Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment rejecting forced execution of property sale.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the forced execution of a property sale. The lower court had accepted the appellants' defense that the common areas were not fully completed, rendering the debt unenforceable, despite the appellant's claim of prior use. The Court ruled that the second-instance judgment correctly relied on expert reports proving the areas were not in full operation, thereby validating the rejection of the appellant's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2, 491, 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the second-instance judgment correctly rejects the appellant's arguments based on established facts and expert evidence, ordering the appellant to pay the opposing party's costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 252 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 252/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Κ., συζύγου Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Δ., 2) Χ. Χ. του Α., συζύγου Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Ευσταθίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4103/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3219/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 5/2/2014 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 531/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3219/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1064/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/6/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 05.08.2019 κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η από 15.06.2018 και με αριθμ. κατάθεσης 5654/494/18.06.2018 αίτηση αναίρεσης της καθής η κλήση αναιρεσείουσας κατά της 1064/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά παραπομπή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 531/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, και έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τους εκκαλούντες-ανακόπτοντες και ήδη καλούντες-αναιρεσιβλήτους έφεση κατά της 4103/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή των ανακοπτόντων κατά της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης, εξαφανίζοντας δε την απόφαση αυτή και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν (το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) την ανακοπή, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε την επισπευδομένη αναγκαστική εκτέλεση κατά των ανακοπτόντων(ήδη καλούντων-αναιρεσιβλήτων), με βάση το με αρ. …/2007 συμβολαιογραφικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Μπάκου, με την από 07.04.2009 επιταγή προς εκτέλεση που συνετάγη κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου του ως άνω συμβολαίου.Η εν λόγω δε (ένδικη)αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Ωστόσο, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρ. 559 αριθ.11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ως "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη τέτοιων μέσων, νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.
Δεν συνιστά δε, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση", η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 23/2008, 9/2000, ΑΠ 151/2005, 953/2005).
Δεν πρόκειται όμως για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά(ΑΠ 149/2020).
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου(ΑΠ 1609/2018, ΑΠ 253/2018).
Επιπροσθέτως, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016). Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθη υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του αποδεικτικό μέσο που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, από το οποίο αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της τελευταίας περί πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, υπό την οποία τελούσε η καταβολή του επίδικου ποσού των 17.880,75 ευρώ(δόση υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος), και συγκεκριμένα ότι δεν ελήφθη υπ' όψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η από 10.10.2008 βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού της Θ.
Φ., περί του ότι οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της επίδικης οικοδομής είχαν αποπερατωθεί και παραδοθεί σε πλήρη λειτουργία ήδη από την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους 2008. Ο λόγος, όμως αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση του πλήρους περιεχομένου της ως άνω βεβαίωσης, την οποία, σημειωτέον, είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου τόσο με τις προτάσεις της ενώπιον του, όσο και με τις ενσωματωθείσες πρωτόδικες προτάσεις της στις προτάσεις της ενώπιον αυτού, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, που καλύπτεται από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Ειδικότερα στην επίμαχη βεβαίωση αναφέρονται τα εξής: "Ο υπογεγραμμένος Θ. Φ., Πολιτικός Μηχανικός, επιβλέπων το έργο ανεγέρσεως πολυώροφου οικοδομής επί της οδού ..., στο ..., για λογαριασμό της εργολήπτριας Α. Π. ΒΕΒΑΙΩΝΩ ότι την 30ή Μαρτίου 2008 είχαν τοποθετηθεί τα δάπεδα εντός του Γ-1 διαμερίσματος του Γ' υπέρ του ισογείου ορόφου, ιδιοκτησίας Α.
και Χ. Π., την 30ή Ιουλίου 2008 είχαν αποπερατωθεί πλήρως: 1. το ως άνω διαμέρισμα, 2. ο Ρ-15 χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων,3. Οι υπ' αριθμούς 4 και 8 αποθήκες του υπογείου, και την 30ή Σεπτεμβρίου 2008 είχαν αποπερατωθεί και παραδοθεί σε πλήρη λειτουργία οι κοινόχρηστοι χώροι και εγκαταστάσεις της ανωτέρω οικοδομής".
