Supreme Court dismisses appeal on access road case, rejecting arguments that lower court erred in assessing property necessity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance regarding a mandatory access road dispute. The appellant argued the lower court incorrectly prioritized a neighbor's property with construction difficulties over the appellant's urban plot, violating substantive law criteria. The court rejected these claims as legally unfounded and procedurally inadmissible, noting they merely repeated arguments already presented to the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1012 of the Civil Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's assessment of the necessity and suitability of an access route is a factual evaluation that cannot be overturned on appeal if supported by sufficient reasoning, even if the parties disagree with the specific criteria applied.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 252 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 252/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Ε. και της Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κεφάλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Ε. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζαχαρούλα Καλύβα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις.../2020 μη οριστική.../2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I).Με την κρινόμενη από 21-4-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ..../2023 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 5...
παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς την από 12-7-2019 (αριθμ. καταθ. .../2019) αγωγή αναγκαστικής παροχής διόδου για το περιγραφόμενο ακίνητό της, επειδή αυτό ήταν περίκλειστο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ.../2020 μη οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου που διέταξε τη διενέργεια αυτοψίας.
Μετά τη διενέργεια της αυτοψίας και την επίσπευση της συζήτησης από την ενάγουσα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.../2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...ς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 8-4-2021 (αριθμ. καταθ.../2021) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ...95, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
II) Κατά το άρθρο 1012 Α.Κ. αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε το άρθρο 1013 ΑΚ η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, στις οποίες αναφέρονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον κύριο ακινήτου αποκλεισμένου από το δρόμο το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο προς το δρόμο, συνάγονται πλην άλλων τα εξής: 1) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αλλά και εκείνο του οποίου μπορεί μεν να επιτευχθεί η επικοινωνία, αλλά απαιτούνται γι' αυτό μεγάλα τεχνικά έργα και υπερβολικές δαπάνες δυσανάλογες προς την αξία της ιδιοκτησίας, ή όταν το έδαφος του δρόμου δια μέσου του οποίου το ακίνητο επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο, παρουσιάζει τέτοια κλίση ώστε να είναι αδύνατη και επικίνδυνη η διάβαση ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό, ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου (Α.Π...25/2023, ΑΠ 9.../2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018, ΑΠ 829/2017), 2) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού, ωφέλεια δε πέραν από τα όρια αυτά που αφορά απλώς και μόνον ιδιότροπη προσωπική επιθυμία του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου ή επιθυμία του για μεγαλύτερη άνεση ή εξοικονόμηση όχι δυσανάλογης δαπάνης, δεν λαμβάνεται υπόψη.
Η απαίτηση και η παροχή της διόδου δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της ουσίας των γειτόνων, που αποτελεί γενικό κριτήριο για την οριοθέτηση της σχετικής υποχρέωσής τους, 3) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει αυτή να ακολουθεί, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει και κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 442/2021, ΑΠ 121/2018), 4) ότι ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στον κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία, που προξενείται στον τελευταίο από την παροχή της διόδου κατά τις γενικές διατάξεις (298 ΑΚ).
Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν και περιλαμβάνει ειδικότερα τη μείωση καθ' εαυτήν της αξίας του γειτονικού ακινήτου, που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κλπ.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η αγωγή για την παροχή διόδου ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος και το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δρόμου, αν δε μεσολαβούν περισσότερα ακίνητα απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι το δικαίωμα της οιονεί νομής δουλείας διόδου, προς εξυπηρέτηση περίκλειστου ακινήτου, δεν προϋποθέτει όμορο ακίνητο, σε παρόδιο ακίνητο, αλλά μπορεί να παρεμβάλλεται, μεταξύ του πρώτου (περίκλειστου) και του δρόμου και μόνο, άλλο περίκλειστο ακίνητο, που ενδεχομένως να βαρύνεται ήδη με άλλη δουλεία διόδου. (ΑΠ 829/2017).
Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δρόμοι με τους οποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο, παρεχόμενη κατά τις παραπάνω διατάξεις, ο τελευταίος δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων.
Στην περίπτωση αυτή απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα, δηλαδή την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου ( Α.Π...25/2023, ΑΠ 9.../2022, ΑΠ 442/2021, ΑΠ 1149/2018).
Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 1015 ΑΚ, αν εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου αποκόπηκε η συγκοινωνία προς το δρόμο του μέρους που εκποιήθηκε ή του μέρους που απέμεινε, έχει υποχρέωση να παράσχει δίοδο ο κύριος του μέρους από όπου γινόταν έως τώρα η συγκοινωνία. Με την εκποίηση μέρους εξομοιώνεται και η εκποίηση ενός από περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στον ίδιο κύριο.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1015 ΑΚ αναφέρεται στην περίπτωση που λόγω εκποίησης μέρους του ακινήτου, το μέρος που εκποιήθηκε ή απέμεινε έχασε την επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, αυτός που αποστερήθηκε τη δίοδο λόγω της εκποίησης δεν έχει την κατ' αρθρ. 1012 ΑΚ αξίωση κατ' άλλων γειτόνων, αλλά αξίωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1015 Α.Κ.
κατά του κυρίου του ακινήτου, μέσω του οποίου γινόταν μέχρι τώρα η επικοινωνία με το δημόσιο δρόμο (Α.Π. 30/2008). Αυτό ισχύει, διότι ο νομοθέτης θέλησε το βάρος της χορήγησης της διόδου να το φέρει και στο μέλλον το ίδιο ακίνητο, το οποίο το έφερε κατά το παρελθόν (Α.Π. 30/2008). Σημειώνεται ότι στη ρύθμιση αυτή (1015 Α.Κ.) υπάγονται μεν οι καθολικοί διάδοχοι των συμβληθέντων, όχι όμως και οι μετά την εκποίηση ειδικοί διάδοχοι των ανωτέρω προσώπων, οι οποίοι ως τρίτοι, μη μετασχόντες στην εκποιητική αυτή δικαιοπραξία, θεωρούνται ξένοι προς το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 1015 του Α.Κ.
και επομένως αυτοί δικαιούνται να αξιώσουν την παροχή διόδου μόνο κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 1012 του Α.Κ. Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε το πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, Α.Π...77/2024, ΑΠ 214/2021).
Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 5...
παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 920/2021). III)Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 5... παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. .../2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2-7-1975 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου ...ς, Νικόλαου Οικονομόπουλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυπλήνης στον τόμο ...
και με α.311, η ενάγουσα κατέστη κύρια ενός αγροτεμαχίου έκτασης 333 τ.μ. (κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο), που βρίσκεται εντός του οικισμού Άνω Χάλικα ...ς Λέσβου, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ ... Το ακίνητο αυτό, κατά τον τίτλο κτήσης του, συνορεύει γύρωθεν επί πλευράς μήκους 8,10 μ με ιδιοκτησία ..., 43 μ με ιδιοκτησία Γ., επί πλευράς μήκους 8,10 μ με ιδιοκτησία Γ.
και επί πλευράς 43μ με ιδιοκτησία Μ., κατά δε το συνημμένο στην αγωγή από 4-10-2018 τοπογραφικό διάγραμμα συνορεύει βόρεια σε μήκος 8,17 τμ με ιδιοκτησία Θ. ..., δυτικά σε μήκος 42,12 τμ ιδιοκτησία Γ., νότια σε μήκος 9,24 τμ με ιδιοκτησία Β. και ανατολικά σε μήκος 64,15 μ με ιδιοκτησία εναγομένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι κύριος όμορου ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 563 τμ (κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο), το οποίο περιήλθε στον ίδιο δυνάμει του υπ' αριθμ...2.../2013 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου ...ς Πέρσας Αβαγιάννη, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό Γραφείο ...ς με αριθμό 1154/3-9-2013 και έλαβε ΚΑΕΚ ...
Εντός του ανωτέρω ακινήτου υφίστατο μια ερειπωμένη ισόγεια οικία, η οποία κατεδαφίστηκε το έτος 2014, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1/2014 άδειας δόμησης του Δήμου Λέσβου, ενώ στις 23-7-2018 ξεκίνησε εργασίες εκσκαφών προκειμένου να προβεί σε ανέγερση διώροφης κατοικίας με υπόγειο (βλ.την υπ' αριθμ. 77/19-12-2016 έγκριση δόμησης του Τμήματος έκδοσης αδειών της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Λέσβου και την υπ' αριθμ...0/22-12-2016 άδεια δόμησης της ιδίας Υπηρεσίας).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ακίνητο της ενάγουσας είναι περίκλειστο, κατά την έννοια του νόμου........., διότι στερείται παντελώς και από όλες τις πλευρές της αναγκαίας αυτόνομης διόδου προς την δημοτική οδό και ως τμήμα ευρύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου μητέρας της ενάγουσας, συνολικού εμβαδού 526 τμ, το οποίο κατατμήθηκε και η δικαιοπάροχος Δ.
