Legislator Case Law & Legislation
252/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to insufficient reasoning regarding mental capacity and will defect in wills.

Case Number 252/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the Third Instance Court of Evia's final decision confirming the appellant as sole heir. The appellants argued the lower court violated substantive law by failing to properly address the testator's mental incapacity and will defect. The court found the appeal inadmissible because the lower court's reasoning was vague and did not sufficiently detail the factual basis for its conclusion on the testator's capacity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is insufficient to demonstrate the violation of substantive law, requiring a clear exposition of the factual premises and contradictory arguments relied upon.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning mental capacity will defect substantive law violation admissibility of appeal heir confirmation testamentary capacity

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1719(3) of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 252 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 3 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΩΝ: 1) Π. Τ. του Γ. και της Π. χήρας Γ. Σ. , 2) Μ. Κ. του Γ. και της Π. , κατοίκων ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαλαματένια Ρήγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Κ. Μ. του Π. και της Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάππο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, το οποίο εξέδωσε την 136/2020 απόφασή του με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2022 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 278/2023 του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-7-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-7-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 278/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 4-5-2022 (αριθμ. καταθ. .../2022) έφεση των αναιρεσειουσών, κατά της υπ' αριθμ. 5/2022 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που έκανε δεκτή την από 21-11-2018 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, αναγνώρισε αυτόν αποκλειστικό κληρονόμο του Π. Μ. του Κ. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του καθώς και την υποχρέωση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειουσών να αποδώσουν σε αυτόν τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. , το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο (δικόγραφο) της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.382/2025).

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και σε ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικά, στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνεται η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 16/2023, Α.Π. 1559/2022), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ, αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχόμενα το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (Α.Π. 348/2023, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 892/2019).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων, τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν ή δεν αποδείχτηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στον νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Α.Π.Ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (Α.Π.Ολ. 28/1998).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώστηκε από την πλημμέλεια, επιπλέον δε να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. (Α.Π.Ολ. 11/2017, Α.Π.Ολ. 1/2016, Α.Π.Ολ. 27/1998, Α.Π. 1559/2022).

Επιπροσθέτως, στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.

β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 109/2020).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) Τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1554/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 70/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. , ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) Η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 16/2023, Α.Π. 11/2023, Α.Π.1230/2014).

Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Και τούτο διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 38/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης και με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται από τις αναιρεσείουσες στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 Α.Κ. , και κατέληξε στο ως άνω δυσμενές για τις ίδιες συμπέρασμα, ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης των ένδικων δημόσιων διαθηκών ήταν ανίκανος να συντάξει αυτές, ευρισκόμενος σε διανοητική διαταραχή (άνοια) που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του υποστηρίζουσες ειδικότερα ότι εσφαλμένα θεώρησε αρκετή τη διάγνωση περί αρχόμενης άνοιας για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης και για την υπαγωγή της ως πραγματικού περιστατικού στη διάταξη αυτή, ενώ η αρχόμενη άνοια δεν αρκεί για την εφαρμογή της.

Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου, μη αρκούσης της μνείας αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν των αναιρεσειουσών, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Με τον ίδιο, δεύτερο, λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 Α.Κ. , δεχόμενο ειδικότερα ότι "...

η ενέργεια του διαθέτη να εγκαταστήσει ως κληρονόμο του ένα άτομο που γνώριζε για ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν κρίνεται λογική με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί σημαντικής μείωσης της ικανότητάς του για αντικειμενικό έλεγχο της προσωπικότητάς του και διαταραχής της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκη ...

η συγκεκριμένη ιατρική βεβαίωση συντάχθηκε μετά από μια και μοναδική επίσκεψη εκείνου στην ως άνω ιατρό, ενώ η Διευθύντρια Ε.Σ.Υ. του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου "Δρομοκαΐτειο", ... η οποία εξέδωσε τα από 06-04-2015 και 18-03-2019 ιατρικά πιστοποιητικά, βεβαιώνει ότι ο ασθενής εξετάστηκε τρεις (3) φορές, δηλαδή τους μήνες Φεβρουάριο του επόμενου έτους 2014 στα Εξωτερικά Ιατρεία του ανωτέρω νοσηλευτικού ιδρύματος, από το οποίο συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι ιατροί εκεί αφιέρωσαν εκ των πραγμάτων περισσότερο χρόνο για παρακολούθησή του, προκειμένου να προβούν σε ασφαλέστερη διάγνωση, ειδικά για μια πάθηση που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι εκ της φύσεώς της πάντα εύκολα διαγνώσιμη... .