Από το συνολικό δε περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω επίμαχη βεβαίωση λήφθηκε υπ' όψη και εκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στο τμήμα του αποδεικτικού σκεπτικού, στο πέμπτο (5ο) φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρατίθενται οι κρίσιμες προβλέψεις του με αριθμό …/2007 συμβολαίου, μεταξύ των οποίων, ο χρόνος καταβολής του οφειλομένου τιμήματος σε δόσεις ανάλογα με το στάδιο των εργασιών, που περιγράφονται στο συμβόλαιο και αντιγράφονται στην απόφαση, με ρητή μνεία του ότι η αποπεράτωση των άνω σταδίων θα αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού.
Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε(βλ. πρώτη σελίδα 7ου φύλλου) ότι "...σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω συμβολαίου το τίμημα έπρεπε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις υπό τις ως άνω οριζόμενες προϋποθέσεις για κάθε μία από αυτές: η πρώτη ποσού 107.284,53 ευρώ έως τις 30-3-2008, η δεύτερη, ποσού 53.642,26 ευρώ έως τις 30-8-2008(από προφανή παραδρομή αναγράφεται ως 30.03.2008) και τρίτου ποσού 17.880, 75 ευρώ έως τις 30-9-2008.
Όντως στις 28-3-2008 και έχοντας ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής των δαπέδων του διαμερίσματος(πλην ξύλινων) οι ανακόπτοντες παρέδωσαν στο σύζυγο της καθής η ανακοπή που ενεργούσε για λογαριασμό της, την σε διαταγή αυτού εκδοθείσα αυθημερόν με αρ …-… δίγραμμη επιταγή της τράπεζας ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ, ποσού 109.072,60 ευρώ έναντι των οφειλών τους.
Το ποσό αυτό, εφόσον ουδόλως αποδεικνύεται αντίθετη συμφωνία των διαδίκων έπρεπε να καταλογιστεί στο πιστωθέν τίμημα της πώλησης και μάλιστα στην πρώτη δόση αυτού, ποσού 107.284,53 ευρώ, η οποία καθίστατο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μετά τρεις ημέρες και υπό τον όρο κατασκευής των δαπέδων και η οποία έτσι εξοφλήθηκε ολοσχερώς...
Παρά ταύτα όμως... στις 8-10-2008 οι ανακόπτοντες παρέδωσαν στον σύζυγο της καθ' ης η ανακοπή Κ. Δ., που ενεργούσε για λογαριασμό της και την σε διαταγή αυτού αυθημερόν εκδοθείσα με αρ …-… δίγραμμη επιταγή της τράπεζας ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ ποσού 54.734,95 ευρώ έναντι των οφειλών τους. Και το ποσό αυτό, εφόσον δεν αποδεικνύεται αντίθετη συμφωνία των διαδίκων έπρεπε να καταλογισθεί στη δεύτερη δόση του πιστωθέντος τιμήματος, ποσού 53.642,26 ευρώ, η οποία είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την 30-8-2008 και η οποία έτσι πλήρως εξοφλήθηκε...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται, πέραν πάσης αμφιβολίας, βέβαιο ότι η προαναφερθείσα επίμαχη "βεβαίωση" του μηχανικού της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπ' όψη από το Εφετείο για τη διάγνωση της συνδρομής του ληξιπρόθεσμου των δύο πρώτων δόσεων του τιμήματος υπό τον όρο περάτωσης του αντίστοιχου σταδίου των εργασιών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο συμβόλαιο, η δε προσβαλλομένη δέχθηκε ότι οι εργασίες που αφορούν στις δύο πρώτες δόσεις του τιμήματος (κατασκευή δαπέδων-αποπεράτωση και παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών)είχαν ολοκληρωθεί σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω "βεβαίωσης".
Όσον αφορά, όμως, το τρίτο και τελικό στάδιο εργασιών που συναρτάται με την καταβολή της τρίτης δόσης του τιμήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε-σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στην εν λόγω "βεβαίωση"- ότι οι κοινόχρηστοι χώροι δεν είχαν αποπερατωθεί πλήρως και δεν είχαν παραδοθεί σε πλήρη λειτουργία, την δε κρίση του αυτή αιτιολόγησε ειδικά με την αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που αποδείκνυαν αυτό.