Β. προχώρησε στην σύναψη του υπ' αριθμ. .../1975 συμβολαίου δωρεάς ακινήτου και προς τον σύζυγο της έτερης θυγατέρα της Στυλιανής, Θεόδωρο ..., ως προίκα, τα οποία δύο ακίνητα (της ενάγουσας και του συζύγου της αδελφής της) ήταν "αδελφομοίρια", κατά την τοπική διάλεκτο, εξυπηρετεί τις οδικές ανάγκες του διαμέσου του ακινήτου ..., γεγονός που αφενός αποδεικνύεται από τον προσαρτώμενο στο υπ' αριθμ. .../1975 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που καταδεικνύει την εν τοις πράγμασι δυνατότητα εξυπηρέτησης του ακινήτου της ενάγουσας, παρότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο έχει διαγράφει η σχετική πρόβλεψη περί σύστασης δουλείας διόδου στην δεύτερη σελίδα του δεύτερου φύλλου αυτού, αφετέρου συνάδει με τους κανόνες της λογικής, δοθέντος ότι το ακίνητο ...
έχει πρόσοψη στον δρόμο, με συνέπεια να καθίσταται περιττή η διέλευση μέσω όμορου ακινήτου. Προσέτι και όπως προέκυψε από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...ς (ασφαλιστικά μέτρα νομής) και της επ' αυτής ασκηθείσα έφεση επί της οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, οι οποίες εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 580/2016), ούτε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, αλλά ούτε και η ίδια η ενάγουσα διέρχονταν ουδέποτε συστηματικά και με διάνοια δουλειούχου από το ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου, παρά μόνο προέβαιναν σε περιστασιακή διέλευση από αυτό, αφενός λόγω της πυκνής βλάστησης που υφίστατο μέσα στο ακίνητο του εναγομένου εξαιτίας εγκατάλειψης (βλ.
και τις σχετικώς προσκομισθείσες φωτογραφίες του έτους 2013) που δημιουργούσε εμπόδια, αφετέρου λόγω της ύπαρξης αναβαθμίδων και μονοπατιού που διατρέχει όλη την ιδιοκτησία της ενάγουσας, που διευκόλυναν την σύνδεση του ακινήτου της με το ακίνητο ... και την εξυπηρέτηση της ενάγουσας διαμέσου αυτού. Η ενάγουσα ζητά να της παρασχεθεί δίοδος προς ανατολάς κατ' αρχήν και προς βορρά στην συνέχεια μέσω του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου του εναγομένου, η οποία είναι αναγκαία για την εκμετάλλευση και την χρησιμοποίηση του ακινήτου της σύμφωνα με τον προορισμό του.
Ειδικότερα, η ενάγουσα ζητά να της παρασχεθεί δίοδος, η οποία θα διέρχεται μέσα από το ακίνητο του εναγομένου, συνολικού εμβαδού 81,03 τμ, μήκους 3,01 τμ ως σημείο εισόδου μετά στοιχεία Ε1-Ζ1, σε μερικώς ανηφορικό με μικρή κλίση έδαφος και σε μήκος 26,95τμ με σημείο εξόδου Β-Χ6, όπως αυτή αποτυπώνεται στο επισυναφθέν στην υπό κρίση αγωγή από 4-10-2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Τ.. Σύμφωνα δε, με την υπ' αριθμ. .../2020 διενεργηθείσα αυτοψία της Ειρηνοδίκου ...ς Ζ. Ζ., το ακίνητο του εναγόμενου έχει πρόσοψη 7,5 μ και κατά μήκος της νότιας πλευράς αυτού υπάρχει συρματόπλεξη σε ευθεία γραμμή. Η αιτούμενη δίοδος αρχίζει από τον δρόμο που εφάπτεται της ανατολικής πλευράς του ακινήτου του εναγομένου και καταλήγει στο νοτιοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Πέρα από την παραπάνω δίοδο, η οποία είναι αυτή που αιτείται η ενάγουσα να της παραχωρηθεί, δυνατή είναι η δίοδος του ακινήτου της προς τον διερχόμενο δημοτικό δρόμο και μέσω άλλων γειτονικών ακινήτων, την οποία ο εναγόμενος νομίμως κατ' ένσταση πρότεινε ενώπιον, του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την οποία ένσταση επαναφέρει με τις προτάσεις του και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, είναι δυνατή η πρόσβαση από το ακίνητο της ενάγουσας προς τον δημόσιο δρόμο, μέσω διόδου που διαπερνά το ακίνητο ..., στο οποίο όπως προέκυψε και από τα πορίσματα της αυτοψίας υπάρχει κτίσμα, το έδαφος του είναι επικλινές και υπάρχουν αναβαθμίδες, καθώς και πόρτα που συνδέει τα δύο αυτά ακίνητα.
