252/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 252 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated252/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 252 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 252 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 252/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Δικηγορική Εταιρεία" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2011 αγωγή του Δ. - Σ. Π. και την από 18/7/2011 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6721/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 9/3/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 οποιαδήποτε απαίτηση κατά του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. Η παραγραφή αυτή, κατά το άρθρο 91 του ιδίου νόμου, αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της συμβάσεως) ο χρόνος της παραγραφής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει την πενταετία, από το τέλος του έτους κατά το οποίο αυτές (ενοχικές αξιώσεις) γεννήθηκαν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 93 περ. α’ του ν. 2362/1995 η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την έγερση αγωγής, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Περαιτέρω το άρθρο 190 του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων", που έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, ορίζει, ότι "οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και δαπάνες τους παραγράφονται μετά πενταετία, που αρχίζει, αν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθη η σχετική πράξις...". Εξ άλλου κατά το άρθρο 261 Α.Κ., την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Kατά δε το άρθρο 263 Α.Κ., που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 1774/1999, 226/1990), κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από τις ανωτέρω γενικές και ειδικές διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής επέρχεται υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής τόσο όταν την αγωγή ασκεί ο πραγματικός δικαιούχος της αξιώσεως, όσο και όταν ασκεί αυτή μη δικαιούχος διάδικος, ο οποίος νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής. Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αλλά και στις αξιώσεις κατά του δημοσίου αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ` αυτή. Ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή, ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή. Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής. Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή, σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από το διάδοχό του, κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από την υποβολή με τη νέα αγωγή προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξιώσεως (ΑΠ 190/2008). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 458, 460, 461, 462 και 463 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωποπαγείς) και εφόσον η γέννηση τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας. Μεταξύ των ενστάσεων τις οποίες μπορεί να προτείνει ο οφειλέτης κατά του εκδοχέα είναι και η ένσταση της παραγραφής της απαίτησης που εκχωρήθηκε, ανεξάρτητα από το αν αυτή συμπληρώθηκε πριν ή μετά την αναγγελία, διότι ούτε η εκχώρηση ούτε η αναγγελία καθ` εαυτήν διακόπτουν την παραγραφή. Και ναι μεν στο άρθρο 463 ΑΚ ορίζεται, ότι ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα τις ενστάσεις που είχε κατά του εκχωρητή προ της αναγγελίας, η έννοια όμως αυτού είναι όχι ότι πρέπει η ένσταση να ήταν ήδη γεννημένη ή ενεργός προ της αναγγελίας και να υπάρχουν όλοι οι πραγματικοί αυτής όροι για την άσκηση της, αλλά ότι αρκεί η νομική βάση της ενστάσεως να υφίσταται ήδη μέχρι την αναγγελία, έστω και αν οι πραγματικοί όροι της άσκησης της ανέκυψαν μεταγενέστερα και κατά την