Supreme Court dismisses appeals against a murder conviction, rejecting arguments regarding contradictory factual findings and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against a mixed criminal court's judgment in a murder case. The defendants argued that the lower court's reasoning contained contradictions regarding the timeline of phone calls and the defendants' movements after the crime. The court rejected these claims, ruling that the lower court was not bound to adopt a specific interpretation of the law and that the factual findings were not logically inconsistent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 171(2) Criminal Procedure Code; Art. 510(1)(a) Criminal Procedure Code: The Supreme Court dismisses appeals based on contradictions in the lower court's reasoning or procedural defects if the reasoning is internally consistent and the lower court is not bound to follow its own previous interpretations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2538 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2538/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειου Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρκουλάκο και 2. Χ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαϊωάννου και Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 142,143,172,199,200,204,205,206,206α/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1, 2. Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιάπη και 3. Ψ3, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του πρώτου καθώς και στις από 1 Νοεμβρίου 2006 και 10 Νοεμβρίου 2006 αιτήσεις του δεύτερου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 19 Απριλίου 2007 και 30 Απριλίου 2007 προσθέτους λόγους επ'αυτών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1814/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών (υπ.αριθ. 142, 143, 172, 199, 200, 204, 205, 206, 206 α/2006), οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 1-11-2006 και 10-11-2006 του Χ2 και 2) από 9-11-2006 του Χ1, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από τον πρώτο, με τα από 30-4-2007 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 ΚΠοινΔ. προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη.
Ικανοποίηση ψυχικής οδύνης τρίτων προσώπων προβλέπεται μόνον υπέρ της οικογένειας του θύματος και μόνον επί θανατώσεως αυτού, κατά το άρθρο 932 εδάφ. γ' ΑΚ. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διαπιστώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ'αυτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν επιλαμβάνεται των αναγραφομένων στη διάταξη αυτή περιπτώσεων. Αυτό συμβαίνει και όταν το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκαν και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες οι 1) Ψ3, 2) Ψ1 και 3) Ψ2, οι οποίοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσείοντες (και οι συγκατηγορούμενοί τους) να καταβάλουν σ'αυτούς 44 ευρώ ο καθένας, με επιφύλαξη, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία τους προκάλεσαν οι δικαζόμενες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της αρπαγής, τις οποίες κατηγορούντο ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες από κοινού, με θύμα το γιό και αδελφό τους Α.
Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 312. 313, 328, 329, 330/2004 απόφασή του, προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη των αναιρεσειόντων για αρπαγή του Α και ανθρωποκτονία από πρόθεση του ιδίου, από κοινού μεταξύ τους και με τρίτο άγνωστο άτομο, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, υποχρέωσε δε αυτούς να καταβάλουν 44 ευρώ ο καθένας στον καθένα πολιτικώς ενάγοντα για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι τελευταίοι "από την πράξη της ανθρωποκτονίας" του γιού και αδελφού τους.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις οι αναιρεσείοντες, στην επ'ακροατηρίου συζήτηση των οποίων, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω γονείς και αδελφός του θύματος, οι οποίοι δήλωσαν προφορικώς ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων (και κατά της συγκατηγορουμένης τους, για απλή συνέργεια στην αρπαγή του Α, Χ3, αθωωθείσης) και ζήτησαν να υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στον καθένα 44 ευρώ, με επιφύλαξη, για την ψυχική οδύνη που τους προκάλεσαν οι πράξεις της αρπαγής και της ανθρωποκτονίας του γιού και αδελφού τους Α.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την παρεμπίπτουσα 172/2006 απόφασή του, δεχθέν αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος Χ2 και της ως άνω αθωωθείσης συγκατηγορουμένης του κατά της εν λόγω παραστάσεως πολιτικής αγωγής, οι οποίες προβλήθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας και πολιτικώς ενάγοντα Ψ3 και ειδικότερα στο σημείο της εξετάσεως τούτου προ της υποβολής σ'αυτόν ερωτήσεων από το συνήγορο πολιτικής αγωγής, στον οποίο είχε δοθεί προς τούτο ο λόγος, διέταξε την αποβολή της πολιτικής αγωγής ως προς την πράξη της αρπαγής.
Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τον μεν Χ1 όπως και πρωτοδίκως, τον δε Χ2 για αρπαγή από κοινού, άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία και παράνομη οπλοφορία και τους καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη και, επιπλέον, σε πρόσκαιρη κάθειρξη 15 ετών του Χ1 και 14 ετών και 6 μηνών τον Χ2, τους οποίους υποχρέωσε, περαιτέρω, να καταβάλουν 44 ευρώ ο καθένας σε καθένα πολιτικώς ενάγοντα, λόγω της ψυχικής οδύνης που οι τελευταίοι υπέστησαν από την ανθρωποκτονία του γιού και αδελφού τους.
Με βάση τ'ανωτέρω, τα οποία προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της και από την πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της, δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, από παρά το νόμο παράσταση κατ'αυτήν της ανωτέρω πολιτικής αγωγής και ειδικότερα από την παράσταση των ως άνω ως πολιτικώς εναγόντων για την πράξη της αρπαγής κατά το διάστημα της διαδικασίας μέχρι την αποβολή τους, αφενός μεν διότι η διαταχθείσα αποβολή ανέτρεξε σε όλη την προηγηθείσα διαδικασία, από τη δήλωση της σχετικής παραστάσεως μέχρι την αποβολή, αφετέρου δε διότι, ως εκ του ανωτέρω σταδίου της δίκης κατά το οποίο διατάχθηκε η αποβολή της συγκεκριμένης πολιτικής αγωγής, δεν είχαν ασκηθεί από τους πολιτικώς ενάγοντες δικαιώματα λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, είτε σε σχέση με την αρπαγή είτε σε σχέση με την ανθρωποκτονία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως του Χ1 και ο ταυτοσήμου περιεχομένου πρώτος λόγος της από 10-11-2006 αιτήσεως του Χ2, με τους οποίους κατά το πρώτο σκέλος τους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα από την, κατά το προαναφερθέν τμήμα της αποδεικτικής διαδικασίας, παράσταση πολιτικής αγωγής για την πράξη της αρπαγής, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος τους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο υπερέβη την εξουσία του με το να επιδικάσει σε καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες 44 ευρώ για ψυχική οδύνη από την ανθρωποκτονία, ποσόν το οποίο, ενόψει του ότι ζητήθηκε ως ψυχική οδύνη και από τα δύο εγκλήματα, της αρπαγής και της ανθρωποκτονίας, είναι μεγαλύτερο εκείνου που ζητήθηκε για την ανθρωποκτονία, είναι επίσης αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον η κατά τα ανωτέρω επιδίκαση του ποσού των 44 ευρώ σε καθένα πολιτικώς ενάγοντα, που είχε και πρωτοδίκως επιδικασθεί σ'αυτούς για την ίδια αιτία, δεν συνιστά επιδίκαση ποσού μεγαλύτερου του αιτηθέντος.
Τούτο διότι η παράσταση πολιτικής αγωγής για ελάχιστο-συμβολικό ποσόν, όπως το ανωτέρω των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, έχει την έννοια της απλής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, έτσι ώστε επί περισσοτέρων εγκλημάτων, για τα οποία εισήχθη σε δίκη ο κατηγορούμενος και δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν επιμερίζεται το εν λόγω ποσόν με βάση τον αριθμό των περισσοτέρων αυτών εγκλημάτων, κατατείνει δε η παράσταση αυτή στο να θεμελιώσει εξουσία του δικαστηρίου να επιδικάσει το ελάχιστο-συμβολικό ποσό ακόμα και στην περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου για κάποιο από τα περισσότερα εγκλήματα, ώστε να μπορεί το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο να επιληφθεί και να επιδικάσει στο προσήκον μέτρο τη χρηματική ικανοποίηση για το επιφυλαχθέν μέρος της πολιτικής αγωγής, πράγμα που, διαφορετικά, θα απεκλείετο, κατ'αντίθεση προς τη λογική των πραγμάτων.
Κατά το άρθρο 366 εδάφ γ'και δ'ΚΠοινΔ "... αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος και οι συνήγοροί του μπορούν να υποβάλλουν ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του μόνον με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και εφ'όσον το ζητήσουν απ'αυτόν. Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, ενώ αν δεν ζητήσουν το λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται, έστω και αν δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενο του κατηγορουμένου άλλοι παράγοντες της δίκης.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Χ1 και ο δεύτερος λόγος της από 10-11-2006 αιτήσεως του Χ2, με τους οποίους προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι μετά το τέλος της απολογίας του κατά περίπτωση αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του εν λόγω αναιρεσείοντος για να υποβάλει ερωτήσεις στους συγκατηγορουμένους του, ενώ δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στους τελευταίους ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ή τους συνηγόρους τους αίτημα να τους δοθεί ο λόγος για να υποβάλουν ερωτήσεις στους κατά περίπτωση συγκατηγορουμένους του.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό της για τους αναιρεσείοντες (και την αθωωθείσα συγκατηγορουμένη τους Χ3) ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατά το είδος τους, ήτοι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, οι μεν πολιτικώς ενάγοντες χωρίς όρκο, οι δε λοιποί μάρτυρες ενόρκως και ...
ορισμένοι απ'αυτούς και κατ'αντιπαράσταση, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο περικοπές των καταθέσεών τους για υποβοήθηση της μνήμης τους και επισήμανση των αντιφάσεων τους, με εξαίρεση τη μη ληπτέα υπόψη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Β, που κρίθηκε από το παρόν δικαστήριο εξαιρετέος, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν στην προδικασία και κρίθηκε αδύνατη η εμφάνισή τους στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, είτε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους των κατηγορουμένων είτε μετ'απόρριψη των αντιρρήσεών τους, από τις αναγνωσθείσες και πρωτοδίκως φωτογραφίες, αλλά και την προσκομισθείσα στο δικαστήριο τούτο από τον πρώτο κατηγορούμενο φωτογραφία, οι οποίες επισκοπήθηκαν όλες από τα μέλη του Δικαστηρίου, τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους δίχως να προβληθεί καμία αντίρρηση, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και τις αναγνωσθείσες στο πρωτόδικο και το παρόν δικαστήριο αντίθετες περικοπές της ανακριτικής απολογίας της τρίτης κατηγορουμένης, και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία" αποδείχθηκαν, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α αποκαλούμενος από τους οικείους και γνωστούς του με το υποκοριστικό όνομα ".....", γεννήθηκε το έτος 1972 και έζησε έως τους πρώτους μήνες του έτους 2002 με τους γονείς του Ψ3 και Ψ1 και τον αδελφό του Ψ2, ήδη πολιτικώς ενάγοντες, στην επί της οδού .....
αριθ. ... στο ..... πατρική του οικία. Μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων εργάστηκε, αρχικώς μεν και επί μία οκταετία περίπου ως μηχανικός αυτοκινήτων στην επί της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων με την επωνυμία "Λαϊνόπουλος ΑΕΒΕ", έπειτα δε, μετά την από την εταιρία αυτή απόλυσή του, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στην επιχείρηση χωματουργικών εργασιών του πατέρα του Ψ3.
Παράλληλα όμως, ο ίδιος, όταν δεν είχε δουλειά στην επιχείρηση του πατέρα του, εργαζόταν στην επιχείρηση ξυλουργικών εργασιών του φίλου του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Τις αρχές του έτους 2002 ο Α γνώρισε σε νυκτερινό κέντρο της Λ. ..... την Δ, γνωστή στον κύκλο της ως ....., η οποία γεννήθηκε στη Ρωσία το έτος 1978, είχε δε έλθει στην Ελλάδα το έτος 2001 και εργαζόταν ως χορεύτρια σε νυκτερινά κέντρα (κλαμπ) της Αθήνας.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου μεταξύ του Α και της Δ αναπτύχθηκε βαθμιαία ερωτικός δεσμός, ο οποίος τους οδήγησε στη λήψη αποφάσεως να παντρευτούν. Ο Α γνωστοποίησε την απόφασή του αυτή στους γονείς, τους συγγενείς και φίλους του, αλλά εκείνοι, γνωρίζοντας ότι η Δ ήταν χορεύτρια σε νυκτερινά κέντρα διασκεδάσεως, τον συμβούλευαν να μην προχωρήσει σε γάμο και να διακόψει τη σχέση του με αυτή.
