τη δικαστική αναγνώριση για την ακυρότητα της λύσης της συμβάσεως με την τράπεζα και την άσκηση της αγωγής του για καταβολή μισθών υπερημερίας συνέχιζε να χειρίζεται υποθέσεις αντιδίκων της εναγομένης Τράπεζας δεν είναι ακριβή, πλην όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτό οφείλεται πιθανότατα σε εσφαλμένη διατύπωση από την πλευρά των γνωμοδοτούντων καθηγητών των πραγματικών δεδομένων που τέθηκαν υπόψη τους από την εναγόμενη τράπεζα", διαλαμβάνοντας στη συνέχεια πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κρίση της αυτή.

Με τον επόμενο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το γεγονός ότι διέγνωσε κενό και ασάφεια στη διατυπωθείσα με την γνωμοδότησή τους βούληση των καθηγητών Α και Β, προέβη στην ερμηνεία αυτής, παραλείποντας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους με τον τρόπο αυτό ευθέως παραβίασε.

Προφανές είναι όμως ότι η γνωμοδότηση επί νομικού θέματος δεν αποτελεί δικαιοπρακτική βούληση, για την διαπίστωση της οποίας, σε περίπτωση κενού ή ασάφειας, εφαρμόζονται ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια και ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμος.

Υποστηρίζεται στη συνέχεια με τον επόμενο, τρίτο κατά σειρά, λόγο αναιρέσεως ότι δεχθείσα η προσβαλλόμενη απόφαση "ότι δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ούτε σκοπό εξυβρίσεως", απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις αγωγές κατά την βάση τους από την απλή δυσφήμηση και την εξύβριση, που εμπεριέχονται σε εκείνη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν λήφθηκε υπόψη ο αγωγικός ισχυρισμός ότι με την επίκληση και προσκόμιση της ως άνω γνωμοδοτήσεως μετά του ιστορικού της και την παράλειψη στη συνέχεια, παρά τις προσκλήσεις του ενάγοντος, να προβούν οι εναγόμενοι σε οποιαδήποτε εξήγηση ή διευκρίνιση σχετικά με τα ψευδή περιστατικά του ιστορικού της γνωμοδοτήσεως, οι τελευταίοι υιοθέτησαν τα εν λόγω ψευδή περιστατικά προκειμένου να θίγουν την τιμή και την υπόληψή του.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια ώστε να ιδρύεται η προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ αναιρετική αιτίαση, αλλά πραγματικό επιχείρημα και επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως που επαναδιατυπώνεται με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο εμμέσως, πλην σαφώς πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμος σε κάθε δε περίπτωση με την κρίση της αυτή λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε, όπως ειδικότερα σημειώνεται κατά την εξέταση των επομένων κατά σειρά λόγων αναιρέσεως.

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Κατά τις ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο στη συνέχεια τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως "Περαιτέρω, πέραν της αλήθειας των αναφερομένων σε βάρος του ενάγοντος ως άνω περιστατικών, δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ούτε σκοπό εξυβρίσεως, γεγονός που προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των ως άνω προτάσεων, οι οποίες δεν περιέχουν κάποιο δυσμενές - εξυβριστικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του ενάγοντος, αλλά μόνο τα αναγκαία περιστατικά για την απόκρουση του ισχυρισμού του περί ακυρότητος της από 14-5-1999 καταγγελίας της πιο πάνω συμβάσεως του.

Η επίκληση εξάλλου των περιστατικών αυτών από την δεύτερη εναγόμενη τράπεζα έγινε, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη και προστασία των νομίμων δικαιωμάτων της, ο δε πρώτος εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής, ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των εντολών που του είχαν δοθεί από την εναγόμενη τράπεζα και σε εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Στα πλαίσια αυτά ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας υπό την προμνησθείσα ιδιότητα του, διέλαβε στο κείμενο των προτάσεων της εναγομένης Τράπεζας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και επικαλέσθηκε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, αλλά και του Αρείου Πάγου αυτούσια την πιο πάνω γνωμοδότηση των καθηγητών Α και Β και όχι με σκοπό να θίξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, υιοθετώντας το περιεχόμενό της και κατά το σκέλος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού στις ως άνω προτάσεις γίνεται σαφής μνεία των συγκεκριμένων υποθέσεων των αντιδίκων της εναγομένης που χειρίστηκε ο ενάγων όπως ήδη προλέχθηκε".

Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες περί του ότι με την επίκληση και προσκόμιση της γνωμοδοτήσεως, στην οποία περιέχεται και το ιστορικό της υποθέσεως στην παράγραφο (4) του οποίου διαλαμβάνεται το μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα περιστατικό ότι ο ενάγων χειριζόταν υποθέσεις τρίτων κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 1994, οι εναγόμενοι δεν υιοθέτησαν και το αναληθές τούτο περιεχόμενό της, αξιολογώντας στη συνέχεια ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό. Επομένως, υποστηρίζων τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου με το δεύτερο σκέλος αυτού ελέγχεται ως αβάσιμος.

Β'. Πρόσθετο δικόγραφο Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαιρεί μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο του προσθέτου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, ούτε συνεκτίμησε τις 495, 496 και 892/2005 ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς θεμελίωση από ουσιαστική άποψη των αγωγικών του ισχυρισμών.

Από το όλο όμως περιεχόμενο της αποφάσεως και επιπρόσθετα την ειδική αναφορά των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων, με περαιτέρω αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών, αβίαστα προκύπτει, χωρίς να προκύπτει ουδεμία περί του αντιθέτου αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της ανέλεγκτης περί των πραγμάτων κρίσεως του περί του κατ' ουσίαν αβάσιμου των αγωγικών ισχυρισμών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται ως αβάσιμος.

Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμος ο επόμενος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο αγωγικός ισχυρισμός και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως ότι οι εναγόμενοι εμφάνισαν τον ενάγοντα να ασκεί πράξεις ανταγωνιστικές των συμφερόντων της δεύτερης τούτων και μετά τον μήνα Απρίλιο του έτους 1994, ψευδές γεγονός προσβλητικό για την τιμή και υπόληψη του που όπως προκύπτει από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, δεχόμενο την αναλήθεια αυτού, και παράλληλα δε ότι οι εναγόμενοι δεν το υιοθέτησαν τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους, χωρίς επιπρόσθετα να αποδίδει εις αυτούς σκοπό βλάβης της τιμής και υπολήψεως του ενάγοντος ή πρόθεση εξυβρίσεώς του, αξιολογώντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις αγωγές κατά την βάση τους της συκοφαντικής δυσφημήσεως και εκείνες της απλής και της εξυβρίσεως.

Οι περί τούτων αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αναφέρονται παραπάνω, και επιπρόσθετα εκείνες που αφορούν την γνώση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για τον χειρισμό από τον αναιρεσείοντα των δύο υποθέσεων και αποτελούσαν, κατά τις παραδοχές της 9692/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σπουδαίο λόγο για καταγγελία της συνδέουσας αυτούς συμβάσεως έμμισθης εντολής, είναι πλήρεις και χωρίς αντίφαση και επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, τρίτος κι τέταρτος λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται ως αβάσιμοι.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος ο τελευταίος κατά σειρά λόγος του προσθέτου δικογράφου, με προβαλλόμενη την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ αναιρετική αιτίαση, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, αναφορικά με το ψευδές και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιστατικό ότι ο αναιρεσείων χειριζόταν υποθέσεις τρίτων κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και μετά τον Απρίλιο του έτους 1994 που διαλαμβανόταν στην επικληθείσα γνωμοδότηση, ότι τούτο οφείλεται σε εσφαλμένη διατύπωση των συντακτών αυτής, αποκλείοντας με την αιτιολογία αυτή τη γνώση της αναληθείας του από τους αναιρεσιβλήτους, ισχυρισμό τον οποίο έλαβε υπόψη χωρίς να έχει προταθεί από τους τελευταίους.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως, αλλά αρνητικό γεγονός των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών, αιτιολογημένη άρνηση την οποία διατύπωσαν μάλιστα οι εναγόμενοι με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους.

Μετά την ανεπιτυχή προσβολή της αποφάσεως κατά την κύρια αιτιολογία της ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν σκοπό προσβολής της τιμής και υπολήψεως του ενάγοντος και πρόθεση εξυβρίσεως του, που αυτοτελώς στηρίζει την κατ' ουσίαν απόρριψη των αγωγών κατά την βάση τους της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, αλυσιτελώς πλήττεται με την απομένουσα προς έρευνα αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ του πρώτου σκέλους του τελευταίου λόγου του κυρίου δικογράφου η επάλληλη κατά τούτο αιτιολογία της ότι η επίκληση των περιστατικών αυτών από την δεύτερη των εναγομένων έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την διαφύλαξη και προστασία των νομίμων δικαιωμάτων της ο δε πρώτος τούτων πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των εντολών που του είχαν δοθεί από την εναγόμενη τράπεζα και σε εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του ως πληρεξουσίου δικηγόρου της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1290/20-11-2007 αίτηση, με τους ιδιαίτερο 84/8-4-2008, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 3824/14-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