Την ύπαρξη διόδου έξαλλου συνομολογεί και η ίδια η ενάγουσα με τις προτάσεις της ενώπιον των Δικαστηρίων αμφοτέρων βαθμών, ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η ανωτέρω δίοδος δεν είναι επαρκής για να καλύψει τις ανάγκες της ιδιοκτησίας της τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς αφενός όπως η ίδια εκθέτει τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοί της χρησιμοποιούν ανέκαθεν το συγκεκριμένο ακίνητο προς καλλιέργεια ελαιοκάρπου στο οποίου έχουν πρόσβαση είτε πεζή είτε με άλογο κατά το παρελθόν (βλ.
σελίδα 2 κατατεθείσας προσθήκης- αντίκρουσης της ενάγουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου "λόγω της μικρής απόστασης και της ελαφριάς κλίσης του εδάφους, δεν ήταν αναγκαία η είσοδός στο ακίνητό μου εποχούμενοι"), ενώ σήμερα όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα από τον εναγόμενο φωτογραφία την οποία δεν αμφισβήτησε, διατηρεί στο υπό κρίση ακίνητο, σε περιφραγμένο χώρο σκυλιά τα οποία φροντίζει, αφετέρου ο ισχυρισμός της περί πρόθεσης ανοικοδόμησης επί του ακινήτου τυγχάνει επίσης απορριπτέος, καθώς από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι η ίδια έχει προβεί σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική προς τούτο ενέργεια, π.χ με την έκδοση οικοδομικής άδειας.
Αποδεικνύεται δε, ότι η εν λόγω δίοδος, αν και έχει μεγαλύτερο μήκος, σε αντίθεση με την αιτούμενη δίοδο μέσω του ακινήτου του εναγόμενου, που είναι πιο σύντομη, είναι προσφορότερη, καθώς είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια για τα προαναφερόμενα ακίνητα. Ειδικότερα, η προτεινόμενη από την ενάγουσα δίοδος είναι μεν συντομότερη αυτής που υποδεικνύει ο εναγόμενος, παράλληλα όμως είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητο του εναγόμενου, διότι με τη χάραξη της διόδου αυτής πλάτους 3μ, επί προσόψεως του ακινήτου 7,8 μ, το εναπομείναν μέρος αυτού καθιστά ανέφικτη την κατασκευή της αδειοδοτηθείσας κατά τα προαναφερόμενα διώροφης κατοικίας του εναγόμενου με θέση στάθμευσης, αφού θα μειώσει ουσιωδώς την πρόσοψή του προς τον δημόσιο δρόμο, μειώνοντας κατ' επέκταση και την αξία του.
Αντίθετα, η υποδεικνυόμενη από τον εναγόμενο δίοδος μέσω της ιδιοκτησίας ... είναι πλέον πρόσφορη και λιγότερο επαχθής γι' αυτούς. Και τούτο, διότι υπάρχει δυνατότητα διαπλάτυνσης της υφιστάμενης διόδου η οποία ανέρχεται σήμερα σε 1,64 τμ, πλάτος επαρκές για την κάλυψη των υπαρχουσών αναγκών του ακινήτου κατά τα προεκτεθέντα, αφού διέρχονται από αυτό μόνο πεζή, σε κάθε δε περίπτωση υφίσταται και δυνατότητα διαπλάτυνσης αυτού με την παραχώρηση από την ιδιοκτησία ... 0,55 τμ από το τέλος της διόδου και 0,35 τμ από την αρχή αυτής επί της δημοτικής οδού, ώστε να έχει η οδός τελικό πλάτος 3μ, χωρίς να ζημιωθεί ουσιωδώς το ακίνητο αυτό κατά την από 23-9-2019 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κ.