Όμως, ο Α ήταν ανένδοτος στις προτροπές αυτές, δεν άκουγε τις συμβουλές των συγγενών και φίλων και δήλωνε ρητά σε όλους ότι αγαπάει τη Δ και θέλει να την παντρευτεί. Την πρόθεσή του αυτή την έκανε γνωστή και στο μάρτυρα κατηγορίας Ε, σε κέντρο του οποίου και του αδελφού του στη Λ. ..... με την επωνυμία ..... εργαζόταν τότε η Δ, ενώ παράλληλα τον πληροφόρησε, ότι είχε την επιθυμία εκείνη να σταματήσει να εργάζεται.
Ο Ε, γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους με το μικρό όνομα ".....", ήταν καλλιτεχνικός πράκτορας και ως τέτοιος είχε φέρει τη Δ από τη Ρωσία στην Ελλάδα για να εργαστεί, κανόνιζε δε σε ποιο κέντρο θα παρείχε κατά διαστήματα τις υπηρεσίες της. Μάλιστα, η δυνατότητα αυτή του Ε έδωσε την ευκαιρία στον Α να ζητήσει από εκείνο να ορίσει ως τόπο απασχόλησης της Δ το νυκτερινό κέντρο (κλαμπ) με την επωνυμία ....., που βρισκόταν σε παράδρομο της Ν.Ε.Ο.
Αθηνών -Θεσσαλονίκης στο ύψος της ....., ώστε αυτή να εργάζεται κοντά στον τόπο κατοικίας του και ο ίδιος να μη μετακινείται σχεδόν καθημερινά από το ..... στη Λ. ..... για να τη συναντήσει. Ο Ε μέσα στο έτος 2002 ικανοποίησε την επιθυμία αυτή του Α και έτσι, αφενός μεν η Δ άρχισε να εργάζεται στο κλαμπ με την επωνυμία ....., αφετέρου δε ο Α κατά τους τελευταίους μήνες του ίδιου έτους αποχώρησε από το πατρικό σπίτι και νοίκιασε διαμέρισμα στην οδό .....
αριθ. .... στο ....., όπου και εγκαταστάθηκε και συζούσε με τη Δ. Το ίδιο έτος 2002 ήρθε στην Ελλάδα και η ΣΤ, χορεύτρια γνωστή με το καλλιτεχνικό όνομα ....., που γεννήθηκε στη Ρωσία το έτος 1983, εργάστηκε δε σε νυκτερινά κέντρα διασκέδασης στη Λ. ..... στην Αθήνα, και συγκεκριμένα αρχικά στο κλαμπ με την επωνυμία .....
και από το Δεκέμβριο του έτους 2002 στο αναφερόμενο πιο πάνω κλαμπ με την επωνυμία ..... . To ίδιο χρονικό διάστημα περίπου στο κλαμπ ..... εργάζονταν ως χορεύτριες, αφενός μεν η τρίτη κατηγορούμενη Χ3, από τη Λευκορωσία, γνωστή και με το καλλιτεχνικό όνομα ....., αφετέρου δε η φίλη και ομοεθνής της ιδίας Ζ, γνωστή με το καλλιτεχνικό όνομα ..... .
Η τελευταία εργάστηκε στο κλαμπ ..... ως το Νοέμβριο του 2002, διότι από τότε, έχοντας συνάψει ερωτική σχέση με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 Αλβανό υπήκοο, άρχισε να συζεί με αυτόν σε μισθωμένο διαμέρισμα πολυκατοικίας στην οδό ..... αριθ. ... στον ..... και έπαυσε να εργάζεται. Όμως, η συμβίωση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 και της Ζ - .....
στο μισθωμένο ως άνω διαμέρισμα δεν διήρκεσε πολύ χρονικό διάστημα, αφού μετά δίμηνο περίπου τις αρχές Φεβρουαρίου 2003 η δεύτερη εγκατέλειψε τον πρώτο, αφαιρώντας μάλιστα κατά τον ισχυρισμό τούτου από το μισθωμένο διαμέρισμα, όπου έμεναν, τις φυλασσόμενες εκεί από τον ίδιο οικονομίες του και τιμαλφή αξίας περίπου 10.000 δολάρια U.S.A..
Από τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, μη μπορώντας να ανεχθεί αυτό που είχε συμβεί, αναζητούσε επίμονα την Ζ - ..... και προσπαθούσε μέσω γνωστών και φίλων, ιδίως δε των συναδέλφων της χορευτριών, να την εντοπίσει και να αναλάβει από αυτή το χρηματικό ποσό και τα χρυσαφικά, ολικού ποσού 10.000 δολαρίων U.S.A. που είχε πάρει κατά τη φυγή της από το μισθωμένο διαμέρισμα.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 εμφανιζόταν ως έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, τα οποία εισήγαγε από τη Γερμανία, και χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, μεγάλο σε όγκο, με μαύρο χρώμα και ξένες πινακίδες κυκλοφορίας με τα στοιχεία ..... . Ήταν τακτικός θαμώνας των νυκτερινών κέντρων και διατηρούσε σχέσεις με κορίτσια από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Ρωσία, Λευκορωσία κλπ.) που εργάζονταν σε κλαμπ της Αθήνας.
Κατά τις επισκέψεις του στα κέντρα αυτά συνοδευόταν από άλλα 2-5 άτομα, σε αυτά δε συμπεριλαμβανόταν και ο πλέον έμπιστος από όλους πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος μάλιστα τον επισκεπτόταν και στο μισθωμένο διαμέρισμα της οδού ..... αριθ. ... στον ..... . Ο τελευταίος, γεννημένος το 1971 στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, ήταν έγγαμος με τη μάρτυρα Η, που ήταν γεννημένη στο Καζακστάν, και έμενε με αυτή σε μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό .....
αριθ. ... στο ..... . Παράλληλα, όμως ο ίδιος το τελευταίο έτος διατηρούσε ερωτική σχέση και με τη μάρτυρα Ι, χορεύτρια από τη Ρουμανία, η οποία εργαζόταν σε κλαμπ στην Κηφισιά με την επωνυμία ..... και στην οποία αυτός είχε υποσχεθεί και γάμο. Η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 ήταν γνωστή στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 από το κλαμπ ....., όπου εργάζονταν, έως μεν και το Νοέμβριο του 2002 η αναζητούμενη από τούτον Ζ - ....., μέχρι δε τα μέσα του έτους 2002 και η φίλη του Α Δ - ..... .'Ομως, όλες οι προσπάθειες που κατέβαλε για ένα μήνα περίπου ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 για τον εντοπισμό και την ανεύρεση της Ζ - ....., δεν είχαν αποτέλεσμα.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε σε αυτόν την εντύπωση, ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο προστάτευε και έκρυβε την Ζ - ..... και οι υποψίες του αυτές από κάποια στιγμή και μετά στράφηκαν στον Α, για τον οποίο, το μεν, ήταν γνωστό στους κύκλους της νύκτας ότι συζούσε με την Δ - ..... και γνώριζε πολλά κορίτσια από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που εργάζονταν στην Ελλάδα ως χορεύτριες σε νυκτερινά κέντρα, το δε είχε διαδοθεί πως ο ίδιος σκόπευε, με τη βοήθεια της παραπάνω φίλης του, να γίνει καλλιτεχνικός πράκτορας και να φέρνει γυναίκες από Χώρες της Ανατολικής Ευρώπης για να εργάζονται στα νυκτερινά κέντρα.
Οι υποψίες αυτές τις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου 2003 οδήγησαν τον κατηγορούμενο Χ1 στο κλαμπ ....., όπου εργαζόταν η ΣΤ, και ζήτησε από αυτή, την οποία και προ ημερών είχε μεταφέρει με τη βία στο διαμέρισμα του και την ρωτούσε επίμονα να μάθει που βρισκόταν η φίλη της Ζ - ....., να του δώσει το τηλέφωνο της.
Η ΣΤ αρνήθηκε ότι είχε το τηλέφωνο της Ζ, αλλά εκείνος δεν την πίστεψε, πήρε με τη βία το κινητό της τηλέφωνο από τα χέρια της, το κράτησε στην κατοχή του και το περιεργάστηκε για δεκαπέντε λεπτά περίπου και αλίευσε από τη μνήμη του, αντιγράφοντας τα είτε στη μνήμη του δικού του κινητού τηλεφώνου είτε σε χαρτί, τους αριθμούς κλήσης των κινητών τηλεφώνων της Ζ - ..... ....., της Δ (η οποία όμως παρά τη συνωνυμία με την ανωτέρω, δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο, αλλά η συνάδελφος της Δ- ..... .....
και του φίλου της τελευταίας ..... (Α) ..... . Τις ημέρες του Φεβρουαρίου 2003 που ακολούθησαν οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 και τρίτο άτομο, άγνωστων λοιπών στοιχείων, αποφάσισαν, ενεργώντας από κοινού, να εντοπίσουν τον Α, να τον απαγάγουν με απάτη ή με βία ή με απειλή βίας, να πληροφορηθούν από αυτόν που βρισκόταν η Ζ - ....., ώστε ο εξ αυτών Χ1 να μπορέσει να αναλάβει από εκείνη τα χρήματα και τα τιμαλφή που του είχε αφαιρέσει, και τέλος να σκοτώσουν τον Α για να τον εκδικηθεί ο Χ1για τη βοήθεια, την οποία, όπως ο ίδιος πίστευε, παρείχε στην πρώην ερωμένη του Ζ - .....
παρέχοντας της προστασία και κατάλυμα. Μάλιστα, στις 28.2.2003 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 στο πλαίσιο της οργανώσεως της επιχείρησης αυτής μίσθωσε από την εταιρία "Inter Forge, ..... και Σία ΟΕ" και το υπ' αριθ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, όπως θα εκτεθεί, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στην υλοποίηση του σχεδίου απαγωγής και δολοφονίας του Α.
Μετά τη λήψη της εν λόγω απόφασης στις 28.2.2006 (εννοείται προφανώς 2003) και 1.3.2006 (εννοείται προφανώς 2003) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, με τη συνοδεία 2-3 ατόμων, επισκέφθηκε δύο φορές την τρίτη κατηγορούμενη Χ3 στο κλαμπ ..... και ζήτησε να μάθει από την ίδια που βρισκόταν η Ζ - ....., απειλώντας της ότι θα την σκοτώσει αν δεν τον πληροφορήσει περί αυτού ή αν μάθει ότι την κρύβει η ίδια. Η τελευταία κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες να έρθει σε επικοινωνία με την αναζητούμενη Ζ - ....., καλώντας την στο γνωστό σε αυτή κινητό της τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ....., αλλά οι προσπάθειές της αυτές απέβησαν άκαρπες, διότι εκείνη δεν απαντούσε. Ωστόσο, οι επισκέψεις αυτές του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 και των μπράβων του στο κλαμπ ....., αλλά και στο ξενοδοχείο "....." στη Λ. ....., όπου διέμενε εκείνη, καθώς και οι εκτοξευθείσες εναντίον της απειλές, μετά τις εντοπισθείσες στο κινητό της τηλέφωνο κλήσεις της προς το υπ' αριθ. ..... κινητό τηλέφωνο της Ζ - ....., προκάλεσαν έντονο τρόμο και ανησυχία στην τρίτη κατηγορουμένη Χ3, σε σημείο μάλιστα που να σκέπτεται σοβαρά να φύγει για την πατρίδα της τη Λευκορωσία. Τη σκέψη της, όμως, αυτή δεν πρόλαβε εκείνη να υλοποιήσει, γιατί τις απογευματινές ώρες της 3ης Μαρτίου 2003, ημέρας Δευτέρας, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, συνοδευόμενος από το γνωστό της τρίτης κατηγορουμένης Χ3
Χ4, κατηγορούμενο και αυτόν στην πρωτόδικη δίκη, προσήλθε στο ξενοδοχείο ".....", όπου διέμενε, και χωρίς να ακούσει τις αντιρρήσεις της την πήρε μαζί του.