εξέλιξη της ενοχής από την οποία προήλθε η απαίτηση, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα καθίστατο χειρότερη η θέση του οφειλέτη έναντι του εκδοχέα. Στην περίπτωση αυτή της εκχωρήσεως η εκ μέρους του αρχικού δικαιούχου (εκχωρητή) άσκηση αγωγής κατά του οφειλέτη μέσα στην προθεσμία της παραγραφής, η οποία επέφερε διακοπή της παραγραφής (άρθρο 261 ΑΚ) στο πρόσωπο του, και η εν συνεχεία μεταγενέστερη, αλλά μέσα στην αρχόμενη νέα προθεσμία, μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης, με σύμβαση (άρθρο 455 ΑΚ), έχει ως αποτέλεσμα ότι συμμεταβιβάζεται αναγκαίως (μαζί με την απαίτηση) και το υπέρ του αρχικού δανειστή πλεονέκτημα της διακοπής της παραγραφής, η οποία αποτελεί όφελος ή πλεονέκτημα της επίδικης απαίτησης, που ωφελεί και τον ειδικό διάδοχο (εκδοχέα). Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα της διατάξεως του άρθρ. 458 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο Δ.-Σ. Π., δικηγόρος, άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 13.9.2007 αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση δικηγορικής εντολής και εκτέλεση του ανατεθέντος με την εν λόγω σύμβαση έργου, ζήτησε δε να υποχρεωθεί το τότε εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει: α) το ποσό των 75.000 ευρώ ως συμφωνημένη αμοιβή και β) το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της αναφερόμενης συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 10.6.2008, μετά αναβολές και ματαιώσεις, ο ενάγων παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο οποίος με δήλωση του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωσε ότι έγινε σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και ο ενάγων υποκαταστάθηκε από την ήδη αναιρεσίβλητη Αστική επαγγελματική Εταιρεία με την επωνυμία "Π. Δικηγορική Εταιρεία" που εδρεύει στην ..., η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως και υποκαθιστά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τον αρχικώς ενάγοντα, ο οποίος παρίσταται μόνο για το κονδύλιο της ηθικής βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ’ αριθμ. 1/2009 απόφαση του, παρά την εναντίωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε σιωπηρώς την επικαλούμενη αυτοδίκαιη υποκατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την αγωγή, υποχρέωσε δε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ στην εκδοχέα δικηγορική εταιρεία και αναγνώρισε ότι οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ στον ενάγοντα εκχωρητή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Το Εφετείο με την 232/2011 απόφασή του έκρινε ότι η εκδοχέας ήδη αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν άσκησε πρόσθετη ή κύρια παρέμβαση δεν νομιμοποιείτο να συνεχίσει τη δίκη στη θέση του εκχωρήσαντα αρχικού διαδίκου κατά το μέρος που ζητεί την καταβολή της αμοιβής από τη σύμβαση της εντολής, δέχτηκε μετά ταύτα ως κατ’ ουσίαν βάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά το μέρος της αυτό. Η εκδοχέας δικηγορική εταιρία άσκησε κατά της αποφάσεως; αυτής του Εφετείου αίτηση αναίρεσης, η οποία απερρίφθη με την 302/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Πριν εκδοθεί η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου ο Δ. - Σ. Π. άσκησε την από 29.6.2011 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έχουσα όμοιο, με αυτό της προηγουμένης, ιστορικό και αίτημα την καταβολή, ως δικηγορικής αμοιβής του ποσού των 75.000 ευρώ. Στην δίκη αυτή παρενέβη κυρίως με το από 18.7.2011 δικόγραφό της, που, όπως συνομολογείται, επιδόθηκε στους κυρίους διαδίκους την 20.7.2011, η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία, στο οποίο, επικαλούμενη την προαναφερομένη εκχώρηση, ζήτησε ν’ απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτήν την αναφερόμενη στην αγωγή αμοιβή. Με την 