Κ. που προσκομίζει ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός περί ύπαρξης κτισμάτων εντός του ακινήτου ... που εμποδίζουν την πιθανή διαπλάτυνση, που αναφέρεται στην από 9-11-2018 τεχνική έκθεση του μηχανικού Π. Τ. που προσκομίζει η ενάγουσα, δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το παρόν Δικαστήριο, καθώς πάσχει αοριστίας ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης των κτισμάτων.
Ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν δύναται να υλοποιηθεί δίοδος στο ακίνητο ... λόγω των διαταραγμένων οικογενειακών σχέσεων μεταξύ τους, δεν είναι κρίσιμος, δοθέντος ότι κρίσιμο ζήτημα κατ' αρθρ. 1012 A.Κ είναι η εύρεση της αναγκαίας διόδου μεταξύ των περισσότερων γειτονικών ακινήτων που θα εξυπηρετήσει τις ενεστώσες ανάγκες του ακινήτου με κριτήριο την φύση και τον προορισμό αυτού, χωρίς να ενδιαφέρουν οι υποκειμενικές συνθήκες και οι προσωπικές επιθυμίες του ιδιοκτήτη, ενώ ταυτόχρονα θα προκαλέσει και την λιγότερη ζημία στο βαρυνόμενο ακίνητο.".
Ακολούθως απέρριψε την έφεση της ενάγουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσία αβάσιμη για το λόγο ότι υφίσταται προσφορότερη δίοδος για το ακίνητο της ενάγουσας από την αιτούμενη με την αγωγή της, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης που νόμιμα προέβαλε ο εναγόμενος πρωτοδίκως, την οποία επανέλαβε και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, ότι το περιγραφόμενο ακίνητο κυριότητας της αναιρεσείουσας, που βρίσκεται στον Οικισμό Άνω Χάλικα ...ς, είναι περίκλειστο, διότι στερείται παντελώς και από όλες τις πλευρές της αναγκαίας αυτόνομης διόδου προς τη δημοτική οδό και ως τμήμα μείζονος ακινήτου ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου μητέρας της ενάγουσας Δ.
Β., συνολικού εμβαδού 526 τ.μ., το οποίο κατατμήθηκε από την τελευταία σε δύο τμήματα, τα οποία μεταβιβάστηκαν με τα αναφερόμενα συμβόλαια δωρεάς το μεν πρώτο που έχει πρόσοψη σε δημοτική οδό, λόγω προίκας προς το σύζυγο της θυγατέρας της Στυλιανής (αδελφής της ενάγουσας) Θεόδωρο ... το δε επίδικο επίσης λόγω δωρεάς στην ενάγουσα θυγατέρα της, εξυπηρετεί τις οδικές ανάγκες του διαμέσου του ακινήτου ..., που έχει πρόσοψη στο δρόμο, με συνέπεια να καθίσταται περιττή η διέλευση μέσω ομόρου ακινήτου και ότι πέραν της αιτούμενης και περιγραφόμενης διόδου, μέσω του ομόρου ακινήτου του εναγομένου, που έχει πρόσοψη σε δημοτική οδό, είναι δυνατή η δίοδος του ακινήτου της ενάγουσας προς τον διερχόμενο δημοτικό δρόμο και μέσω άλλων γειτονικών ακινήτων, την οποία ο εναγόμενος νομίμως κατ' ένσταση προέτεινε και ειδικότερα μέσω διόδου που διαπερνά το ακίνητο ..., διαμορφωμένης με αναβαθμίδες λόγω του επικλινούς του εδάφους, καθώς και πόρτας και συνδέει τα δύο αυτά ακίνητα, την οποία και χρησιμοποιεί για την πρόσβασή στο ακίνητό της, η οποία είναι προσφορότερη και λιγότερο επαχθής και επιζήμια για τα προαναφερόμενα ακίνητα, καθόσον η αιτούμενη από την ενάγουσα δίοδος είναι μεν συντομότερη, παράλληλα όμως είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητο του εναγομένου, διότι με τη χάραξη της διόδου αυτής, πλάτους 3 μέτρων επί προσόψεως του ακινήτου 7,8 μ.
το εναπομένων μέρος αυτού καθιστά ανέφικτη την κατασκευή της αδειοδοτηθείσας διώροφης οικίας του εναγομένου με θέση στάθμευσης, αφού θα μειώσει ουσιωδώς την πρόσοψή του προς το δημόσιο δρόμο, μειώνοντας κατ' επέκταση την αξία του, σε αντίθεση με την από τον εναγόμενο υποδεικνυόμενη μέσω της προσφορότερης και λιγότερο επαχθούς ήδη υφιστάμενης μέσω της ιδιοκτησίας ...