Αρχικά και οι τρεις μετέβησαν σε εστιατόριο στο ..... και έφαγαν μαζί, καθόλη δε τη διάρκεια της παραμονής τους εκεί ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 την ρωτούσε επίμονα να του πει, που βρισκόταν η Ζ -..... για να μπορέσει να πάρει πίσω τα λεφτά, που του είχε αφαιρέσει όταν έφυγε από το διαμέρισμα που έμεναν, απειλώντας την και πάλι πως θα τη σκοτώσει, αν δεν του πει την αλήθεια.
Όμως, η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 δεν γνώριζε πράγματι που βρισκόταν η συνάδελφος της Ζ - ..... και έτσι δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τη αξίωση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 να τον πληροφορήσει περί αυτού. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 3ης Μαρτίου 2003 ο δεύτερος και η τρίτη κατηγορούμενοι Χ1 και Χ3 και ο απαλλαγείς πρωτοδίκως χ4 αναχώρησαν από το πιο πάνω εστιατόριο και κατευθύνθηκαν στην οικία του πρώτου στην οδό .....
αριθ. ... στον ..... . Εκεί περί ώρα 23.50' της 3ης.3.2006 (εννοείται προφανώς 2003) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 χωρίς περιστροφές και παρακλήσεις άρπαξε από τα χέρια της τρίτης κατηγορούμενης Χ3 το κινητό της τηλέφωνο, σχημάτισε σε αυτό τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του Α (.....) ....., τον οποίο, όπως ειπώθηκε, είχε αντιγράψει από το κινητό τηλέφωνο της ΣΤ, και της επέβαλε να μιλήσει σε τούτον, λέγοντάς της ότι αυτός γνώριζε που βρισκόταν η Ζ - .....
και έπρεπε να κλείσει ραντεβού μαζί του για να μάθει που βρίσκεται η ζ, ώστε να μπορέσει να πάρει τα χρήματα και τα τιμαλφή του πίσω. Η αντίσταση της τρίτης κατηγορούμενης Χ3, παρά τις διατυπωθείσες αντιρρήσεις της, κάμφθηκε τελικά από την επιμονή και τις απειλές του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1. Έτσι, όταν ο Α, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την ώρα στο κέντρο .....
του Σταθμού του ΗΣΑΠ του ..... με το φίλο του μάρτυρα κατηγορίας κ, απάντησε στη γενόμενη κλήση, μίλησε σε αυτόν σε σπαστά αγγλικά, τα οποία μετάφραζε ο άνω μάρτυρας κ. Κατά τη γενόμενη συζήτηση η τρίτη κατηγορουμένη Χ3 συστήθηκε στον Α με το καλλιτεχνικό της όνομα ....., δήλωσε σε αυτόν ότι είναι φίλη της Δ - ....., με την οποία εκείνος συζούσε, ότι είχε έλθει πρόσφατα από τη Ρωσία και θα ήθελε να συναντήσει τη .....
εκείνη τη βραδιά, παρακάλεσε δε τούτον να τον βοηθήσει σε αυτό, κάνοντας του γνωστό ότι την ώρα εκείνη βρισκόταν στην Λ. ..... . Ο Α προθυμοποιήθηκε να φέρει αυτή σε επαφή με την σύντροφό του Δ - ....., αλλά λόγω της αρνήσεως του παριστάμενου κ να τον συνοδεύσει μέχρι εκεί δεν δέχθηκε να μεταβεί στη Λ. ..... να την παραλάβει.
Έτσι, συμφώνησαν να συναντηθούν στο Σταθμό ΗΣΑΠ ....., όπου, όπως του δήλωσε, η Χ3 θα μετέβαινε με ταξί, γι' αυτό και ο Α, θεωρώντας ότι εκείνη, ως μόλις αφιχθείσα κατά δήλωσή της στην Αθήνα, δεν γνώριζε από πού να μεταβεί στο ....., της υπέδειξε, όταν θα έμπαινε στο ταξί, να δώσει τη τηλέφωνό της στον ταξιτζή, για να συνεννοηθεί ο ίδιος μαζί του για τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει για να φτάσει στο Σταθμό ΗΣΑΠ ....., αλλά και για το σημείο που επρόκειτο να συναντηθούν.
Μετά το διάλογο αυτό ο δεύτερος και η τρίτη κατηγορούμενη Χ1 και Χ3 και ο παριστάμενος από το απόγευμα σε όλες αυτές τις συζητήσεις Ψ4 επιβιβάστηκαν χωρίς χρονοτριβή στο μαύρο αυτοκίνητο, μάρκας Mercedes, του πρώτου, που οδηγούσε ο ίδιος, και μέσω της Λ. ..... κατευθύνθηκαν προς το ...... Σε κάποιο σημείο της διαδρομής το αυτοκίνητο διέκοψε προσωρινά την πορεία του και κατέβηκε από αυτό ο Ψ4, επιβιβάστηκαν όμως σε αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 και ένα άλλο άτομο, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου παραμένουν ακόμα άγνωστα, τα οποία, ως και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, έφεραν επάνω τους πιστόλι άγνωστης προέλευσης και ταυτότητας με τα απαραίτητα για το καθένα φυσίγγια βολής χωρίς άδεια της οικείας αστυνομικής αρχής, αν και γνώριζαν ότι τούτο απαγορεύεται.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής της Mercedes προς το ..... πραγματοποιήθηκε τρεις φορές τηλεφωνική επικοινωνία της τρίτης κατηγορούμενης Χ3 -..... με τον Α, τη μια φορά κάλεσε εκείνη κατ' απαίτηση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1, ενώ τις άλλες δύο φορές κάλεσε ο Α. Ωστόσο, και στις τρεις κλήσεις ο τελευταίος μίλησε στο κινητό τηλέφωνο μόνο με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, o οποίος εμφανιζόταν σε αυτόν ως ο οδηγός του ταξί, που μετέφερε στο συμφωνημένο ραντεβού την τρίτη κατηγορούμενη Χ3.
Μετά το τρίτο από τα τηλεφωνήματα αυτά και περί ώρα 00.20' της 4ης.3.2003 ο Α βγήκε από την καφετέρια ..... και κατευθύνθηκε προς τον Σταθμό ΗΣΑΠ ..... για να συναντήσει στο συμφωνημένο σημείο τη Χ3, που έφθανε εκεί από στιγμή σε στιγμή. Θεωρώντας, ότι δεν πρόκειται να αργήσει, άφησε στο κάθισμα του στην καφετέρια .....
το μπουφάν, τα κλειδιά και το δεύτερο καρτοκινητό του τηλέφωνο, το οποίο χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της εργασίας του, και δήλωσε στο φίλο του Κ, πως θα επιστρέψει αμέσως. Τα λίγα λεπτά που επακολούθησαν εωσότου να φθάσει το "ταξί" στο Σταθμό του ΗΣΑΠ και στο σημείο της συνάντησης ο Α επικοινώνησε άλλες δύο φορές με τη Χ3 και ουσιαστικά με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 στις 00.26' και 00.33'.
Σε ελάχιστη ώρα από το τελευταίο τηλεφώνημα και πιθανώς μεταξύ 00.35' και 00.45' της 4ης Μαρτίου 2003 έφθασε στο σταθμό του ΗΣΑΠ ..... και στο καθορισμένο για τη συνάντηση σημείο το εμφανιζόμενο ως "ταξί" - αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, όπου επέβαιναν, όπως ειπώθηκε, οι τρεις κατηγορούμενοι Χ2, Χ1 και Χ3 - ..... και το προαναφερόμενο άγνωστο άτομο.
Με την άφιξη του αυτοκινήτου στο σημείο συνάντησης και αφού βεβαιώθηκαν με άγνωστο τρόπο ότι το πρόσωπο που τους περίμενε ήταν ο Α, ο οδηγός και οι επιβάτες της Mercedes, ήτοι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 και το τρίτο άγνωστο άτομο, ενεργώντας από κοινού κατόπιν κοινής αποφάσεως εν γνώσει και με την θέληση να υπαγάγουν τον Α στη δική τους εξουσία με την πρόθεση να αποστερήσουν τούτον από την προστασία της πολιτείας, ώστε να μην είναι δυνατή η παροχή βοήθειας σε αυτόν εκ μέρους κυρίως των αστυνομικών αρχών, κατήλθαν με γρήγορες κινήσεις από το αυτοκίνητο, πλησίασαν τον Α, οι από αυτούς Χ1 και το άγνωστο άτομο με προτεταμένα όπλα (πιστόλια), τον στόχευσαν στο κεφάλι και με την απειλή ότι θα πυροβολήσουν, αλλά και την άσκηση βίας από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 και το άγνωστο άτομο, οι οποίοι τον έπιασαν με τα χέρια τους από δεξιά και αριστερά και τον έφεραν με το ζόρι στο αυτοκίνητο βάζοντας τον να καθίσει ανάμεσα τους στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου Mercedes, τον συνέλαβαν και τον απήγαγαν, στερώντας έτσι από αυτόν την ελευθερία του και θέτοντας τον στην απόλυτη φυσική εξουσία τους, με σκοπό να προβούν στη συνέχεια στη θανάτωσή του.
Για το σκοπό αυτό άλλωστε α) οργανώθηκε ολόκληρη επιχείρηση με τη συμμετοχή τριών αυτοκινήτων και άγνωστου αριθμού επιβαινόντων στα άλλα δύο αυτοκίνητα ατόμων (εκτός της Mercedes, το μισθωμένο από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 Peugeot και ένα BMW ή AUDI για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω), τα οποία πιθανώς θα φρόντιζαν στη συνέχεια για την τύχη της σωρού του θύματος, β) έφεραν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και το άγνωστο τρίτο άτομο, που επιβιβάστηκε στη Mercedes, πιστόλια, και γ) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, έχοντας προαποφασίσει τη φυσική εξόντωση του Α και την εξαφάνισή της σωρού του, μετά την απομάκρυνση της Mercedes από το Σταθμό του ΗΣΑΠ .....
με κατεύθυνση προς την ..... και τη Ν.Ε. Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης, σε παράδρομο της οποίας βρισκόταν το κλαμπ ..... γύριζε, αδιαφορώντας για τις σωματικές βλάβες που θα προκαλούσε στον απαχθέντα, γύριζε συνεχώς πίσω και με ένα αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο, που έμοιαζε με κατσαβίδι, κτυπούσε συνεχώς τον Α, τρυπώντας τον στο κορμί και τα πόδια, με αποτέλεσμα αυτός σε λίγο χρόνο να έχει γίνει αιμόφυρτος.
Αυτά δε χωρίς προηγουμένως μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 να έχει επιβεβαιώσει καθοιονδήποτε τρόπο, ότι ο απαχθείς Α είχε οποιαδήποτε σχέση με την αναζητούμενη από αυτόν πρώην ερωμένη του Ζ - ..... και πολύ περισσότερο, ότι ο απαχθείς της παρείχε κατάλυμα και προστασία. Μετά από λίγα λεπτά και γύρο στις 00.52 'η Mercedes έφθασε στο νυκτερινό κέντρο ....., που απέχει ελάχιστα χιλιόμετρα από τον ΗΣΑΠ ....., και σταμάτησε σε απόσταση 40 περίπου μέτρων από αυτό στην εκεί στάση αστικού λεωφορείου.
Μετά τη Mercedes έφθασαν στο ίδιο κέντρο δύο ακόμη αυτοκίνητα, το μισθωμένο από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 Peugeot, το οποίο ακολουθούσε τη Mercedes από τη στιγμή της επιβίβασης σε αυτή του Χ2 και ένα AUDI ή BMW, τα οποία, με άγνωστο αριθμό επιβατών το καθένα, συνόδευαν τη Mercedes και σταμάτησαν, το μεν Peugeot λίγο παρακάτω, το δε άλλο αυτοκίνητο σε παράδρομο που υπήρχε στο σημείο εκείνο λίγο παρακάτω από το αναφερόμενο νυκτερινό κέντρο.
Με την άφιξη εκεί κατέβηκαν από το αυτοκίνητο Mercedes ο δεύτερος και η τρίτη κατηγορούμενη Χ1 και Χ3, οι οποίοι και κατευθύνθηκαν στο εσωτερικό του νυκτερινού κέντρου ....., παρέμειναν δε σε αυτό στο αυτοκίνητο δύο άτομα, το ένα από τα οποία, και συγκεκριμένα αυτό που ήταν όρθιο έξω από την πόρτα του συνοδηγού της Mercedes προσομοίαζε, κατά την γενόμενη στην αστυνομία αναγνώριση από το μάρτυρα κατηγορίας και εκμεταλλευτή του ως άνω κέντρου διασκέδασης Λ, με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2.
