252/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated252/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 252 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Δ. - Ά. Β., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Β. του Δ. - Ά., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό των δύο ανήλικων τέκνων του Δ. - Ά. Β. και Ι. Β. και 3) Β. συζ. Γ. Β., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των δύο ανήλικων τέκνων της Δ. - Ά. Β. και Ι. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2069/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-6-2018 (αριθμ. καταθ. 5841/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1971/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ.
ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1971/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την αναιρετική δίκη ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας του Δ.
Κ., οδηγού του ΦΔΧ οχήματος ιδιοκτησίας του που είχε εμπλοκή σε αυτό και ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων Δ. - Ά. Β.: "Στις 28-3-2011 και περί ώρα 20.50' ο Δ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της εθνικής οδού Τρίπολης - Σπάρτης, με κατεύθυνση προς τη Σπάρτη.
Η προαναφερθείσα εθνική οδός, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, η οποία στο σημείο όπου έγινε το ένδικο ατύχημα και στο ρεύμα πορείας προς τη Σπάρτη γίνεται διακεκομμένη, με πλάτος οδοστρώματος 7,20 μέτρα και ερείσματος 1,10 μέτρα στο ρεύμα πορείας προς τη Σπάρτη και 0,90 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Επίσης, η ως άνω εθνική οδός στο σημείο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα είναι, μετά από μικρή δεξιά στροφή, ευθεία και παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση, δεν έχει εγκατάσταση φωτισμού, ενώ η ορατότητα, πλην της στροφής και της νύκτας, δεν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Το όριο ταχύτητας, σύμφωνα με την υπάρχουσα ρυθμιστική της ταχύτητας των οχημάτων πινακίδα (Ρ-32), ορίζεται σε 80 χιλιόμετρα την ώρα, λόγω εθνικού οδικού δικτύου και, κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, καθώς οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, ενώ των πεζών σχεδόν μηδενική.
Όταν ο ως άνω οδηγός του φορτηγού έφθασε στο 44ο χιλιόμετρο, κινούμενος με κανονική για τις ως άνω περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, αντιλήφθηκε, μετά την έξοδό του από τη δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, τον Δ. - Ά. Β., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, πατέρα του δευτέρου, πεθερό της τρίτης και παππού των λοιπών εναγόντων, ο οποίος ευρίσκετο στο έρεισμα της ως άνω εθνικής οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Σπάρτη, ότι προτίθετο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της εθνικής οδού με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου.
Αμέσως ο προαναφερθείς οδηγός χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης (κόρνα) και επιχείρησε να τροχοπεδήσει το όχημα, ενώ βλέποντας ότι ο ως άνω πεζός συνέχιζε να διασχίζει την εθνική οδό επιχείρησε και αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στον πεζό να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από αυτόν.
Ο τελευταίος, όμως, συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία του από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του φορτηγού οχήματος, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από το όχημα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του. Το σημείο παράσυρσης του πεζού απέχει 21 περίπου μέτρα από το σημείο που ο οδηγός, αντιλαμβανόμενος τον πεζό, ξεκίνησε την τροχοπέδηση, όπως εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου αποτυπώνεται το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν τα ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα και το οποίο είναι αμέσως μετά την έξοδο του φορτηγού από τη δεξιά στροφή και τα οποία ίχνη τροχοπέδησης συνέχισαν με φορά ελαφρώς πλάγια προς τα αριστερά.
Από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης (21 μέτρων) και τον ταχογράφο του φορτηγού διαπιστώθηκε ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο ως άνω οδηγός ανερχόταν σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως. Αποτέλεσμα της ενέργειας του πεζού ήταν να επιπέσει επί του δεξιού εμπρόσθιου τμήματος του ως άνω οχήματος, να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κακώσεις θώρακος, συνεπεία των οποίων επήλθε στις 15-5-2011 ο θάνατός του, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
πρωτ. ... ιατρική πιστοποίηση του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης. Υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του, είναι ο ίδιος ο ως άνω πεζός, συγγενής των εναγόντων, ο οποίος, από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ), επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω εθνικής οδού, που παρουσίαζε αυξημένη κίνηση οχημάτων και μηδενική πεζών, σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, αλλά ούτε και τεχνητός φωτισμός, αν και επικρατούσε σκοτάδι νύκτας και το οποίο ήταν μετά από στροφή, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και ενώ οι σωματικές του δυνάμεις, λόγω της ηλικίας του (γεννηθείς το 1928), ήταν περιορισμένες, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι δύναται να το πράξει χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των κινούμενων επί της οδού οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.).
Η έλλειψη ελέγχου του πεζού προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε το φορτηγό, αν και είχε φώτα και ο οδηγός του χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης. Οι παραβάσεις δε αυτές του πεζού συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, ενώ αντιθέτως στην επέλευση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε πταίσμα του ως άνω οδηγού, ο οποίος, όπως προειπώθηκε, έβαινε με κανονική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα (50 χιλ/ώρα), κατά πολύ μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 80 χιλ/ώρα και ο οποίος δεν όφειλε να είχε προβλέψει την αιφνίδια κίνηση του πεζού, έπραξε δε όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός οδηγός που θα ευρίσκετο σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες.
