Legislator Case Law & Legislation
252/2024 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, ordering state to pay legal fees to one company.

Case Number 252/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court ruling on expropriation compensation. While the appeal was dismissed regarding other defendants, the court set aside the lower court's decision concerning one specific company, 'T.- X. E. D. A.E.'. Consequently, the State was ordered to pay the company's legal fees, and the company was ordered to pay the State's costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 2882/2001; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 580 of the Code of Civil Procedure; Article 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957; Article 30 of Law 4070/2012; Article 4194/2013: The Supreme Court may partially set aside a lower court decision in an appeal regarding expropriation compensation, ordering the State to pay the appellant's legal fees and the appellant to pay the State's costs.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal procedure legal fees allocation state liability civil procedure code partial annulment costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 2882/2001
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 30 of Law 4070/2012
Article 4194/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 252 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. εως και 311)……, εκ των οποίων η 129η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πραματευτάκη, που δήλωσε με τις κατατεθείσες προτάσεις του τα πλήρη στοιχεία της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 20/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 22-11-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση - ανταίτηση των κληρονόμων των υπό στοιχ. 170, 186 και 210 των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 152/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 129η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 26-4-2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: 1) την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 28-4-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/2014 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και 2) την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αυτής, κατά το μέρος που αφορά στην αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. και Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.." και την απόρριψη αυτού, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Ο πληρεξούσιος της 129ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-4-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/2014 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 22 του Ν. 2882/2001). Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023). Εξ άλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ιδίου άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ): "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. ...

Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ.

β' του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001. Η αναφορά, στην τελευταία αυτή διάταξη, ότι "δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ.", αφορούσε στην παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, μετά, όμως, την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδ.

β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ και του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελευταίο του ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 882/2020, Α.Π. 808/2020). Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α'148/31-07-2020) ορίζεται ότι: "4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.

Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 16-1-2023 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Ποντίκη, την από 21-2-2023 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δήμου …. Α. Κ. και την από 21-2-2023 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων Ε. Ζ., που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης, από 28-4-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού συζητήσεώς της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (5-5-2023) και κλήση προς συζήτηση, τοιχοκολλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (στις 16-1-2023), στο κατάστημα του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων (στις 21-2-2023) και στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Πλατανιά Χανίων (στις 21-2-2023) στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, ενώ, παράλληλα, ειδοποίηση- κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με τίτλο "ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ- ΚΛΗΣΗ με αριθμό κατάθεσης 15/2-5-2014 (αριθμός δικογραφίας 2332/2021)", στην οποία μνημονεύονται, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτήθηκε, στις 22-2-2023, στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών και στις 23-2-2023, στον ιστότοπο του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα Υπουργείου Υποδομών, όπως προκύπτει από τις, με τις ίδιες ημερομηνίες, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απαντήσεις τους προς το αναιρεσείον.

Κατά την προκειμένη δικάσιμο (5-5-2023), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παρέστησαν μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και η 129η των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. και Ξ. Ε. Δ. Α..Ε..", ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του ν. 2882/2001. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή του και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος καταλήψεως αυτών), προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών, πλάτους καταλήψεως 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου, ορίστηκε ότι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι, των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών, στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (Α.Π. 546/2020, Α.Π. 500/2020, Α.Π. 423/2019).

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει, ως μαχητό πλέον και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 7/2013, Α.Π. 656/2021, Α.Π. 118/2021, Α.Π. 875/2020, Α.Π. 396/2020), ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφιο α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Ολ.Α.Π. 7/2013, 1138/2021, Α.Π. 653/2021, Α.Π. 500/2020, Α.Π. 396/2020).

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου, κατά τις διατάξεις που ισχύουν (Α.Π. 118/2021, Α.Π. 879/2020, Α.Π. 500/2020, Α.Π. 396/2020).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π. 57/1990, Α.Π. 1252/2021, Α.Π. 777/2021, Α.Π. 500/2020). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, προσέτι δε και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 930/2022, Α.Π. 674/2022, Α.Π. 60/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 152/2013, αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε μετά από συνεκδίκαση 1) της από 10-10-2011 και με αρ.