Με την είσοδό τους στο νυκτερινό κέντρο η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 με εντολή του δεύτερου Χ1 ρώτησε ένα από τα κορίτσια του κέντρου που βρισκόταν η ..... και εκείνο τους υπέδειξε τη φίλη του Α Δ, γνωστή με το καλλιτεχνικό όνομα ..... . Τότε κάλεσαν τη ..... στο τραπέζι που είχαν καθίσει και όταν αυτή ήλθε εκεί, τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, o οποίος συστήθηκε σε αυτή ως αστυνομικός, όσο και η τρίτη κατηγορούμενη Χ3, τη ρωτούσαν επίμονα να τους πει που βρισκόταν η Ζ - ....., την οποία αναζητούσε επίμονα ο πρώτος από αυτούς, διότι αυτή, φεύγοντας προ μηνός περίπου από το μισθωμένο διαμέρισμα που έμεναν, του είχε αφαιρέσει χρήματα και τιμαλφή αξίας 10.000 δολάρια U.S.A.
περίπου. Η Δ -..... δεν αρνήθηκε ότι γνώριζε την Ζ -....., με την οποία είχαν δουλέψει μαζί στο κλαμπ με την επωνυμία ..... κατέστησε όμως γνωστό σε αυτούς πως είχε να την δει από το καλοκαίρι του 2002. Ακολούθως, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, έχοντας διαπιστώσει και ιδίοις όμμασιν ότι η ..... αυτή δεν ήταν η αναζητούμενη από αυτόν Ζ - ....., τη ρώτησε για το φίλο της και εκείνη του απάντησε, πως αυτόν ήταν ο Α (.....) .
Τότε ο ίδιος της έδειξε στο κινητό του τον αριθμό κινητού τηλεφώνου ....., τη ρώτησε σε ποιόν ανήκει το κινητό αυτό και εκείνη επιβεβαίωσε, ότι ο αριθμός κλήσης του τηλεφώνου αυτού ανήκε στον αναφερόμενο φίλο της Α. Μετά από αυτό ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 κάλεσε την Δ - ..... να τον πάρει στο τηλέφωνο από το δικό του κινητό, όπως και έγινε.
Ωστόσο, όπως ήταν φυσικό ο Α, όντας από μισή ώρα περίπου υπό την απόλυτη εξουσία του ιδίου και των συνεργατών του, δεν απάντησε στην κλήση αυτή, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, θέλοντας να δημιουργήσει στη φίλη του Δ. την εντύπωση, πως ο ίδιος δεν είχε καμία συμμετοχή στη μέλλουσα να αποκαλυφθεί την επομένη ημέρα εξαφάνιση του, είπε σε αυτή, ότι δεν απαντούσε στην κλήση της, γιατί ήταν με την Ζ- ..... .
Μετά τη συζήτηση αυτή ο δεύτερος και η τρίτη κατηγορούμενη Χ1 και Χ3 αποχώρησαν από το κέντρο και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο Mercedes. Κατά την πορεία τους προς τα εκεί ο πρώτος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είπε χωρίς περιστροφές στη δεύτερη, ότι τώρα εγώ θα τον σκοτώσω αυτόν, εννοώντας ότι είχε λάβει ήδη την απόφασή του να σκοτώσει τον απαχθέντα και βρισκόμενο υπό την απόλυτη εξουσία του Α, τούτο δε αν και δεν είχε επιβεβαιωθεί η υποψία του πως ο τελευταίος έκρυβε την αναζητούμενη πρώην φίλη του Ζκαι παρότι ο απαχθείς, όσο μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις των απαγωγέων του, αρνιόταν ότι ήξερε τη Ζ και είχε κάποια σχέση με αυτή.
Στη δήλωση αυτή του Χ1 αντέδρασε η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 και του ζήτησε να την αφήσει να φύγει, αλλά εκείνος, αρνούμενος να δεχθεί την παράκλησή της, την άρπαξε με τα χέρια του και την έβαλε με τη βία μέσα στο αυτοκίνητο. Αμέσως μετά περί ώρα 1.10' περίπου της 4ης. 3.2003 τα τρία αυτοκίνητα αναχώρησαν μαζί ως κομβόι από το νυκτερινό κέντρο και κατευθύνθηκαν σε παρακείμενη δασώδη περιοχή, η οποία ωστόσο δεν προσδιορίστηκε ούτε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο παρόν δικαστήριο.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής αυτής ο δεύτερος κατηγορούμενος και οδηγός της Mercedes Χ1 συνέχισε να κτυπά τον Α και το άλλο άγνωστο άτομο. Μετά από 20 περίπου λεπτά τα τρία αυτοκίνητα έφθασαν σε δασική περιοχή, στην οποία επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 με το "κατσαβίδι", ενώ το ίδιο έπρατταν και οι καθήμενοι δεξιά και αριστερά του κατηγορούμενος Χ2 και το επιβαίνον στη Mercedes τρίτο άγνωστο άτομο, ενεργώντας με πρόθεση άμεσου συνεργού, δηλαδή θέλοντας να παράσχουν συνδρομή στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 εν γνώσει ότι η συνδρομή τους αυτή παρέχεται σε τούτον κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, κατέβασαν με τη βία από το αυτοκίνητο τον αιμόφυρτο Α και τον οδήγησαν μέσα στο δάσος.
Τον έστησαν απέναντί τους σε ελάχιστη απόσταση και ως εκτελεστικό απόσπασμα ανέσυραν και αυτοί τα πιστόλια τους σκοπεύοντάς τον, όπως έκανε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, όντας έτοιμοι και οι ίδιοι να υλοποιήσουν την προ της απαγωγής του ληφθείσα απόφαση τους για φυσική εξόντωσή του και ενισχύοντας αυτόν ηθικά με όλες τις πράξεις τους σε πραγμάτωσή της, χωρίς τις οποίες άμεσες βοηθητικές ενέργειες τούτων δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί, τούτο δε ενόψει και της μετά εκφρασθείσας στη συνέχεια από τον ίδιο τον αυτουργό στους συνεργούς του, δίκην εξομολόγησης, άποψης ότι το βράδυ εκείνο "σκότωσε λάθος άνθρωπο".
Κάτω- από τις συνθήκες αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ενεργώντας με ανθρωποκτόνο πρόθεση και βρισκόμενος και κατά το χρόνο αυτό σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως άλλωστε και οι προαναφερόμενοι αναγκαίοι συνεργοί του, πάτησε χωρίς χρονοτριβή τη σκανδάλη του πιστολιού του και πυροβόλησε κατά του Α δύο φορές, από τις οποίες βολές και επλήγη αυτός σε καίρια σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα τον άμεσο θάνατό του.
Στη συνέχεια οι δύο κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 και το τρίτο άγνωστο άτομο επέστρεψαν στη Mercedes και επιβιβάστηκαν σε αυτή, με οδηγό δε και πάλι τον Χ1 απομακρύνθηκαν από τον τόπο της δολοφονίας του Α χωρίς να αποκομίσουν το πτώμα του, για την απόκρυψη και την εξαφάνιση του οποίου φαίνεται πως επιλήφθηκαν μετά την αναχώρηση των ανωτέρω συμμετοχών οι επιβάτες των άλλων δύο αυτοκινήτων Peugeot και AUDI ή BMW, που δεν ακολούθησαν τη Mercedes κατά την αναχώρησή της, με συνέπεια η σωρός του Α να μην έχει βρεθεί έως σήμερα.
Λίγο μετά την αναχώρηση της Mercedes από τον τόπο της δολοφονίας ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 πήρε στα χέρια του το εγκαταλειμμένο μέσα στο αυτοκίνητο κινητό τηλέφωνο του Α και, αφού το έσπασε, το πέταξε έξω από το αυτοκίνητο και πέρα από το ρείθρο του δρόμου, όπου κινιόταν αυτό. Ωστόσο, το τηλέφωνο αυτό, από το οποίο δεν είχε αφαιρεθεί η κάρτα - SIM συνέχισε να λειτουργεί και να δέχεται κλήσεις όλες τις επόμενες ημέρες χωρίς, όπως ήταν φυσικό, να απαντάει κανένας σε αυτές εωσότου εξαντλήθηκε η.
μπαταρία του και σίγησε οριστικά.
Την ίδια ημέρα 4.3.2003 και περί ώρα 14.00 μ.μ. ο πολιτικώς ενάγων πατέρας του θύματος Ψ3 προσήλθε στην αστυνομία και κατήγγειλε την εξαφάνιση του γιου του. Παράλληλα, η φίλη του θύματος Δ - ....., αφού έμαθε από τη φίλη της ΣΤ τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1, επικοινώνησε μαζί του για να τον ρωτήσει, ένα ήξερε κάτι να της πει για το "....." της.
Η εξέλιξη αυτή, αλλά και η ψυχολογική κατάσταση της τρίτης κατηγορούμενης Χ3, στην οποία δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη ότι δεν θα αποκαλύψει ό,τι είχε συμβεί ενώπιόν της τις πρώτες ώρες της 4ης. 3.2003, θορύβησαν τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ1. Εξαιτίας τούτου, στις 5.3.2003 και περί ώρα 14.00 μ.μ., αφού πρώτα εξαφάνισε τη Mercedes, ώστε να μην είναι εφικτό να βρεθούν σε αυτή αποδεικτικά στοιχεία (γενετικό υλικό των επιβατών και έλεγχος DNA κλπ.), που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε βάρος αυτού και των άλλων συμμετοχών, προσήλθε στην εταιρία "Inter Forge, .....
και Σία ΟΕ" και δηλώνοντας άλλη διεύθυνση κατοικίας από εκείνη που είχε έως τότε (..... αριθ. ... ..... αντί ..... αριθ. ... .....) μίσθωσε ΙΧΕ αυτοκίνητο Celica, ερυθρού χρώματος, με αριθ. κυκλ. ....., και αφού παρέλαβε και την τρίτη κατηγορούμενη Χ3 αναχώρησε από την Αθήνα, αφενός μεν για να μην είναι εφικτός ο εντοπισμός του, αφετέρου δε για να προωθήσει με κάθε τρόπο τη Χ3 εκτός Ελλάδος, είτε στην πατρίδα της είτε αλλού, ώστε να μην μπορεί να τη βρει η αστυνομία και να καταστεί ανέφικτη η μαρτυρική κατάθεσή της, η οποία σε κάθε περίπτωση θα ήταν γι' αυτόν και τους άλλους συνεργούς του καταστροφική.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας έφθασαν στη ....., όπου και παρέμειναν όλη την επόμενη ημέρα, κατά την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 στο πλαίσιο του σχεδίου του για εξαφάνιση της τρίτης κατηγορούμενης Χ3 την υποχρέωσε να αναλάβει από την τράπεζα όλες τις καταθέσεις της, ώστε να μην είναι εφικτός στο μέλλον, ούτε δια της τραπεζικής οδού, ο εντοπισμός της.
Την ίδια ημέρα 6.3.2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον απολαύοντα της απόλυτης εμπιστοσύνης του πρώτο κατηγορούμενο Χ2 και του ζήτησε να πάρει από συνεργάτη του στην Αθήνα 2.500 ευρώ και να πάει προς τη ..... να του τα παραδώσει σε σημείο που θα του υποδείκνυε εκείνος στη συνέχεια.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο άνω κατηγορούμενος Χ2 παρέλαβε από συνεργάτη του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 το ποσό των 2.500 ευρώ και την επομένη το πρωί 7.3.2003 αναχώρησε με το μισθωμένο Peugeot για ..... με τελικό προορισμό τα ..... . Όταν έφθασε στα διόδια των ..... στάθμευσε μπροστά από παρακείμενο καφέ -εστιατόριο στα δεξιά της Ν.
Ε. Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης κατά την πορεία του και ανέμενε την άφιξη του συγκατηγορούμενού του Χ1. Πράγματι μετά από λίγη ώρα κατέφθασε εκεί με το αυτοκίνητο Celica ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 συνοδευόμενος από την τρίτη κατηγορούμενη Χ3. Κάθισαν μαζί για λίγα λεπτά σε τραπέζι του καφέ -εστιατορίου και στη συνέχεια ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 σηκώθηκε από το τραπέζι για να μεταβεί σε κατάστημα βενζινάδικο - εστιατόριο, που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά της Ν.Ε.
Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά από την έξοδο του Χ1 από το καφέ - εστιατόριο και αστυνομικά όργανα, τα οποία είχαν εντοπίσει την τρίτη κατηγορούμενη Χ3 εισήλθαν σε αυτό και συνέλαβαν, τόσο την ίδια, όσο και τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, στο αυτοκίνητο του οποίου κατά τη γενόμενη αμέσως μετά έρευνα βρέθηκαν μια χειροβομβίδα και ένα φυσίγγιο πιστολιού, δεν συνέλαβαν όμως και το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος, αντιληφθείς όσα συνέβαιναν, δεν επέστρεψε στο καφέ - εστιατόριο και απομακρύνθηκε από εκεί για να επιστρέψει στην Αθήνα.
Τελικά, ο τελευταίος, διωκόμενος με το υπ' αριθ. 11/2003 ένταλμα του 12ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών για την αρπαγή και την ανθρωποκτονία του Α, συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές στην Αθήνα στις 16.4.2003 και περί ώρα 02.00 π.μ. μετά τη διενέργεια συντονισμένης επιχείρησης από την αστυνομία, κατά την οποία πυροβόλησε και κατά δύο αστυνομικών.
Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 δια των συνηγόρων του υπέβαλε και εγγράφως 1) ισχυρισμό περί υπάρξεως άλλοθι στο πρόσωπό του, και 2) τον 211 Α ΚΠΔ και 6 § 2 της ΕΣΔΑ ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει σε βάρος του κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο πλην από την απολογία της τρίτης κατηγορούμενης Χ3, η οποία όμως σύμφωνα με τους κανόνες των αρθρ. 211 Α ΚΠΔ και 6 § 2 της ΕΣΔΑ δεν αρκεί για την καταδίκη του.
Επί του πρώτου εκ των ισχυρισμών αυτών του εν λόγω κατηγορούμενου πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής : Ο περί υπάρξεως άλλοθι ισχυρισμός τούτου στηρίζεται στις μαρτυρικές καταθέσεις α) της 8, Ρουμάνας υπηκόου και χορεύτριας, με την οποία διατηρούσε από έτους ερωτική σχέση και της είχε υποσχεθεί και γάμο, αν και ήταν έγγαμος, β) της Η, νομίμου συζύγου του, με την οποία ωστόσο η έγγαμη σχέση του είχε τελευταία διαταραχθεί, και γ) του Μ.
Η πρώτη από αυτές Θ κατέθεσε σε γενικές γραμμές στο πρωτοβάθμιο και το παρόν δικαστήριο, ότι τις 3.3.2003 και λίγο πριν τις 23.00' ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 την πήρε από το σπίτι της στην ..... και τη μετέφερε με το αυτοκίνητο Peugeot στο κλαμπ της ..... με την επωνυμία ....., όπου εργαζόταν ως χορεύτρια, και ότι μετά τη λήξη της εργασίας της δεν ήρθε εκεί να την παραλάβει.
Τα περιστατικά όμως αυτά, και υπό την εκδοχή της αληθείας τους δεν αποκλείουν τη συμμετοχή του πρώτου κατηγορούμενου Χ2 στην όλη επιχείρηση αρπαγής και ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Α, αφού αυτή, όπως προειπώθηκε, άρχισε να εκτυλίσσεται χρονικά με την παρέλευση της 24.00 ώρας της 3ης.3.2003 και, όπως ειπώθηκε, αυτός παραλήφθηκε κατά τα πρώτα λεπτά της 4ης.3.2003 σε κάποιο σημείο της διαδρομής από τον Χ1 και επιβιβάστηκε στη Mercedes, αφού παράλληλα είχε παραχωρήσει την οδήγηση του μισθωμένου Peugeot σε άλλο άτομο, το οποίο ακολούθησε έκτοτε από κοντά και διακριτικά την πορεία της Mercedes, πρώτα έως τον ΗΣΑΠ .....
και ύστερα ως το κλαμπ ..... . Η δεύτερη Η κατέθεσε, ότι το βράδυ της 3ης.3.2003 είχε ξαπλώσει και έβλεπε τηλεόραση, ότι από τις 22.00' -23.00'ώρα αποκοιμήθηκε, ότι γύρο στις 00.30' έως 01.00' της 4ης.3.2003 ξύπνησε από το θόρυβο που προκαλούσε στο σπίτι ο σύζυγος της Χ2 και ότι όταν ξύπνησε από τον θόρυβο δεν κοίταξε το ρολόι για να ξέρει ποία ακριβώς ώρα ήρθε ο σύζυγος της στο σπίτι.
Ωστόσο, η ίδια μάρτυρας κατά τη δοθείσα στις αστυνομικές αρχές στις 8.3.2003 ένορκη κατάθεσή της, η σχετική περικοπή της οποίας αναγνώστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχεται στα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως (βλ. σελ. 59), δεν κατέθεσε για την ώρα αφίξεως του συζύγου της, λέγοντας σχετικώς ότι "δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ώρα που ήρθε, (αλλά) πάντως είχε την αίσθηση ότι είχε κοιμηθεί αρκετή ώρα".
Ενόψει τούτου είναι προφανές, ότι υφίσταται προφανής αντίφαση μεταξύ της προανακριτικής καταθέσεως αυτής και των μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν από την ίδια στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου επί του κρισίμου θέματος του χρόνου αφίξεως του πρώτου κατηγορούμενου Χ2 στη συζυγική οικία, εξαιτίας της οποίας τούτο δεν μπορεί να παράσχει πίστη στην κατάθεση αυτής και να δεχθεί ως αληθές γεγονός, ότι εκείνος βρισκόταν στη συζυγική οικία γύρο στις 01.00' ώρα της 4ης.3.2003, οπότε θα ελεγχόταν αληθής και ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως άλλοθι.
Τούτο δε περαιτέρω, διότι ούτε στις δοθείσες στο ακροατήριο δύο μαρτυρικές καταθέσεις της Η υπάρχει κατουσίαν ακριβής προσδιορισμός της ώρας που εκείνη άκουσε θορύβους στη συζυγική οικία και αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος σύζυγός της ήταν εκεί (... κατά την 01.00 πρέπει να ήρθε ..., δεν κοίταξα το ρολόι αν ήταν 1.00'- 1.15' η ώρα, όταν ξύπνησα ...), ο δε ακριβής προσδιορισμός της ώρας αυτής είναι ιδιαίτερα κρίσιμος ενόψει και του ότι η όλη επιχείρηση αρπαγής και δολοφονίας του Α, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν, γύρο στις 01.30' της 4ης.3.2003 είχε ολοκληρωθεί.
Τέλος, ο μάρτυρας υπεράσπισης Μ κατέθεσε, ότι στις 00.15' - 00.30' της 4ης.3.2003 πήγε με ένα ανεψιό του σε κέντρο στο ..... για να φάνε κρέπες, ότι εκεί συνάντησε τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, τον οποίο γνώριζε από πενταετίας ως πελάτη του εστιατορίου που διατηρούσε στην .....,και ότι, όταν τις 00.50' (ή κατ' άλλη εκδοχή τις 01.00') περίπου της 4ης.3.2003 έφυγαν από εκεί, ο κατηγορούμενος Χ2 εξακολούθησε να βρίσκεται στην κρεπερί.
Ωστόσο, το δικαστήριο δεν δύναται να παράσχει πίστη στην κατάθεση αυτή του αναφερόμενου μάρτυρα υπεράσπισης και θεωρεί το περιεχόμενο της αναληθές, διότι α) δεν προέκυψε ότι υπήρχε αποχρών λόγος που να επέβαλε την απομάκρυνση θείου και ανεψιού από την ..... για να συζητήσουν για σοβαρά θέματα σε κρεπερί στο ....., δηλαδή σε περιοχή που απείχε σημαντικά από αυτή, και μάλιστα μετά τα μεσάνυχτα, β) δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο στοιχείο (π.χ.
λογαριασμό καταστήματος, κατάθεση καταστηματάρχη) η επικαλούμενη ως γενόμενη, και μάλιστα μόνο για 20' (ή 30') λεπτά, επίσκεψη του μάρτυρα τούτου στην κρεπερί για φαγητό, αλλά και η παρουσία του κατηγορούμενου Χ2 στο κατάστημα αυτό, πολύ περισσότερο καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση, αν ο κατηγορούμενος αυτός κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί μίλησε στο κινητό του τηλέφωνο, ενώ είναι δεδομένο από τις οικείες αναλυτικές καταστάσεις της εταιρίας Telestet, στην οποία ανήκε η τηλεφωνική σύνδεση .....
του Χ2, ότι αυτός κατά το διάστημα από 00.30' έως της 00.50' της 4ης.3.2003 κάλεσε στο κινητό του δύο φορές και μίλησε με τον συγκατηγορούμενο του Χ1, ενώ έως την 01.00' είχε κληθεί και καλέσει στο τηλέφωνο το ίδιο πρόσωπο άλλες δύο φορές. Άρα, με βάση όσα εκτέθηκαν συνολικώς στην παρούσα σκέψη, ο περί ύπαρξης άλλοθι στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορούμενου Χ2 ισχυρισμός του ιδίου είναι κατουσίαν αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Συνεπώς, με βάση όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των αποδιδόμενων στους δύο πρώτους κατηγορούμενους εγκλημάτων, αυτοί πραγμάτωσαν πλήρως τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις : Ι) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1: 1) την πράξη της αρπαγής του Α από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 και τρίτο άγνωστο άτομο, με σκοπό μάλιστα την αφαίρεση της ζωής του απαχθέντος, 2) την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Α, την οποία αποφάσισε και εκτέλεσε βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, 3) την πράξη της παράνομης οπλοφορίας πιστολιού μετά των σχετικών φυσιγγίων βολής, και 4) της οπλοχρησίας πιστολιού και δύο φυσιγγίων βολής, των οποίων έκανε χρήση για τη διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Α.
Και II) ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 1) την πράξη της αρπαγής του Α από κοινού με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και τρίτο άγνωστο άτομο, με σκοπό μάλιστα την αφαίρεση της ζωής του απαχθέντος, 2) την πράξη της άμεσης συνέργιας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Α, την οποία αποφάσισε και παρέσχε στον αυτουργό βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και 3) την πράξη της παράνομης οπλοφορίας πιστολιού μετά των σχετικών φυσιγγίων βολής.
Ωστόσο, ο ίδιος, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, κατά τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας δεν έβαλε με το πιστόλι, που έφερε, κατά του δολοφονηθέντος Α και ως εκ τούτου δεν έκανε χρήση τούτου κατά τον προορισμό του.
Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 δεν τέλεσε και την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της οπλοχρησίας.
Ο κατηγορούμενος Χ2, προέβαλε επίσης, όπως προειπώθηκε, και τον από τα αρθρ. 211 Α ΚΠΔ και 6 § 2 της ΕΣΔΑ ισχυρισμό, ότι δηλαδή τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν σε βάρος του προκύπτουν από την απολογία της τρίτης κατηγορούμενης Χ3, η οποία όμως από μόνη της, σύμφωνα με τους κανόνες των αρθρ. 211 Α ΚΠΔ και 6 § 2 της ΕΣΔΑ, δεν αρκεί για την καταδίκη του.
Ωστόσο, η απολογία της τρίτης κατηγορουμένης Χ3 δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο, με βάση και την τιθέμενη στο αρθρ. 177 ΚΠΔ θεμελιώδη αρχή της ηθικής αποδείξεως, οδηγείται η πλειοψηφία των δικαστών του δικαστηρίου στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορούμενου Χ2. Σχετικώς, πέρα από όλα όσα προκύπτουν από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με τα αρθρ. 366 § 2 και 501 § 1 εδαφ.