106/2013 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την κυρία παρέμβαση της αναιρεσίβλητης, καταδικάζοντας το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλλει το ποσό των 60.000 ευρώ, σε τέσσερις ισόποσες δόσεις, με το νόμιμο τόκο για κάθε μερικότερη δόση από το χρόνο που αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η παρεμβαίνουσα, στρεφόμενη κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και του ενάγοντος και ζήτησε να της επιδικασθεί το σύνολο του αιτηθέντος ποσού (75.000 ευρώ). Άσκησε επίσης έφεση το Ελληνικό Δημόσιο, την οποία έστρεψε κατά της παρεμβαίνουσας, ζητώντας να απορριφθεί η κυρία παρέμβαση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη 6721/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφασή του αυτή το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος κατ’ ουσίαν, δέχθηκε δε εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και ειδικότερα μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων και την απέρριψε κατ’ ουσίαν κατά τα λοιπά. Σχετικά με την έφεση του αναιρεσείοντος και κατά το μέρος της που την απέρριψε, δέχθηκε, με το ενδιαφέρον εν προκειμένω σκέλος της αποφάσεώς του το Εφετείο τα εξής: Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2005, το καθού - εφεσίβλητο - εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) απεφάσισε να προβεί σε τιτλοποίηση ληξιπρόθεσμων φορολογικών απαιτήσεών του, κατ’ άρθρο 14 Ν. 2081/2000, ως είχε μέχρι τότε τροποποιηθεί και ίσχυε. Προς υλοποίηση της αποφάσεως αυτής, ως οικονομικό σύμβουλο προσέλαβε την επενδυτική τραπεζική εταιρεία υπό την επωνυμία "...", διεθνή νομικό σύμβουλο την δικηγορική εταιρεία υπό την επωνυμία "..." και ως εγχώριο νομικό σύμβουλο τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο ενάγων, προς τον σκοπό αυτόν, απέστειλε στο καθού - εφεσίβλητο - εκκαλούν, στις 2.8.2005 έγγραφο προσφορά, ως προς το θέμα της αμοιβής του προτείνοντας την καταβολή ποσού 75.000 ευρώ συν τις δαπάνες, πληρωτέο σε πέντε (5) μηνιαίες δόσεις των 15.000 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από 1η Σεπτεμβρίου 2005 και μέχρι την 2α Ιανουαρίου του έτους 2006, υπό τον όρο ότι η τιτλοποίηση θα ολοκληρωθεί προ της 28ης Φεβρουαρίου 2006 και ότι το διέπον τα αξιόγραφα δίκαιο θα είναι το αγγλικό. Το καθού-εφεσίβλητο-εκκαλούν απεδέχθη την προσφορά, ήτοι, κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2005, έδωσε στον ενάγοντα την εντολή, να προβεί σε κάθε απαραίτητη νομική ενέργεια για την υλοποίηση της τιτλοποιήσεως. Υλοποίηση της τιτλοποιήσεως σημαίνει την εκτέλεση όλων των αναγκαίων οικονομικών και νομικών ενεργειών που την συνιστούν, υπό την προϋπόθεση ότι, αυτή θα τύχει της εγκρίσεως της Εurostat, αρμοδίου, για αυτές τις περιπτώσεις, οργάνου της ΕΕ. Τούτο ήταν γνωστό σε αμφότερους των διαδίκων. Για την έναρξη της διαδικασίας τιτλοποιήσεως, δεν είναι απαραίτητο να προηγηθεί η έγκριση της Εurostat. Οι απαραίτητες οικονομικές και νομικές ενέργειες είναι επιτρεπτό να αρχίσουν και συνεχίζονται, για όσο διάστημα είναι απαραίτητο και εφόσον, το εν λόγω όργανο δεν απορρίψει την τιτλοποίηση. Δυνάμει της συμβάσεως εμμίσθου εντολής που το καθού- εφεσίβλητο-εκκαλούν συνήψε με τον ανωτέρω διεθνή νομικό σύμβουλο, η αμοιβή αυτού θα κατεβάλετο, ανεξαρτήτως εάν ολοκληρώνετο ή όχι η τιτλοποίηση, σε περίπτωση δε διακοπής αυτής, η αμοιβή θα ήταν ίση με τις σωρευμένες χρεώσεις του, μέχρι την ημερομηνία λήξης και μέχρι του ποσού της ανωτάτης αμοιβής. Ουδείς αντικειμενικός λόγος προκύπτει, ούτε δε το καθού-εφεσίβλητο-εκκαλούν επικαλείται τέτοιον, βάσει του οποίου να μην ισχύουν τα αυτά και ως προς την σύμβαση εντολής μετά του ενάγοντος. Επομένως, δίδοντας το καθού - εφεσίβλητο - εκκαλούν στον ενάγοντα την εντολή ως άνω, αποδεχόμενο την προσφορά του και ως προς το ζήτημα της αμοιβής, συνεφώνησε να του