Supreme Court allows labor union appeal, recognizing invalid dismissal and ordering reinstatement with penalty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the labor union's appeal against a final first-instance judgment dismissing the employee's claim. The employee alleged an invalid dismissal and failure to accept services, arguing the contract was voidable. The court found the appeal admissible and substantively valid, ordering reinstatement and damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3)(c) and 581(1) of the Code of Civil Procedure; Upon a second cassation annuling a judgment rendered after a prior cassation, the case must be remitted for substantive trial by the cassation chamber.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 252 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Λ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Ευθυμίας Γκαράνη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 531/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 4162/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 24-10-2007 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 82/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Με κλήση της ενάγουσας η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 2102/2013 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1592/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναιρεί την τελευταία απόφαση και κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά το μέρος της αυτό σε νέα συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε προς ουσιαστική εκδίκαση η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 30-1-2018 κλήση της αναιρεσείουσας, επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς περαιτέρω συζήτηση η από 19-4-2005 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του Δημοσίου που αφορά την υπ' αριθμ. 531/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
2. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 2-3-2004 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι κατά το έτος 1995 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε ως σύμβαση έργου- εξωτερικής συνεργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α.) ως μουσικός στο όργανο της βιόλας.
Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγόμενου νέες διαδοχικές ομοίου περιεχομένου για τα διαστήματα: α) από 28-9-1995 έως 31-7-1996, β) από 29-9- 1997 έως 31-7-1998, γ) από 15-10-1998 έως 31-7-1999, δ) από. 1-10-1999 έως 31-12-1999, ε) από 1-2-2001 έως 31-7-2001, στ) από 19-9-2001 έως 31-7-2002, ζ) από 1-10-2002 έως 31-7-2003, η) από 1-1-2003 έως 31-7-2003 και θ) από 10-9-2003 έως 31-7-2004.
Ότι οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις με το εναγόμενο στην πραγματικότητα συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι αυτή εργαζόταν όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι στην ανωτέρω ορχήστρα υπό τις εντολές και οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του.
Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις της με το εναγόμενο χαρακτηρίσθηκαν από αυτό ως συμβάσεις έργου προς καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 5 π.δ. 81/2003, 178 και 179 Α.Κ. και της οδηγίας 1999/70 ΕΚ. Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2004 και πριν λήξει η ισχύς της τελευταίας φερομένης ως ορισμένου χρόνου συμβάσεώς της, που κατά τα προεκτεθέντα είχε διάρκεια από 10-9-2003 έως 31-7-2004, ο διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών έπαυσε αιφνιδίως να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της.
Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρτιστεί η ακυρότητα της από τον Φεβρουάριο 2004 απόλυσής της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτό εργασία της με απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεώς του.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 531/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, μετά δε από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η 4162/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Η τελευταία όμως αυτή απόφαση αναιρέθηκε με την 82/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή της και τότε αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 ν 2112/1920, 281, 671 Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Στη συνέχεια η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του εφετείου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με την πιο πάνω δεσμευτική γι' αυτό απόφαση του Αρείου Πάγου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που την είχε κρίνει κατά τούτο μη νόμιμη και αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος της αυτό.
Όμως στη συνέχεια, αφού εκτίμησε ότι περαιτέρω αίτημα της αγωγής δεν ήταν (όπως εκτιμήθηκε με την προγενέστερη 82/2012 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και εκτιμάται και με την παρούσα) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα, αλλά ότι περαιτέρω αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωρισθεί:
α) η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου (το οποίο αίτημα υποβλήθηκε ως εκ περισσού, αφού η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ενεργή σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) και β) η λόγω αυτής (ακυρότητας της καταγγελίας) υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα, απέρριψε συλλήβδην και τα δύο αιτήματα αυτά ως μη νόμιμα με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 2 α.ν. 1846/1951, όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 48 παρ. 2 ν.δ. 2698/1953, και 55 π.δ. 410/1988 "σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού εκ μέρους του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δεν επέρχεται ακυρότητα αυτής από τη μη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, δηλαδή του εγγράφου τύπου και της καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως, αλλά θεμελιώνεται μόνο αξίωση για καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως".
Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα απέρριψε το αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να απασχολεί την ενάγουσα κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και κατ' εσφαλμένη μη εφαρμογή εκείνης του άρθρου 656 εδ.
α Α.Κ. Τούτο διότι, αφού δέχθηκε ότι είναι νόμιμο το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι υφίσταται μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η υποχρέωση του εναγομένου για αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν αυτονόητη εκ του νόμου υποχρέωση του τελευταίου, ενόψει και της επικαλούμενης υπερημερίας του ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της.
3.Συνακόλουθα, με την 1592/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., αφού με αυτόν η αναιρεσείουσα παραπονείται για την παρά το νόμο απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματος της για την υποχρέωση του εναγομένου να την απασχολεί), είναι βάσιμος.
Συνεπώς , κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της.
4. Ακολούθως, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. υποχρεώσεως του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, κρίθηκε ότι θα πρέπει, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Συνεπώς, εφόσον στην παρούσα υπόθεση αναιρείται, κατά το αναφερόμενο μέρος, η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, κρίθηκε ότι πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί κατά το μέρος αυτό από το τμήμα τούτο. Ηδη, όπως προαναφέρθηκε, φέρεται αρμοδίως προς νέα συζήτηση η κρινόμενη υπόθεση με την ως άνω κλήση.
5. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να γίνει δεκτή η από 19-4-2005 έφεση της εκκαλούσας ως κατ' ουσία βάσιμη κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2004 και την υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε άρνηση συμμόρφωσής του . Εν συνεχεία τα ως άνω αγωγικά αιτήματα πρέπει να γίνουν δεκτά ως και κατ'ουσίαν βάσιμα και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης , σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 Οικ/1992 κοινής υπουργικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την από 19-4-2005 έφεση της ενάγουσας- εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 531/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 2-3-2004 αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Δέχεται την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα της απολύσεως της ενάγουσας από το πρώτο εναγόμενο τον Φεβρουάριο 2004 Υποχρεώνει το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με απειλή χρηματικής ποινής διακοσίων (200) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του
Καταδικάζει το εναγόμενο - εφεσίβλητο - αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας - εκκαλούσας - αναιρεσείουας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