δ ΚΠΔ, αντίθετες περικοπές της απολογίας της Χ3, οι οποίες καλύπτουν το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, τα οποία δέχεται ανωτέρω η πλειοψηφία του δικαστηρίου πως τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, προδήλως δε και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, την περί ενοχής κρίση του για τον πρώτο, αλλά και το δεύτερο, κατηγορούμενο συνάγει η πλειοψηφία του δικαστηρίου και από τα προκύψαντα από άλλα αποδεικτικά μέσα κάτωθι πραγματικά περιστατικά : 1) από την στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου δοθείσα κατάθεση της συζύγου του Η, στην οποία αυτή ανέφερε ότι ο σύζυγος της Χ2 τις τελευταίες ημέρες πριν την απαγωγή του Α έβγαινε αργά και γύριζε αργά στο σπίτι και μίλαγε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.
Τούτο συνέβαινε, διότι, ως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο σχετικές καταστάσεις των εταιριών Vodafone και Telestet, αυτός κατά τις εν λόγω ημέρες δεχόταν στο υπ' αριθ. ..... κινητό τηλέφωνο του συχνές κλήσεις (στις 1/2.3.2003 συνολικά 13) από τον συγκατηγορούμενό του Χ1, με τον οποίο και συζητούσε λεπτομέρειες της οργανώσεως της επιχειρήσεως αρπαγής του Α, η απόφαση για την .πραγματοποίηση της οποίας είχε ληφθεί, όπως ειπώθηκε, κατά τις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου 2003, οπότε και μισθώθηκε από τον ίδιο και το αυτοκίνητο Peugeot.
Όπως δε ήταν φυσικό, λόγω της σοβαρότητας του εγχειρήματος, ο κατηγορούμενος Χ2 δεν ήθελε να ακούσει το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών ούτε η σύζυγος του Η, 2) από τις γενόμενες μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 και Χ1 τηλεφωνικές κλήσεις αμέσως πριν και κατά τη διάρκεια της πραγμάτωσης των εγκλημάτων της αρπαγής και της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του Α και τους τόπους που πραγματοποιήθηκαν αυτές.
Ειδικότερα : α) κατά το χρονικό διάστημα από 23.38' της 3.3.2003 έως 00.31' 4.3.2003, χρόνο κατά τον οποίο ο Χ2 είχε αναχωρήσει από το κέντρο ..... της ....., όπου είχε μεταφέρει τη Θ με το αυτοκίνητο Peugeot, χρώματος ασημί κατά τη ρητή περί τούτου αναφορά αυτής στο παρόν δικαστήριο, εκείνος έκανε πέντε τηλεφωνικές κλήσεις στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ1.
Οι κλήσεις αυτές έγιναν, προδήλως, για να συνεννοηθούν για το σημείο, όπου έπρεπε να μεταβεί ο κατηγορούμενος Χ2 για να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο Mercedes, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ1, β) τις κλήσεις αυτές ακολούθησε στις 00.32' της 4ης.3.2003 η κλήση του κατηγορούμενου Χ1 από το υπ' αριθ. ..... κινητό του τηλέφωνο προς το υπ' αριθ. .....
κινητό τηλέφωνο. Η κλήση αυτή, κατά χρόνο πραγματοποίησης της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 ή είχε επιβιβαστεί ή επέκειτο η επιβίβασή του στη Mercedes του Χ1, έγινε μέσω της κεραίας ..... που βρίσκεται στην πλατεία ....., όπως τούτο βεβαιώνεται από τις καταστάσεις κλήσεων της εταιρίας Vodafone, που πραγματοποίησε από το υπ' αριθ. .....
κινητό του τηλέφωνο Χ1. Από το περιστατικό αυτό συνάγεται περαιτέρω, ότι την 00.32 ώρα της 4ης.3.2003 η Mercedes του Χ1 κινιόταν μέσα στα διοικητικά όρια του Δήμου ..... και, με βάση και όλα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω ως προς το χρόνο προσέγγισής του στο Σταθμό ΗΣΑΠ ....., κατευθύνονταν στο σημείο που είχε οριστεί η συνάντηση με τον Α, γ) κατά το διάστημα από 00.32' έως 00.54' της 4ης.3.2003, κατά το οποίο έγινε η αρπαγή του Α και η Mercedes, οδηγούμενη από τον Χ1 κατευθυνόταν στην .....
και στον παράδρομο της Ν.Ε. Ο. Αθηνών -Θεσσαλονίκης, στο σημείο, όπου βρισκόταν το κέντρο ....., δεν υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κατηγορουμένου, διότι αυτή δεν ήταν απαραίτητη, αφού τα δύο αυτά πρόσωπα βρίσκονταν μαζί στο αυτοκίνητο Mercedes και μπορούσαν να συνεννοηθούν εκεί για ο,τιδήποτε, δ) μετά την άφιξη της Mercedes στο κέντρο .....
περί ώρα 00.52' ο Χ1 και η Χ3 κατέβηκαν, όπως ειπώθηκε, από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν στο εσωτερικό του. κλαμπ. Κατά το χρόνο αυτό και περί ώρα 00.54.51 ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 ξαναπήρε από το υπ' αριθ. ..... κινητό του τηλέφωνο τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 στο ίδιο κινητό του τηλέφωνο, η δε επικοινωνία τους αυτή έγινε μέσω της κεραίας Mercedes - ΝΕ, που βρισκόταν κοντά στην επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων "Λαϊνόπουλος ΑΒΕΕ" και σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από το κλαμπ ....., ε) την κλήση αυτή επακολούθησαν στις 00.57' και 01.02' δύο κλήσεις τού πρώτου κατηγορούμενου Χ2 προς το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 από και προς τα αναφερόμενα τηλέφωνα κατά τον χρόνο που αυτός και η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 βρίσκονταν μέσα στο κλαμπ και συνομιλούσαν με την Δ -..... .
Η αιτία της πραγματοποιήσεως των κλήσεων αυτών δεν διαγνώστηκε, αλλά πάντως μια λογική εξήγηση αποτελεί ίσως η ενόχληση του από την παρουσία στο χώρο έξω από το κέντρο του μάρτυρα κατηγορίας παρκαδόρου του κλαμπ Ν και η παρατήρηση τούτου για το σημείο που στάθμευσε το αυτοκίνητο Mercedes, 3) από τη γενόμενη κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση από τον αυτόπτη μάρτυρα κατηγορίας Λ, υπεύθυνο του κλαμπ ....., που εκείνη την ώρα βρισκόταν έξω από το κέντρο μέσα σε αυτοκίνητο τρίτου προσώπου και συνομιλούσε με αυτό, αναγνώριση (προσομοίωση σε μεγάλο ποσοστό κατά τη φράση που χρησιμοποίησε) με βάση τα χαρακτηριστικά και τη σωματοδομή του (ύψος 1,75 μετρ., κοντό μαλλί, φουσκωτός) στο πρόσωπο του ατόμου που στεκόταν έξω από τη Mercedes του πρώτου κατηγορούμενου Χ2.
Βέβαια, ο εν λόγω μάρτυρας κατά την εξέτασή του στο πρωτόδικο δικαστήριο κατέθεσε αντιθέτως λέγοντας ότι "είμαι 100% βέβαιος, ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν ο Χ2 που βγήκε από το αυτοκίνητο", αναλόγου δε ύφους υπήρξε και η κατάθεσή του στο παρόν δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο, ενόψει των λοιπών στοιχείων της δικογραφίας, κρίνει ότι οι δοθείσες στο ακροατήριο δύο αυτές καταθέσεις, όντας ευθέως και κατηγορηματικά αντίθετες με την προανακριτική, είναι αναληθείς, 4) από τις ένορκες καταθέσεις του αυτόπτη μάρτυρα κατηγορίας Ν, παρκαδόρου του κλαμπ ....., στις οποίες αναφέρεται ρητά στην ύπαρξη του αυτοκινήτου Peugeot, αλλά στο μεν πρωτόδικο δικαστήριο καταθέτει ότι αυτό του "...
φάνηκε μπλε ...", στο δε παρόν, όντας κατηγορηματικός, ότι τούτο ήταν χρώματος μπλε. Ωστόσο, το παρόν δικαστήριο, δίχως να αποκλείει την περίπτωση ο μάρτυρας αυτός αα) λόγω του σκότους της νύκτας και παρά την ύπαρξη σχετικού φωτισμού έξω από το κλαμπ ....., και ββ) λόγω της συγγενείας των χρωμάτων γκρι - γαλάζιο - μπλε να εξέλαβε λάθος τον χρωματισμό του αυτοκινήτου Peugeot, εκ του γεγονότος και μόνο, ότι ο ίδιος στο πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν κατηγορηματικός για το χρώμα του άνω αυτοκινήτου, δεν δύναται να παράσχει πίστη στην ενώπιόν του το πρώτον κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα τούτου, ότι τούτο ήταν χρώματος μπλε.
Να σημειωθεί εδώ, ότι ούτε το γεγονός της ύπαρξης ανώνυμης καταγγελίας στην αστυνομία για συμμετοχή στην επιχείρηση αυτοκινήτου Peugeot, χρώματος μπλε, περί του οποίου κατέθεσε ενόρκως ο αστυφύλακας Ξ στην προδικασία, δεν δύναται να οδηγήσει σε άλλη κρίση το δικαστήριο ενόψει ακριβώς του ανώνυμου της καταγγελίας και του κινήτρου που υπαγόρευσε την τηλεφωνική κλήση στην αστυνομία για αναφορά του στοιχείου τούτου, 5) από τις επακολουθήσασες μετά και την πραγμάτωση της δολοφονίας του Α πολλαπλές τηλεφωνικές επικοινωνίες ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενους μέσω των πάντα μέσω των ιδίων κινητών τηλεφώνων τους, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι το πρωί της ίδιας ημέρας.
Ειδικότερα, οι τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες έγιναν αα) με κλήση από τον Χ1 στις 02.43', 03.01', 03.04', 03.45'και 07.10', και ββ) με κλήση από τον Χ2, στις 01.47', 02.28', 02.43', 02.46', 02.49', 03.44' και 03.45'. Η αιτία της πραγματοποιήσεως των κλήσεων αυτών, που έγιναν μετά την απομάκρυνση αυτών από τη δασώδη περιοχή, όπου δολοφονήθηκε ο Α, και την περιφέρεια της ....., και από κεραίες που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος Χ1 μιλούσε απομακρυνόμενος συνεχώς από την .....
και κατευθυνόμενος προς το διαμέρισμα του στην οδό ..... αριθ. ... στον ....., δεν αποκαλύφθηκε, είναι όμως προφανής, συνιστάμενη στη ρύθμιση της αποκομιδής της σωρού του Α από τον τόπο της δολοφονίας του και τη εξαφάνισή του είτε δια της ταφής του σε άγνωστο σημείο είτε κατ άλλο τρόπο, ενδεχομένως δε και στην αντιμετώπιση του υπαρκτού προβλήματος που άκουγε στο όνομα Χ3, ενόψει και της λίαν αρνητικής στάσης που τήρησε αυτή μετά την αρπαγή του Α, 6) από το πλήθος των τηλεφωνημάτων μεταξύ των κατηγορούμενων Χ2 και Χ1 από 23.00' ώρα της 3ης.3.2003 έως και 07.10' της 4ης.3.2003 (20 περίπου), τα οποία δεν θα δεχόταν από τον πρώτο ο δεύτερος, ενώ βρισκόταν αναμφισβήτητα σε πλήρη εξέλιξη η επιχείρηση απαγωγής, δολοφονίας και εξαφανίσεως του Α, εφόσον ο Χ2 δεν συμμετείχε στην επιχείρηση αυτή, 7) από την διατυπωθείσα από τη νόμιμη σύζυγο του Χ2 προς αυτόν μετά την αποκάλυψη της υποθέσεως στα ΜΜΕ (5/6.3.2003) ερώτηση, αν είναι μπλεγμένος στην υπόθεση εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την αγωνία της, την οποία στήριζε προφανώς (παρότι δεν κατέθεσε περί αυτού) και στην περιρρέουσα από την κατά τις προηγούμενες ημέρες συμπεριφορά του ατμόσφαιρα, 8) από την άμεση εξαφάνιση της Mercedes από τον ιδιοκτήτη της Χ1 για να μη βρεθεί στο εσωτερικό της βιολογικό υλικό, δεκτικό έρευνας DNA, για τη διαπίστωση της μεταφοράς του με αυτό και του πρώτου κατηγορούμενου Χ2, 9) από τη χρησιμοποίηση του Χ2, ως του πλέον έμπιστου ανθρώπου του, για τη μεταφορά των 2.500 ευρώ στα ....., εντολή την οποία θα απέφευγε να δώσει σε τούτον, αν δεν συμμετείχε στην επιχείρηση αρπαγής και δολοφονίας του Α και η τύχη εκείνου δεν ήταν κοινή με τη δική του, και 10) από την ανεύρεση μέσα στο μισθωμένο από τον Χ2 Peugeot, εκτός της χειροβομβίδας, και ενός φυσιγγίου πιστολιού 9mm, το οποίο δεν υπήρχε λόγος να υπάρχει εκεί, ούτε υπήρχε κατά την παράδοσή του από τη μισθώτρια εταιρία, εφόσον αυτός κατά την επιχείρηση αρπαγής και δολοφονίας του Α δεν κατείχε πιστόλι αναλόγου (προφανώς) διαμετρήματος.