καταβάλλει το ποσόν των 75.000 ευρώ, πληρωτέο ως ανωτέρω, ανεξαρτήτως της ολοκληρώσεως ή μη της τιτλοποιήσεως, ήτοι, θα του κατέβαλε αμοιβή και κατά την περίπτωση που η Εurostat δεν ενέκρινε την τιτλοποίηση. Στην περίπτωση, ωστόσο, αυτήν, η δικαιούμενη αμοιβή του ενάγοντος θα εξετείνετο μέχρι του σημείου των νομικών του υπηρεσιών, οι οποίες θα είχαν παρασχεσθεί, μέχρι την ημερομηνία της διακοπής της τιτλοποιήσεως. Ως εκ τούτου, μεταξύ του ενάγοντος και του καθού-εφεσίβλητου-εκκαλούντος συνεφωνήθη ότι, τυχόν μη έγκριση της τιτλοποιήσεως υπό του ως άνω οργάνου της ΕΕ, αποτελεί λόγο δικαιολογημένης ανακλήσεως της εντολής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ η δήλωση της βουλήσεως επιφέρει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, στο οποίο απαιτείται, να απευθυνθεί. Εκ τούτου συνάγεται ότι, ο ΑΚ έχει υιοθετήσει την θεωρία της παραλαβής ή λήψεως της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με την οποίαν η δήλωση θεωρείται ότι συνετελέσθη και παράγει νόμιμη ενέργεια, όχι απλώς από τότε που εξεδηλώθη στην πράξη, ούτε ακόμη και από τη γνώση του περιεχομένου αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της δηλώσεως βουλήσεως, από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται. Η παραλαβή θεωρείται ότι συντελείται κατά το νόμο και ότι η δήλωση βουλήσεως διεβιβάσθη, σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται, με τρόπο κατά τον οποίο ο τελευταίος μπορούσε να λάβει γνώση, ασχέτως εάν από λόγους που αφορούν στον ίδιο, καθυστέρησε να λάβει γνώση. Το καθού-εφεσίβλητο-εκκαλούν, ουδεμία των ως άνω δόσεων κατέβαλε. Η Εurostat δεν ενέκρινε την τιτλοποίηση. Ο ενάγων απέστειλε στο εναγόμενο- εφεσίβλητο-εκκαλούν την από 8.12.2005 και με αριθμό πρωτοκόλλου 5667 επιστολή, διά της οποίας, όπως αναφέρει, θέτει υπόψιν του το επείγον πλέον ζήτημα της καταβολής της οφειλομένης, μέχρι τότε, αμοιβής του, σύμφωνα με τη σύμβαση, ύψους 60.000 ευρώ. Στις 24 Ιανουαρίου 2006 απέστειλε την με αριθμό πρωτοκόλλου ... επιστολή, σύμφωνα με την οποίαν, η αμοιβή του, κατά την ημερομηνία αυτή, ανήρχετο σε 75.000 ευρώ. Από την πρώτη, ως άνω, επιστολή προκύπτει ότι : α) ευσταθεί ο ισχυρισμός του καθού - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος πως στις 7.12.2005, κατέστη δια των ΜΜΕ γνωστή η απόφαση της Εurostat να μην εγκρίνει την επίδικο τιτλοποίηση, β) ο ενάγων έλαβε γνώση τούτου, μέσω των ΜΜΕ, γ) γνωρίζοντας τα συμφωνηθέντα, αντελήφθη πως η ανακοίνωση μη εγκρίσεως ισοδυναμούσε με δικαιολογημένη ανάκληση της δοθείσης εντολής, ήτοι με έκφραση σχετικής βουλήσεως του καθού - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος και συνεπώς, η λήψη της γνώσεώς του από τα ΜΜΕ ισοδυναμούσε με διαβίβαση της βουλήσεως αυτής υπό του καθού-εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, κατά τρόπο που μπορούσε να λάβει γνώση. Εάν τούτα δεν ίσχυαν, ο ενάγων δε θα ζητούσε, και δη ακριβώς την επομένη της 7.12.2005, την καταβολή τεσσάρων (4) δόσεων, ήτοι την καταβολή ποσού 60.000 ευρώ, ως αμοιβή, αλλά πέντε (5) δόσεων, ήτοι την καταβολή ποσού 75.000 ευρώ. Το ποσόν αυτό, δεν δικαιούτο να ζητήσει, με την δευτέρα, ως άνω επιστολή, αφού η σύμβαση εντολής είχε δικαιολογημένα ανακληθεί. Κατά συνέπεια, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ήρξατο από τις 31.12.2005 και έληγε στις 31.12.2010. Κατ’ ακολουθίαν, με την έγερση της από 13.7.2007 αγωγής, ο ενάγων διέκοψε την εν λόγω παραγραφή. Η αγωγή αυτή συνεζητήθη στις 10.6.2008 και η υπ’ αριθ. 1/2009 ως άνω απόφαση, εξεδόθη στις 7.9.2009. Αρχική δικάσιμος προς συζήτηση της εν λόγω αγωγής ήταν η 18.12.2007, κατά την οποίαν ανεβλήθη για τη δικάσιμο της 18.3.2008, οπότε και ματαιώθη. Επανεφέρθη προς συζήτηση με την από 2.4.2008 κλήση και προσδιορίσθη κατά την δικάσιμο της 10.6.2008. Στις 18.1.2008, ήτοι διανυομένου του διαστήματος