διόδου πλάτους 1,64 μ. επαρκούς για την κάλυψη των ήδη υπαρχουσών αναγκών του ακινήτου, αφού διέρχονται από αυτό μόνο πεζή και σε κάθε περίπτωση υφισταμένης της δυνατότητας διαπλάτυνσης αυτής με την παραχώρηση από την ιδιοκτησία ... μικρού τμήματος(0,55 τ.μ. από το τέλος της διόδου και 0,35 τ.μ. από την αρχή αυτής επί της δημοτικής οδού) ώστε να έχει τελικό πλάτος 3 μ., χωρίς να ζημιωθεί ουσιωδώς το ακίνητο του τελευταίου, εφόσον δεν προέκυψε η ύπαρξη κτισμάτων που εμποδίζουν την διαπλάτυνση, ενώ απέρριψε και τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι δεν δύναται να υλοποιηθεί δίοδος στο ακίνητο ...
λόγω των διαταραγμένων οικογενειακών σχέσεων μεταξύ τους, καθώς οι υποκειμενικές συνθήκες και οι προσωπικές επιθυμίες του ιδιοκτήτη δεν αποτελούν κριτήριο για την εύρεση της αναγκαίας οδού μεταξύ των περισσοτέρων γειτονικών ακινήτων. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012,1013 και 1015 Α.Κ.
στις οποίες στηριζόταν η ως άνω βάση της αγωγής και η κατά τα παραπάνω ένσταση του εναγομένου, που αφορούν στην παροχή διόδου σε περίκλειστο ακίνητο τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματός του νομικού της συλλογισμού, ήτοι περί του ότι αφενός μεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή διόδου στο επίδικο περίκλειστο ακίνητο και αφετέρου της ύπαρξης άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου, ως προσφορότερης, καλλίτερα ανταποκρινόμενης στην οικονομική χρησιμότητα, λιγότερα επαχθούς και επιζήμιας κατά την νομίμως προταθείσα ένσταση του αναιρεσίβλητου- εναγομένου.
Ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθρων 1012,1013 και 1015 Α.Κ.) και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αιτούμενη παροχή διόδου, δια μέσου του ακινήτου του αναιρεσίβλητου είναι επαχθέστερη και περισσότερο επιζήμια της παροχής διόδου μέσω του αναφερόμενου γειτονικού ακινήτου, από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου, ως προσφορότερης, καλλίτερα ανταποκρινόμενης στην οικονομική χρησιμότητα, λιγότερα επαχθούς και επιζήμιας με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι εσφαλμένα εφάρμοσε (η προσβαλλομένη) τα κατά τις ρηθείσες διατάξεις του Α.Κ.
κριτήρια επιλογής της αναγκαίας, κατάλληλης και προσφορότερης διόδου για το περίκλειστο εντός οικισμού ακίνητό της, δεχόμενη ότι καλύπτονται οι ανάγκες του ως οικοπέδου δια της παροχής διόδου μέσω του γειτονικού ακινήτου (...), όπου υπάρχει κτίσμα, αναβαθμίδες και υψομετρική διαφορά, χωρίς δυνατότητα διαπλάτυνσης, από την οποία εξυπηρετείται μόνο ένα αγροτικό ακίνητο και όχι ένα αστικό, και την μη ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους της για ανοικοδόμηση του επιδίκου, απορρίπτοντας την αγωγή της και ότι με ανεπαρκείς ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αγνοώντας την ιδιότητά του επιδίκου ακινήτου της, ως αστικού εντός οικισμού, θεώρησε ως προσφορότερη και καλύπτουσα της ανάγκες του την ανύπαρκτη δίοδο διαμέσου του ακινήτου ..., με δυνατότητα διαπλάτυνσης (με κατεδάφιση οικίας και περιτοίχισης), έναντι της συντομοτέρας, μη έχουσας τεχνικές δυσκολίες και χωρίς επιβάρυνση στο ακίνητο του αναιρεσίβλητου αιτουμένης.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι με τις αναφερόμενες σε αυτούς αιτιάσεις η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνοντας εκτεταμένα τους δικούς της ισχυρισμούς και απόψεις που πρόβαλε ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου δικαστηρίου, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της παραβίασης των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττει την κατ' άρθρο 5...
παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ..../2023 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-4-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