Κατά συνέπεια, ο από τα αρθρ. 211 Α ΚΠΔ και αρθρ. 6 § 2 της ΕΣΔΑ ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου Χ2, ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί για τις πράξεις που του αποδίδονται, διότι εκτός από την απολογία της Χ3 δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό μέσο, που να τεκμηριώνει την ενοχή του, είναι κατουσίαν αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Αντιθέτως, όμως, ως προς την τρίτη κατηγορούμενη Χ3 δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου της απλής συνέργιας στην αξιόποινη πράξη της αρπαγής του Α από κοινού από τους λοιπούς κατηγορούμενους και τρίτο άγνωστο άτομο. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλες οι ενέργειες της εν λόγω κατηγορούμενης πριν την απαγωγή του Α, ήτοι 1) η τηλεφωνική συνομιλία της με τούτον από το διαμέρισμα του Χ1 στην οδό .....
αριθ. ... στον ....., 2) οι ψευδείς δηλώσεις της προς αυτόν, ότι είναι φίλη της Δ -....., με την οποία εκείνος συζούσε, ότι η ίδια είχε έλθει πρόσφατα από τη Ρωσία, ότι θα ήθελε να συναντήσει τη Δ εκείνη τη βραδιά και η παράκλησή της να τη βοηθήσει σε αυτό και, τέλος, ότι θα ερχόταν στο ..... με ταξί, ενώ αληθώς θα μετέβαινε εκεί με το αυτοκίνητο Mercedes του κατηγορούμενου Χ1 για να τον ρωτήσει ο τελευταίος για την Ζ - ....., και 3) οι γενόμενες καθ' οδόν με την ανοχή της και χωρίς αντίδρασή της τηλεφωνικές επικοινωνίες του υποκρινόμενου τον "ταξιτζή" Χ1 και του Α και το κλείσιμο του ραντεβού σε σκοτεινό δρόμο της περιοχής του ΗΣΑΠ ....., έγιναν από αυτή κάτω από τον τρόμο που της είχαν προκαλέσει οι συνεχείς επί ημέρες και κατά τη νύκτα εκείνη απειλές κατά της ζωής της από τον Χ1 και τα πρόσωπα που τον συνόδευαν, στα χέρια των οποίων ήταν και αυτή έρμαιο χωρίς καμία δυνατότητα να αντιδράσει.
Περαιτέρω, από όσα ειπώθηκαν πιο πάνω για τα όσα έλεγε ο Χ1 στην τρίτη κατηγορούμενη Χ3 για την αιτία που έψαχνε τον Α, ουδόλως συνάγεται ότι αυτή τελούσε σε γνώση της βουλήσεως εκείνου να απαγάγει τον Α και σε κάθε περίπτωση κατά την παροχή της συνδρομής της για να επιτευχθεί η συνάντηση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ1 με τον Α στην περιοχή του Σταθμού ΗΣΑΠ .....
δεν ενήργησε με πρόθεση, ήτοι εν γνώσει και με τη θέληση της παροχής της συνδρομής αυτής στους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 για να απαγάγουν αυτόν με τη βία ή την απειλή βίας και να τον υπαγάγουν στην απόλυτη εξουσία τους. Κατ' ακολουθία, δεν συντρέχει στο πρόσωπο αυτής το υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι η με πρόθεση παροχή συνδρομής πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της απλής συνέργιας στην αρπαγή του Α, και επομένως δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη αυτή, για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως.
Ενόψει όλων όσα συνολικώς εκτέθηκαν ανωτέρω, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας ως προς όλες τις επί μέρους καταδικαστικές διατάξεις και όλων των μελών του δικαστηρίου ως προς τις απαλλακτικές διατάξεις και αφού απορριφθεί ο από τα αρθρ. 211 Α ΚΠΔ και 6 § 2 της ΕΣΔΑ ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Χ2, ότι δεν μπορεί να καταδικαστεί με μόνη την απολογία της τρίτης κατηγορουμένης Χ3, διότι δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις, ως ουσιαστικά αβάσιμος, πρέπει :
Α) να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων Ι) ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, την οποία αποφάσισε και εκτέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της αρπαγής από κοινού, γ) της παράνομης οπλοφορίας, και δ) της οπλοχρησίας, και II) ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 α) κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από πρόθεση της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, την οποία αποφάσισε και παρέσχε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της αρπαγής από κοινού, και γ) της παράνομης οπλοφορίας, και Β) να κηρυχθούν αθώοι των αξιόποινων πράξεων 1) ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 της οπλοχρησίας και 2) η τρίτη κατηγορούμενη Χ3 της απλής συνέργειας σε αρπαγή...".
Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ.1, 322, 46 παρ.1 ΠΚ, 1, 10, 13 και 14 του Ν.2168/1993, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα εξής: α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί, προδήλως, απλή επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως και εν προκειμένω, η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως (αντιθέτως ο πρώτος λόγος της από 1-11-2006 αιτήσεως του Χ2), β) από τη ρητή ονομαστική αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου, και της ενώπιόν του απολογίας της συγκατηγορουμένης των αναιρεσειόντων Χ3, με ειδικότερη μνεία και αντιδιαστολή προς αυτήν των αντιθέτου περιεχομένου αναγνωσθεισών περικοπών της ανακριτικής απολογίας της ίδιας, προκύπτει σαφώς ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεν ήταν δε αναγκαίο, για να υπάρχει περί αυτού βεβαιότητα και εντεύθεν να υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε η αξιολογική συσχέτιση της απολογίας αυτής με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε άλλη, πλην της ως άνω περιληφθείσης στο σκεπτικό, αιτιολόγηση γιατί δεν κρίθηκε πειστική η απολογία αυτή ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και γιατί το πόρισμα του εν λόγω Δικαστηρίου είναι αντίθετο προς αυτήν, ούτε, περαιτέρω, ήταν αναγκαίο να παρατεθεί από ποια αποδεικτικά μέσα και ιδίως από ποιες μαρτυρικές καταθέσεις προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής των αναιρεσειόντων (αντιθέτως οι τρίτος λόγος της αιτήσεως του Χ1 και τρίτος λόγος της από 10-11-2006 εκ των αιτήσεων του Χ2), γ) η "έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης" του Αστυνόμου Β' ....., με αριθ.
πρωτ. ..... του Τμήματος Εργαστηρίων της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπό τον αριθμό 14 του καταλόγου των και πρωτοδίκως αναγνωσθέντων εγγράφων, ως προς την οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα Χ2 ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν μνημονεύεται ειδικώς, καίτοι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού, ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας, με εκ τούτου συνέπεια την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αφορά στις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο εν λόγω αναιρεσείων και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται τα ανωτέρω.
Ειδικότερα, η έκθεση αυτή πραγματογνωμοσύνης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, αφορά σε ένα πιστόλι με το γεμιστήρα του, 84 αβολίδωτα φυσίγγια "κρότου-αερίων" και ένα φυσίγγιο 9 mm PARABELLUM, για τα οποία ο διενεργήσας την πραγματογνωμοσύνη αποφαίνεται ότι είναι όπλο το πρώτο και πυρομαχικά τα υπόλοιπα, τα οποία, όμως, δεν σχετίζονται με τις ως άνω πράξεις των αναιρεσειόντων, αφού, τα μεν δύο πρώτα παραδόθηκαν από τον αδελφό του θύματος, ανήκοντα στο τελευταίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, ομοίως, της από 7-3-2003 εκθέσεως κατασχέσεως του Υ/Α Ο, το δε τρίτο (φυσίγγιο) βρέθηκε μεν και κατασχέθηκε σε αυτοκίνητο που επέβαινε ο αναιρεσείων Χ2, όπως προκύπτει από την από 8-3-2003 έκθεση κατασχέσεως του Αστυνόμου Β' Π, παραδεκτώς ομοίως επισκοπούμενη, πλην για την κατοχή του φυσιγγίου αυτού δεν καταδικάσθηκε ούτε κατηγορήθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος της από 1-11-2006 αιτήσεως του Χ2, τρίτος και τέταρτος της από 10-11-2006 αιτήσεως του ιδίου, μοναδικός του ενός εκ των δικογράφων προσθέτων λόγων του ιδίου, τρίτος της αιτήσεως του Χ1 και τέταρτος της αιτήσεως του ιδίου.
Κατά το άρθρο 329 παρ.1 ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που καταχυρώνεται και με το άρθρο 93 παρ.2 του Συντάγματος, αποδεικνύεται μόνον από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του καταστήματος που έχει ορισθεί για τις συνεδριάσεις του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών" (σελ. 2) και "το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών... αφού διασκέφθηκε μυστικά, με παρούσα τη Γραμματέα... δημοσίευσε με τον Πρόεδρό του, που απήγγειλε σε δημόσια συνεδρίαση, την με αριθμό ... απόφασή του.." (σελ. 180). Επομένως ο δεύτερος λόγος της από 1-11-2006 αιτήσεως του Χ2, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών, δηλαδή όχι δημόσια", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 333 παρ. 2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Περαιτέρω, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και ότι δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "8.
Τέσσερις (4) αποδείξεις είσπραξης ενοικίου, 9. Το από 1-12-2002 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας... 19. Η από 16-4-2003 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης...". Ο κατ'αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, αν και ελλιπής, είναι εντούτοις επαρκής ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποια έγγραφα αναγνώσθηκαν, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ίδιο αυτό προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ'αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά.
Περαιτέρω, η περικοπή του σκεπτικού της αποφάσεως, που αφορά στο μάρτυρα Λ, η οποία έχει καταχωρηθεί στο κεφάλαιό του (σκεπτικό), όπου παρατίθενται τα στοιχεία στα οποία στήριξε το Δικαστήριο την κρίση του για την ενοχή του Χ2 και δι'αυτών αποκρούεται ισχυρισμός αυτού εκ των άρθρων 211 Α ΚΠοινΔ και 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, ήτοι η περικοπή "...
Βέβαια ο εν λόγω μάρτυρας, κατά την εξέτασή του στο πρωτόδικο δικαστήριο κατέθεσε αντιθέτως λέγοντας ότι "... είμαι 100% βέβαιος ότι εκείνο το βράδυ δεν ήταν ο Χ2 που βγήκε από το αυτοκίνητο ...", αναλόγου δε ύφους υπήρξε και η κατάθεσή του στο παρόν δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο, ενόψει των λοιπών στοιχείων της δικογραφίας, κρίνει ότι οι δοθείσες στο ακροατήριο δύο αυτές καταθέσεις, όντας ευθέως και κατηγορηματικά αντίθετες με την προανακριτική, είναι αναληθείς", δεν υποδηλώνει ότι λήφθηκε υπόψη ολόκληρη η μη αναγνωσθείσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Λ αλλά μόνον κατά το μέρος που αυτή αναφέρεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, ήτοι των περικοπών της που αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως και έχουν καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά, μη συναγομένου του αντιθέτου από το γεγονός ότι, σε άλλο σημείο του σκεπτικού, η αναφορά σε περικοπή μαρτυρικής καταθέσεως γίνεται με τη χρήση της λέξεως "περικοπή".