Ήτοι στη θέα του πεζού χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης και τροχοπέδησε το όχημά του, το οποίο, όμως, λόγω του όγκου του και της κατωφέρειας που παρουσιάζει η εθνική οδός στο σημείο αυτό, δεν ηδύνατο ευχερώς να σταματήσει, προέβη δε και σε ελαφρύ ελιγμό προς τα αριστερά, ώστε να δώσει την ευκαιρία στον πεζό να διακόψει την πορεία του, που, όμως, ο τελευταίος δεν έπραξε.
Ο οδηγός του φορτηγού δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε ελιγμό προς τα δεξιά, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, λόγω των μικρών χρονικών και τοπικών περιθωρίων που είχε και της διαπίστωσης ότι από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κινείτο ο πεζός. Το γεγονός ότι το φορτηγό έβαινε με την προαναφερθείσα ταχύτητα και όχι μεγαλύτερη, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αποδεικνύεται, μεταξύ των άλλων που προαναφέρθηκαν, από το γεγονός ότι ο πεζός δεν επλήγη με σφοδρότητα και δεν εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση, ενώ ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται στην πτώση του στο οδόστρωμα, καθώς και από το γεγονός ότι το φορτηγό αυτοκίνητο υπέστη μικρής έκτασης ζημίες (μικρό βαθούλωμα στην εμπρόσθια δεξιά γωνία, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας).
Ως προς τον ισχυρισμό των εκκαλούντων, τέλος, ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν θα έπρεπε να οδηγεί, διότι ήταν 72 ετών, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης και από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του αποδεικνύεται ότι ενήργησε όπως θα ενεργούσε ένας μέσος συνετός οδηγός.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε και τα αντίθετα από τους ενάγοντες υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, (εκτός από το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης) επί της αγωγής τους με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω πεζού, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν, που συνέβη κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του Δ.
Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΦΔΧ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η εφεσίβλητη. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού Δ. Κ. στην πρόκληση του αυτοκινητικού ενδίκου ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, αναφορικά και με το ως άνω ζήτημα.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνονται οι παρακάτω αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες: 1) "... Όταν ο ως άνω οδηγός του φορτηγού έφτασε στο 44ο χλμ, κινούμενος με κανονική για τις ως άνω περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 50 χλμ την ώρα, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας ...", (5η σελίδα), παρακάτω (6η σελ.) αναφέρει ότι "Ήτοι στη θέα του πεζού χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης και τροχοπέδησε το όχημά του, το οποίο όμως λόγω του όγκου του και της κατωφέρειας, που παρουσιάζει η εθνική οδός στο σημείο αυτό, δεν ηδύνατο ευχερώς να σταματήσει ...".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θεωρεί ότι ο οδηγός του φορτηγού εκινείτο κανονικά, χωρίς να προσδιορίζει τι είναι το κανονικά (καθώς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες του δρόμου, η νύκτα, το έμφορτο του φορτηγού οχήματος, η στροφή και η κατωφέρεια του δρόμου, καθώς και η ηλικία του οδηγού ο οποίος ήταν 72 ετών), παρακάτω αποδέχεται ότι "δεν ηδύνατο ευχερώς να σταματήσει", (προφανώς για όλους τους παραπάνω λόγους).
Από την αντίφαση αυτή δημιουργείται ασάφεια σχετικά με την αμελή ή όχι συμπεριφορά του οδηγού, καθώς η μεν φράση "κινούμενος κανονικά" δικαιολογεί την έλλειψη αμελούς συμπεριφοράς του, η παράλειψη όμως αναφοράς του, τι συνιστά κανονική οδήγηση (σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη στιγμή του ατυχήματος) σε συνάρτηση με την κρίση της προσβαλλόμενης ότι δεν ηδύνατο ευχερώς να σταματήσει, συνιστούν αμελή συμπεριφορά του οδηγού.
Με την αντίφαση αυτή, δημιουργείται ασάφεια ως προς την ευθύνη του οδηγού και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτεί ο νόμος. 3) "Όταν ο ως άνω οδηγός του φορτηγού έφτασε στο 44ο χλμ, κινούμενος με κανονική για τις ως άνω περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 50 χλμ την ώρα, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας, αντιλήφθηκε μετά την έξοδό του από τη δεξιά ως προς την πορεία του στροφή, τον Δ. - Ά.
Β. ..., ο οποίος ευρίσκετο στο έρεισμα της ως άνω εθνικής οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Σπάρτη, ότι επροτίθετο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της εθνικής οδού με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου" και παρακάτω στην ίδια σελίδα αναφέρει: "Αμέσως ο προαναφερθείς οδηγός χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης (κόρνα) και επιχείρησε να τροχοπεδήσει το όχημα, ενώ βλέποντας ότι ο ως άνω πεζός συνέχιζε να διασχίζει την εθνική οδό επιχείρησε και αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό ..." (βλ. 5η σελίδα).