κατ. 550/14-10-2011 αιτήσεως, με την οποία το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί στους καθ' ων η αίτηση, για τα αναφερόμενα στην αίτηση ακίνητά τους και τα επικείμενα αυτών, που έχουν απαλλοτριωθεί υπέρ αυτού και με δαπάνες του, με την υπ' αριθμ. 2032/20-10-2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 473/8-11-2010 Φ.Ε.Κ., για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση οδικού άξονα Φουρνές - Λάκκοι - Ομαλός", τμήμα Λάκκοι - Ομαλός του Ν.

Χανίων και 2) της από 22-11-2011 και με αρ. κατ. 589/22-11-2011 αιτήσεως των αναφερόμενων σ' αυτή αιτούντων, μεταξύ των οποίων και η, ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., με την οποία ζητούσαν α) να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος, τα επικείμενα και συστατικά των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους, β) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας των τμημάτων των αναφερόμενων ακινήτων τους, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και γ) να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας, για τα ορισθέντα ως αυτοαποζημιούμενα τμήματα των αναγκαστικά απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 653/1977, με το να δεχθεί, με ελλιπείς αιτιολογίες, ότι το ακίνητο της εταιρείας με την επωνυμία "Τ. και Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.", με αριθμό ..., "δεν ωφελείται από την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, αντίθετα μάλιστα η απαλλοτρίωση του τμήματος του ακινήτου της που βρίσκεται έμπροσθεν του υπάρχοντος και λειτουργούντος εντός αυτού ξενοδοχείου και εστιατορίου δημιουργεί δυσμενείς επιπτώσεις στη χρήση τους, αφού καθιστά αναγκαία τη διαρρύθμιση νέας εισόδου για την εξυπηρέτηση των πελατών της ασκούμενης σ' αυτά επιχειρήσεως".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αφορά μόνο στην, με αύξ. αριθμό 129, στο αναιρετήριο, αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ανεξάρτητα από το ότι δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, τα επικληθέντα, σε σχέση με το τεκμήριο ωφέλειας, περιστατικά, ως προς τα οποία η επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθώς και οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά το αναιρεσείον, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση, μη αρκούσας, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, της γενικής αναφοράς στο αναιρετήριο, περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου και του τρίτου των εδαφίων της, με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 (Α' 82) και του τέταρτου εδαφίου της, με την παρ. 10 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Α'90), σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, ορίζεται ότι: "4.

Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς εφετείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης".

Εξάλλου στα άρθρα 63 και 68 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων, ΦΕΚ Α' 208/27.09.2013) ορίζεται ότι : " Άρθρο 63 - Καθορισμός αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης. 1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:

α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ.... Άρθρο 68 - Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση 1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής".

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) -κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής και στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, που αυτός δικαιούται (Ολ.Α.Π. 502/2005 και 17/2000)- προκύπτει ότι, στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, ορίζεται μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ήδη Μονομελούς Εφετείου) και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης α) κατά το ανωτέρω άρθρο 63 του Κώδικα Δικηγόρων, για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) κατά το ανωτέρω άρθρο 68 του Κώδικα Δικηγόρων, στο ήμισυ της αμοιβής αυτής, για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο.

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 272/2018, ΑΠ 440/2017, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013), δηλαδή μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση, αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού, με τη ρύθμιση αυτή, δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 683/2021, ΑΠ 272/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1285/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 42/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 193 του Κ.Πολ.Δ., δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Ως ουσία της υποθέσεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα.

Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς ασκήσεως ένδικων μέσων, μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται, κατ' άρθρο 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υποθέσεως (Α.Π. 207/2020, Α.Π. 226/2020, Α.Π. 467/2019, Α.Π. 1998/2017).

Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 207/2020, Α.Π. 226/2020, Α.Π. 1998/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, καθόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων αποζημίωσης σε ποσοστό α) 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και της ασκηθείσας με τις προτάσεις ανταιτήσεως και β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως, ισχυριζόμενο ότι η αμοιβή έπρεπε να καθοριστεί στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών και δη σε ποσοστό 1% και 0,5% αντιστοίχως, κατά το άρθρο 1Β του ν. 2362/1995, αφού υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το ίδιο (Ελληνικό Δημόσιο).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, καθόσον αφορά στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.." (με αύξ. αριθμό 129 στο αναιρετήριο), πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προσβάλλεται, ως προς αυτούς, μόνο ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υποθέσεως.

Καθόσον αφορά, όμως, στην προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αφού έγιναν εν μέρει δεκτές, η από 10-10-2011 και με αρ. κατ. 550/14-10-2011, στρεφόμενη και κατ' αυτής, αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και η από 22-11-2011 και με αρ.

κατ. 589/22-11-2011 αίτηση της ιδίας, προσδιορίστηκε η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων της, σε ποσοστό, επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως, 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει κατά τον τρόπο αυτό την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων της ανωτέρω καθ' ης η αίτηση- αιτούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή της, την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001, καθόσον δεν περιόρισε την καταβλητέα σ' αυτούς αμοιβή, στο ήμισυ των οριζομένων στις παραπάνω διατάξεις αμοιβών, παρότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή φορέας, που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση και, επιπλέον, η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης στις 8.1.2013, δηλαδή μετά την 10.4.2012 (οπότε τέθηκε σε ισχύ η διάταξη του άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001), καθώς και υπό την ισχύ του ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στην αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει 1) να απορριφθεί η αναίρεση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην της (με αύξ. αριθμό 129 στο αναιρετήριο) αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Τ.- Ξ.

Ε. Δ. Α..Ε.., να μην επιβληθούν, όμως σε βάρος του αναιρεσείοντος, δικαστικά έξοδα διότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε, άλλωστε υπέβαλαν σχετικό αίτημα και 2) να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση ως προς την (με αύξ. αριθμό 129 στο αναιρετήριο) αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Τ.- Ξ.

Ε. Δ. Α..Ε.., μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλομένη απόφαση και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο για την καταβολή της επίδικης αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα της ως άνω καθ' ης η αίτηση- αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης (δικαιούχου της αποζημιώσεως), στα οποία περιλαμβάνονται τα έξοδα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και την αμοιβή για την παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων της [όπως αυτά έχουν συνολικά ορισθεί με την προσβαλλομένη απόφαση στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ], κσθώς και η αμοιβή αυτών για τη σύνταξη της, με αυτοτελές δικόγραφο, αιτήσεώς της και των προτάσεών της, ανερχόμενη, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4194/2013, για μεν τη σύνταξη της αιτήσεως, σε ποσοστό 2%, για δε τη σύνταξη των προτάσεων, σε ποσοστό 1%, επί της καθορισθείσας αποζημιώσεως, περιοριζόμενη, ακολούθως, στο ήμισυ (1/2) αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 4070/2012, το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, ήτοι, συνολικά, σε ποσοστό 1,5% [(2%+1%) : 2] επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Τέλος, η ως άνω αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.

και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/2014 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην της (με αύξ. αριθμό 129 στο αναιρετήριο) αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε..".

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 152/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς την ως άνω, 129η των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., μόνο κατά το περί δικαστικών εξόδων κεφάλαιο αυτής. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.

Καταδικάζει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., τα οποία, πέραν του ποσού των οκτακοσίων (800) ευρώ, που προσδιορίστηκε με την υπ' αριθμ. 152/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ορίζει σε ποσοστό 1,5% (ένα και ήμισυ τοις εκατό), επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως που της οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της, ως αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων της για τη σύνταξη της αιτήσεως και των προτάσεων. Και

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Δ. Α..Ε.., στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