253/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3320/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαρτίου 2004 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated253/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Full text
Απόφαση 253 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 253/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. θυγ. Π. Θ., συζ. Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φραντζή.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικόν Ταμείον Σπετσών", που εδρεύει στις Σπέτσες και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3320/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαρτίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 9477β/30-6-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση κατά την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και συγκεκριμένα επιδόθηκε στον Πρόεδρό του, ως νόμιμο εκπρόσωπό του.
Το αναιρεσίβλητο, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση και επομένως, αυτή πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του. Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1037 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν. 2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
θεωρούνται "διαδοχικές" β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου(ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003 και 164/2004. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της, ότι την 1-7-1996 προσελήφθη από το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου διάρκειας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας και ακολούθως ως υπάλληλος είσπραξης τελών και ως γραφέας, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και όχι εποχιακές , όπως ανεγράφη στην αρχική σύμβαση, ότι η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε με πέντε ακόμη συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι οι συμβάσεις αυτές υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου για καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κλπ.
Ζητεί με την αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και ότι οι συμβάσεις που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη κατά τους ισχύοντες, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνονται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.), διότι οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη. Εξάλλου το ΠΔ 81/2003, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης (14-5-2003), δεν ήταν εφαρμοστέο, δεδομένου ότι δεν ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις των απασχολουμένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ως είναι η προκειμένη) πλέον του ότι, κατ' άρθρο 5 παρ.5 αυτού, οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την ισχύ του, περίσταση η οποία δεν συντρέχει κατά το εις το αναιρετήριο και πράγματι περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.
Εξάλλου, δεν ήταν εφαρμοστέο κατά τον άνω χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης απόφασης το ΠΔ 164/2004, αφού δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο αυτό. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως μη νόμιμη, η οποία (απόφαση) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, των άρθρων 648 και 659 ΑΚ και των άρθρων του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2112/1020 καθώς και την πιο πάνω Οδηγία και το ΠΔ 81/2003, με τη μη εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, οπότε το τυχόν σφάλμα υπάγεται στον αριθ. 1 του πιο πάνω άρθρου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή της απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η αναιρετική αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δια του οποίου προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη ο ουσιώδης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι οι μετά του αναιρεσιβλήτου συμβάσεις εργασίας υπέκρυπταν τοιαύτην αορίστου χρόνου και καταρτίσθηκαν προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα ο ισχυρισμός της αυτός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε ορθώς ως μη νόμιμος.
Συνακολούθως απορριπτέα είναι και η ετέρα αναιρετική αιτίαση περί του ότι δεν τάχθηκε απόδειξη από την προσβαλλόμενη προς κατ' ουσίαν έρευνα του εν λόγω ισχυρισμού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 5 Μαρτίου 2004 αίτηση της Φ. θυγ. Π. Θ., συζ. Κ. Δ., για αναίρεση της 404/2003 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