Οι παραπάνω αντιφατικές διαπιστώσεις, δηλ. από τη μία η αναφορά ότι ο πεζός προτίθετο να διασχίσει την εθνική οδό, (χωρίς να αιτιολογείται πως εκτιμήθηκε αυτή η πρόθεση του πεζού) και από την άλλη η αναφορά στο ότι ο πεζός "συνέχιζε να διασχίζει την εθνική οδό", που επιβεβαιώνει σαφώς τον ισχυρισμό ότι ο πεζός ήδη εκινείτο επί της εθνικής οδού, την οποία διέσχιζε πριν εμφανισθεί το φορτηγό, ο οδηγός του οποίου προφανώς τον είδε κινούμενο επί του οδοστρώματος και όχι στο έρεισμα της οδού.
Από την αντίφαση αυτή δημιουργείται ασάφεια ως προς τη θέση που βρισκόταν ο πεζός κατά την έξοδο του φορτηγού από τη στροφή, θέση που συναρτάται άμεσα με τη συμπεριφορά του οδηγού. 4) "βλέποντας ότι ο ως άνω πεζός συνέχιζε να διασχίζει την εθνική οδό επιχείρησε και αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στον πεζό να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από αυτόν ..." (5η σελίδα).
Η παραπάνω αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης είναι αντιφατική και συνέχεται με την υπό στοιχ. (3) περίπτωση, καθώς στην ίδια πρόταση η προσβαλλόμενη θεωρεί ότι ο οδηγός έκανε αποφευκτικό ελιγμό αριστερά ώστε ο πεζός να διακόψει την είσοδό του στο δρόμο (δεχόμενη ότι ο πεζός δεν έχει εισέλθει ακόμα στο δρόμο), ενώ προηγουμένως στην ίδια πρόταση αναφέρει ότι ο πεζός συνέχιζε να διασχίζει την εθνική οδό.
Έτσι δημιουργείται εκ νέου ασάφεια που οδηγεί σε έλλειψη αιτιολογίας, λαμβανομένου υπόψη ότι στην προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζεται σε ποιο σημείο του δρόμου συνέβη το μοιραίο χτύπημα. Η θέση δε της σύγκρουσης έχει κρίσιμη σημασία, διότι μολονότι η απόφαση δέχεται ότι ο οδηγός μόλις βγήκε από τη στροφή φρέναρε και έκανε αποφευκτικό ελιγμό αριστερά, ο οδηγός αποδέχεται ότι πρώτα κόρναρε και μετά φρενάρισε και έκανε ελιγμό αριστερά.
Με τα δεδομένα αυτά η θέση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δηλ. από το φρενάρισμα μέχρι τη σύγκρουση μεσολάβησαν 21 μέτρα (όσα τα ίχνη του φρεναρίσματος και κατά την απόφαση και η απόσταση από την έξοδο της στροφής μέχρι τη σύγκρουση), δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του οδηγού ότι φρέναρε όχι με την έξοδό του από τη στροφή, αλλά αργότερα και αφού αρχικά είχε προειδοποιητικά κορνάρει.
Και τούτο διότι δεν διευκρινίζεται η απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο, από τον πεζό, από την οποία (απόσταση) ο πρώτος, έχοντας τεταμένη την προσοχή του τον αντιλήφθηκε ώστε να κριθεί κατ' αντικειμενική κρίση, ο χρόνος αντίδρασης αυτού, λαμβανομένης υπ' όψη και της ταχύτητας των 50 χιλ. με την οποία το όχημά του εκινείτο, Με τη διευκρίνιση αυτή θα κριθεί αν η τροχοπέδηση στην οποία προέβη ο εναγόμενος οδηγός, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός προς αποφυγή της σύγκρουσης. 5) "...
Ο τελευταίος όμως συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία του από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του φορτηγού οχήματος με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από το όχημα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ...", ενώ στην ίδια σελίδα αμέσως παρακάτω για το ίδιο συμβάν αναφέρει ότι "... Αποτέλεσμα της ενέργειας του πεζού ήταν να επιπέσει επί του δεξιού εμπρόσθιου τμήματος του ως άνω οχήματος, να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση ..." (5η σελίδα).
Με τα ανωτέρω αντιφατικά καθίστανται ασαφείς οι συνθήκες του ατυχήματος, καθώς από την απόφαση δεν αιτιολογείται αν ισχύει η πρώτη περίπτωση δηλ. το κινούμενο φορτηγό να παρέσυρε τον κινούμενο ή ακίνητο πεζό ή αν ισχύει η δεύτερη περίπτωση δηλ. ο κινούμενος πεζός να επέπεσε επί του κινούμενου ή ακίνητου φορτηγού, με αποτέλεσμα και εξ αυτού του λόγου να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτεί ο νόμος.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο υπό στοιχεία 2 αιτιάσεις σχετικά με τις αναφορές της αναιρεσιβαλλόμενης σε σχέση με την από 21.9.2011 απολογία του οδηγού, είναι απαράδεκτες, καθ' όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αυτής, του άρθρου 559 περ. 20 Κ.Πολ.Δικ. που καθίσταται, αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1971/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