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ, πέμπτος (τελευταίος) της αιτήσεως του Χ1 και πέμπτος (τελευταίος) της από 10-11-2006 αιτήσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της παραβιάσεως των αρχών της προφορικότητας και της κατ'αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, επειδή λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω τρία έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, κατά τους αναιρεσείοντες, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος του ετέρου εκ των συνεκδικαζομένων δικογράφων πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του Χ2 με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα επειδή λήφθηκε υπόψη ολόκληρη η, μη αναγνωσθείσα στο σύνολό της, προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Λ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 339 παρ.2 εδ.γ'ΚΠοινΔ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών, των ενόρκων, των συνηγόρων, των μαρτύρων, των κατηγορουμένων και σε όσες περιπτώσεις, ορίζει αυτός ο Κώδικας". Τέτοιες περιπτώσεις που ορίζονται στον ΚΠοινΔ είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 375 παρ.3 κατά το οποίο, σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο (Εφετείο) μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά και από το άρθρο 402, κατά το οποίο "οι διατάξεις των άρθρων 375 και 376 εφαρμόζονται και στη διαδικασία του μικτού ορκωτού δικαστηρίου για κακούργημα.
Η διακοπή της δίκης δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τρεις ημέρες". Από το συνδυασμό των δύο τελευταίων διατάξεων προκύπτει ότι η διακοπή των συνεδριάσεων του Εφετείου που δικάζει κακούργημα, άρα και του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, διατάσσεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από το άρθρο 375 παρ.3, το οποίο προνοεί ειδικώς για τη διακοπή της δίκης στο Εφετείο, και όχι το άρθρο 402, το οποίο ευρίσκει πεδίο εφαρμογής στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, που δικάζει σε πρώτο βαθμό, δηλαδή διατάσσεται για μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά και χωρίς να απαιτείται η προς τούτο συνδρομή άλλης προϋποθέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συζήτηση της υποθέσεως στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, η οποία άρχισε στις 10-3-2006, διακόπηκε διαδοχικώς για τις 24-3-2006, 29-3-2006, 4-4-2006, 12-4-2006, 14-4-2006, 19-4-2006 και 2-5-2006. Οι διακοπές αυτές, οι οποίες έγιναν όλες για επιτρεπόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ.3 ΚΠοινΔ, χρονικό διάστημα, αφού καμία δεν υπερέβη τις 30 ημέρες, ανακοινώθηκαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση σε όλους τους παράγοντες της δίκης.
Το αναγραφόμενο στα πρακτικά, προκειμένου για κάθε διακοπή, ότι "ο Πρόεδρος διέκοψε τη συνεδρίαση για τις..." έχει την πρόδηλη έννοια ότι ο Πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, ασκώντας την από το ως άνω άρθρο 339 παρ.2 εδ.γ' ΚΠοινΔ εξουσία του, ανακοίνωσε εκείνο που το Δικαστήριο είχε αποφασίσει, δηλαδή τη διακοπή κάθε φορά της συζητήσεως για τις ως άνω χρονολογίες, κατά τις οποίες, μάλιστα, όπως περαιτέρω προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, οι κατηγορούμενοι επανήλθαν στην αίθουσα του δικαστηρίου και η δίκη συνεχίσθηκε χωρίς να διατυπωθεί καμία αντίρρηση από κανένα για τη διάρκεια της κάθε διακοπής και τη συνέχιση της δίκης.
Με τις κατά τα προεκτεθέντα γενόμενες διακοπές και συνέχιση της δίκης μετά από αυτές, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα Χ2 με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του ετέρου ως άνω δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν υπέπεσε σε καμία από τις πλημμέλειες που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ, ούτε επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών υπερέβη την εξουσία του θετικώς και αρνητικώς, με το να διακόψει ανεπίτρεπτα τη δίκη για χρονικό διάστημα πέραν του οριζομένου στο άρθρο 402 ΚΠοινΔ των τριών ημερών και χωρίς να αναφέρει τους λόγους των διακοπών αυτών και με το να μη διατάξει αυτό, αλλά ο διευθύνων τη συζήτηση, τις εν λόγω διακοπές και, περαιτέρω, ότι επήλθε ακυρότητα κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ.1 περ.α' ΚΠοινΔ και ιδρύθηκε έτσι ο κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως από τη μη εκ νέου συγκρότηση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, όπως έπρεπε, μετά από κάθε μεγαλύτερη των τριών ημερών διακοπή της δίκης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Με τον πέμπτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο του ως άνω δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του Χ2, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων που εφήρμοσε, λόγω αντιφάσεως μεταξύ τους, κατά τον εν λόγω αναιρεσείοντα, των επισημαινομένων παραδοχών του σκεπτικού και του διατακτικού της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στερούν την απόφαση νόμιμης βάσεως.
Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι 1) Από την παραδοχή του σκεπτικού ότι "... η όλη επιχείρηση αρπαγής και δολοφονίας του Α ... γύρω στις 01.30' της 4-3-2003 είχε ολοκληρωθεί" και το συνδυασμό της προς τη διάταξη του διατακτικού, κατά την οποία ο ανωτέρω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος άμεσης συνέργειας στην ανθρωποκτονία του Α, διότι "...
στο αμέσως μετά την 01.30' της 4-3-2003 χρονικό διάστημα, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον Χ1 ...", δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα της συγκεκριμένης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ2, καθόσον από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού και ιδίως από την αναλυτική περιγραφή σ'αυτό των κατ'ιδίαν συμβάντων και την ακρίβεια, μέχρι δευτερολέπτου, του χρονικού προσδιορισμού τους, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις των κατηγορουμένων είχαν όλες ολοκληρωθεί την 01.30 ώρα της 4-3-2003, η δε φράση στην άνω διάταξη του διατακτικού ότι έλαβε χώρα άμεση συνδρομή του Χ2 στην τελεσθείσα από τον Χ1 ανθρωποκτονία αμέσως μετά την 01.30' ώρα της 4-3-2003 οφείλεται σε προφανή παραδρομή, ακόμη περισσότερο, μάλιστα, αφού δεν νοείται άμεση συνέργεια μετά την τέλεση της πράξεως, 2) Η παραδοχή του σκεπτικού ότι ο Χ2 "...
παραλήφθηκε κατά τα πρώτα λεπτά της 4-3-2003 σε κάποιο σημείο της διαδρομής (εννοείται από Λ. ..... προς ..... 0 από τον Χ1 και επιβιβάσθηκε στη Mercedes ..." δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή του ίδιου σκεπτικού ότι ο αυτός "... κατά το χρονικό διάστημα από 23.38' της 3-3-2003 έως 00.31' της 4-3-2003 έκανε πέντε τηλεφωνικές κλήσεις στον ...
Χ1 ... για να συνεννοηθούν για το σημείο όπου έπρεπε να μεταβεί ο Χ2 για να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο Mercedes που οδηγούσε ο Χ1 ...", καθόσον η πρώτη δεν σημαίνει ότι ο Χ2 επιβιβάστηκε στη Mercedes και ήταν μαζί με τον Χ1 από 24.00 ώρας της 3-3-2003 και άρα δεν νοούνται τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους μέχρι την 00.31 ώρα της 4-3-2003, όπως αυτός αντιθέτως υποστηρίζει, τούτο δε διότι δεν αποκλείεται η υπαγωγή στην έννοια της φράσεως "πρώτα λεπτά της 4-3-2003" που περιέχεται στην πρώτη ως άνω παραδοχή και των 31 πρώτων λεπτών της 4-3-2003, 3) Η ίδια ως άνω πρώτη παραδοχή δεν είναι αντιφατική ούτε προς την παραδοχή του ίδιου σκεπτικού ότι "...
είναι δεδομένο από τις οικείες αναλυτικές καταστάσεις της εταιρίας Telestet στην οποία ανήκε η τηλεφωνική σύνδεση ... του Χ2, ότι αυτός κατά το διάστημα από 00.30' έως 00.50' της 4-3-2003 κάλεσε στο κινητό του δύο φορές και μίλησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ1, ενώ έως την 01.00 είχε κληθεί και καλέσει στο τηλέφωνο το ίδιο πρόσωπο άλλες δύο φορές", διότι με τις εν λόγω παραδοχές δεν έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες είχαν μεταξύ τους τέσσερις τηλεφωνικές επικοινωνίες σε χρόνους που ευρίσκοντο μαζί εντός του αυτοκινήτου Mercedes, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων Χ2, αφού οι μεν δύο πρώτες από τις επικοινωνίες αυτές, που φέρονται στην ανωτέρω παραδοχή ότι έγιναν από 00.30 έως 00.50 της 4-3-2003 δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι έγιναν από 00.30' ως 00.31 (διάστημα που περιλαμβάνεται στο από 00.30' έως 00.50' όμοιο), κατά το οποίο οι δύο αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, δεν ήταν ακόμα μαζί, οι δε δύο άλλες επικοινωνίες, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, επίσης, ότι είναι εκείνες που, σύμφωνα με άλλη παραδοχή του σκεπτικού, έγιναν μεταξύ των αναιρεσειόντων περί ώρα 00.54,51 και 00.57 της 4-3-2003 όταν ο Χ1 είχε εξέλθει του αυτοκινήτου Mercedes, μετά την άφιξη τούτου περί ώρα 00.52 της 4-3-2003 στο κέντρο .....
και ευρίσκετο εντός του κέντρου αυτού με την (αθωωθείσα) συγκατηγορουμένη του Χ3, όπου και παρέμεινε μέχρι ώρας 1.10' της 4-3-2003, 4) η ίδια αμέσως ανωτέρω παραδοχή περί των τεσσάρων τηλεφωνημάτων δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή του ίδιου σκεπτικού ότι "... κατά το διάστημα από 00.32 έως 00.54 της 4-3-2003 ... δεν υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κατηγορουμένου (εννοούνται οι αναιρεσείοντες), διότι αυτή δεν ήταν απαραίτητη αφού τα δύο αυτά πρόσωπα βρίσκονταν μαζί στο αυτοκίνητο Mercedes και μπορούσαν να συννενοηθούν εκεί για ο,τιδήποτε ...", καθόσον, ενόψει του αμέσως ανωτέρω αναφερθέντος χρονικού προσδιορισμού των τεσσάρων τηλεφωνημάτων, τα εν λόγω τηλεφωνήματα δεν εμπίπτουν στο διάστημα από 00.32 έως 00.54 της 4-3-2003 και 5) η παραδοχή του σκεπτικού ότι οι αναιρεσείοντες, μετά τη δολοφονία του Α "...
επέστρεψαν στη Μercedes και επιβιβάστηκαν σε αυτή, με οδηγό δε και πάλι τον Χ1 απομακρύνθηκαν από τον τόπο της δολοφονίας του Α χωρίς να αποκομίσουν το πτώμα του, για την απόκρυψη και την εξαφάνιση του οποίου φαίνεται πως επιλήφθηκαν μετά την αναχώρηση των ανωτέρω συμμετόχων οι επιβάτες των άλλων δύο αυτοκινήτων Peugeot και AUDI ή BMW που δεν ακολούθησαν τη Μercedes κατά την αναχώρησή της...", δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή του ίδιου σκεπτικού ότι οι αναιρεσείοντες είχαν μεταξύ τους πολλαπλές τηλεφωνικές επικοινωνίες μετά τη δολοφονία του Α και μεταξύ αυτών "με κλήση από τον Χ2 στις 01.47', ...", καθόσον με την πρώτη από της παραδοχές αυτές δεν γίνεται δεκτό και ότι οι αναιρεσείοντες παρέμειναν μαζί μετά την απομάκρυνσή τους από τον τόπο της δολοφονίας (στις 1.30 της 4-3-2003 κατά τις λοιπές παραδοχές του σκεπτικού) μέχρι και την 01.47 ώρα της 4-3-2003.
Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και αφού σημειωθεί, σε σχέση με τα αντιθέτως προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα Χ2 (με τον πέμπτο λόγο της από 10-11-2006 αιτήσεώς του και τον μοναδικό λόγο του ενός εκ των δικογράφων προσθέτων λόγων αναιρέσεως), ότι από καμία διάταξη νόμου ή συνταγματική αρχή δεν επιβάλλεται στο δικαστήριο να ερμηνεύει το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία τούτου στην οποία προέβη με προηγούμενες αποφάσεις του, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 και τις από 1 Νοεμβρίου 2006 και 10 Νοεμβρίου 2006 αιτήσεις του Χ2, όπως οι δεύτερες διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 142, 143, 172, 199, 200, 204, 205, 206, 206 α/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (200) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