Πλέον ειδικότερα στη δεύτερη σελίδα του 8ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης ρητά αναφέρεται ότι "Σχετικά με την καταβολή της τρίτης δόσης του τιμήματος αποδείχθηκε ότι τόσο κατά την ορισθείσα στο συμβόλαιο ημερομηνία καταβολής(30-9-2008), όσο και κατά τον χρόνο σύνταξης της ανακοπτόμενης διαταγής προς εκτέλεση τουλάχιστον (7-4-2009) η σχετική αξίωση της καθ' ης η ανακοπή δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή καθόσον δεν είχε ακόμη πληρωθεί η αίρεση από την οποία τελούσε η καταβολή της, δηλαδή η πλήρης αποπεράτωση των κοινοχρήστων σε πλήρη λειτουργία.
Αυτό προκύπτει, πλην άλλων, και από τις από Φεβρουαρίου 2009 και από Απριλίου 2009 εκθέσεις αυτοψίας της αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Π., την από 8-7-2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Δ. και τη με αρ …/…-12-2009 (όπως και μεταγενέστερες)εκθέσεις αυτοψίας του τμήματος ελέγχου κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας Κεντρικού Τομέα".
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση αντικρούει ρητά το περιεχόμενο της ανωτέρω "βεβαίωσης", με την επίκληση των προαναφερθέντων συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προκύπτει διαφορετικό πόρισμα και συγκεκριμένα ότι δεν είχαν αποπερατωθεί πλήρως οι κοινόχρηστοι χώροι σε πλήρη λειτουργία, όπως, τελικά, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης και της επίμαχης "βεβαίωσης", δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, από τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ανωτέρω "βεβαίωση", χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία σε αυτήν ή χωριστή αξιολόγησή της.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητά ή όχι στην παρούσα..." καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και την παραπάνω έγγραφη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Θ.
Φ..
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε, δήθεν, υπόψη του τον επικαλούμενο από την ίδια ισχυρισμό της, προβληθέντα ως αντένσταση, περί ανεπιφύλακτης παραλαβής και χρησιμοποίησης από τους εκκαλούντες-ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητους των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της πολυκατοικίας από το έτος 2008, πλήρως αποπερατωμένων, και συνακόλουθα πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία τελούσε η καταβολή της τρίτης δόσης του οφειλομένου τιμήματος εκ ποσού 17.880,75 ευρώ, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ.
Και ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και το αποδεικτικό της πόρισμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προειπώθηκε, η αναιρεσιβαλλόμενη απάντησε ρητά και κατηγορηματικά στον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας αυτόν ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι(βλ. 2η σελίδα 8ου φύλλου) "Σχετικά με την καταβολή της τρίτης δόσης του τιμήματος αποδείχθηκε ότι τόσο κατά την ορισθείσα στο συμβόλαιο ημερομηνία καταβολής(30-9-2008), όσο και κατά τον χρόνο σύνταξης της ανακοπτόμενης διαταγής προς εκτέλεση τουλάχιστον (7-4-2009) η σχετική αξίωση της καθ' ης η ανακοπή δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή καθόσον δεν είχε ακόμη πληρωθεί η αίρεση από την οποία τελούσε η καταβολή της, δηλαδή η πλήρης αποπεράτωση των κοινοχρήστων σε πλήρη λειτουργία.
Αυτό προκύπτει, πλην άλλων, και από τις από Φεβρουαρίου 2009 και από Απριλίου 2009 εκθέσεις αυτοψίας της αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Π., την από 8-7-2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Δ. και τη με αρ …./….-12-2009 (όπως και μεταγενέστερες)εκθέσεις αυτοψίας του τμήματος ελέγχου κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας Κεντρικού Τομέα".
Και ακολούθως κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα κρίνοντας ότι "Με βάση όλα τα δεδομένα αυτά, ακύρως εχώρησε η αναγκαστική εκτέλεση με βάση το με αρ. …/2007 συμβολαιογραφικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Μπάκου και με την από 7-4-2009 επιταγή προς εκτέλεση που συνετάγη κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου του εν λόγω συμβολαίου".
Δηλαδή, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι οι κοινόχρηστοι χώροι δεν είχαν αποπερατωθεί πλήρως σε πλήρη λειτουργία, παραδοχή που αντικρούει τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας περί χρησιμοποίησης των κοινοχρήστων χώρων ως ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτών, καθότι δεν νοείται χρήση κοινόχρηστων χώρων, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είχαν αποπερατωθεί πλήρως σε πλήρη λειτουργία.
Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση με την ανωτέρω παραδοχή της απέρριψε της περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που αποδείχθηκαν κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.06.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1064/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