Η ως άνω νοητική κατάσταση του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης των προαναφερομένων διαθηκών δεν αναιρείται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες ένορκες βεβαιώσεις από πλευράς των εναγομένων και ειδικότερα η μάρτυρας Ε. Κ. (η οποία μάλιστα ήταν μία εκ των μαρτύρων, που παρέστησαν κατ' άρθρο 1724 ΑΚ κατά τη σύνταξη της από 04-10-2017 δημόσιας διαθήκης του), η οποία διατηρούσε κρεοπωλείο από το οποίο προέβαινε σε αγορές ο διαθέτης, καταθέτει ότι ο τελευταίος είχε σώας τας φρένας και συμπεριφερόταν απολύτως λογικά, όταν μετέβαινε σε αυτό, ενώ ο μάρτυρας Ι.

Τ. , αρτοποιός, στου οποίου το κατάστημα επίσης ο θανών συνήθιζε να αγοράζει διάφορα αρτοποιήματα, κατέθεσε μεταξύ των άλλων, ότι ο τελευταίος δεν είχε κανένα διανοητικό πρόβλημα ή άλλο πρόβλημα ψυχικής υγείας. Ωστόσο όμως, οι ως άνω μάρτυρες είχαν μια απλή συναλλακτική σχέση με το θανόντα, η οποία εκτυλισσόταν σε ένα συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο, όχι πρόσφορο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων περί της διανοητικής ή ψυχικής κατάστασης ενός πελάτη, καθώς η σχέση αυτή είναι περιορισμένη χρονικά, επιτρέποντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα για την εξυπηρέτηση του πελάτη", ενώ ανάλογη κρίση εξέφρασε το Εφετείο σχετικά με την αδυναμία εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων και ως προς την ένορκη βεβαίωση του Ι.

Τ. δεχόμενο ότι "...πέραν των περιστασιακών συνομιλιών στο πλαίσιο της κοινωνικής σχέσης του μάρτυρα με τον διαθέτη, για πολύ λίγο χρόνο, χωρίς να μπορούν να διαπιστωθούν οι νοητικές λειτουργίες εκείνου, οι οποίες (συνομιλίες) δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος περί της διανοητικής-ψυχικής κατάστασης του διαθέτη... .".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβίασε το Εφετείο, αφού τα αναφερόμενα, ως άνω, δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας κατά την προεκτεθείσα έννοια, σε κάθε δε περίπτωση, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη και για τον λόγο ότι, υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 814/2022, Α.Π. 336/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε εκ του πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 Α.Κ. διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ακυρότητας των επίμαχων διαθηκών, λόγω της ύπαρξης στο πρόσωπο του διαθέτη κατά τον χρόνο σύνταξής τους ψυχικής - διανοητικής διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό του οικείου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν διαλαμβάνονται, πέραν του παραβιασθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του Δικαστηρίου για την ακυρότητα των ένδικων διαθηκών, λόγω ανικανότητας του διαθέτη κατά τον επίμαχο χρόνο προς σύνταξης τους, υπό τις οποίες συντελέστηκε η εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε εξάλλου εξειδικεύεται ποίες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται σε αυτήν, σε τι συνίσταται η αντίφαση, επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών και από ποία αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγου αναίρεσης, χωρίς να αρκεί, εν προκειμένω, η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή των αναιρεσειουσών για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ως άνω πλημμέλειας, αλλά, αντίθετα, έπρεπε να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχτηκε και κατέληξε στο ως άνω δυσμενές για τις αναιρεσείουσες συμπέρασμα.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