της αναβολής της συζητήσεως της αγωγής, ήτοι ενώ η πενταετής παραγραφή τελούσε υπό διακοπή, ο ενάγων προέβη στην σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου προς την κυρίως παρεμβάσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητο. Όπως προκύπτει, η εκχώρηση της απαιτήσεως είχε αναγγελθεί στους Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 95 παρ. 1 περ. α’ Ν. 2362/1995), Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών (δυνάμει του αυτού άρθρου), Γενικό Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής (ωσαύτως), Δ’ ΔΟΥ Αθηνών (περ. β’ αυτού άρθρου, αυτού Νόμου), 5η Δ/νση Οικονομικού της Γενικής Δ/νσεως Διοικητικής Υποστηρίξεως της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων (ωσαύτως), Υπηρεσίες Δημοσονομικού Ελέγχου Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (περ. γ’ αυτού άρθρου, αυτού Νόμου), Δ’ ΔΟΥ Αθηνών, ως αρμόδια για το Ελληνικό Δημόσιο (περ. δ’ αυτού άρθρου, αυτού Νόμου), στην αυτή ΔΟΥ, ως αρμόδια για τον ενάγοντα - εκχωρητή και για την εκδοχέα - κυρίως παρεμβάσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητο (ωσαύτως).
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη εκτενώς διαλαμβανόμενα, από τις 25.1.2008, ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιήθη στους ανωτέρω η ΣΕΑκΕΔ (βλ. τις υπ’ αριθμ. .../25.1.2008, .../25.1.2008, .../25.1.2008, .../25.12008, .../25.1.2008, .../25.1.2008, .../25.1.2008, .../25.1.2008 και .../25.1.2008 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού στο πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Π.), η κυρίως παρεμβάσα - εκκαλούσα-εφεσίβλητος ως εκδοχεύς, απέκτησε δικαίωμα έναντι του καθού - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος λόγω εγκύρου αναγγελίας της εκχωρήσεως στις ως άνω δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, που είναι αρμόδιες για την φορολογία του ενάγοντος και της κυρίως παρεμβάσης - εκκαλούσης - εφεσιβλήτου, του Δημοσίου (εκχωρητού και εκδοχέως αντιστοίχως), καθώς και στον Υπουργό, ο οποίος είναι "καθ’ ύλην" αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου. Με τη γνωστοποίηση της εκχωρήσεως στον Υπουργό, ολοκληρώθηκε η διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας άγει σε ακυρότητα της αναγγελίας, λαμβανομένη υπόψιν υπό του Δικαστηρίου και αυτεπαγγέλτως, έχουσα δε ως έννομο συνέπεια τη μη δέσμευση του Δημοσίου εκ της συμβάσεως εκχωρήσεως. Κατ’ ακολουθίαν, από τις 25.1.2008, απεκόπη κάθε δεσμός του καθού - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος με τον ενάγοντα, ο οποίος απεξενώθη έκτοτε από την απαίτηση που εξεχωρήθη και η οποία απεκτήθη από την κυρίως παρεμβάσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητο, η οποία δικαιούται έκτοτε να διεκδικεί την είσπραξή της και συνεπώς, την βαρύνει, έκτοτε, κάθε λυσιτελής δικονομική ενέργεια προς αποφυγήν της παραγραφής της. Επομένως, στις 18.3.2008, οπότε και ματαιώθη η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, άρχισε εκ νέου η πενταετής παραγραφή. Κατά την συζήτηση αγωγής στις 10.6.2008, ο ενάγων κατέθεσε προτάσεις ομού μετά της κυρίας παρεμβάσης - εκκαλούσης - εφεσιβλήτου και ανέφεραν πως επήλθε εκχώρηση της απαιτήσεως, η οποία ανηγγέλθη νομίμως στο εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούν και ότι αυτή τον υπεκατέστησε στο δικαίωμά του και ζήτησαν, η μεν την καταβολή της αμοιβής, ο δε την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δια της υπ’ αριθμ. 1/2009 αποφάσεώς του, χωρίς ειδική αιτιολογία εδέχθη τα ανωτέρω και επεδίκασε, ως ανωτέρω. Η εν λόγω απόφαση εξηφανίσθη και η αγωγή απερρίφθη για τυπικούς λόγους, ως άνω, δια της υπ’ αριθ. 232/2011 αποφάσεως, δημοσιευθείσης στις 20.1.2011. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση, το παρόν Δικαστήριο έκρινε πως με τις προτάσεις της παρεμβάσης- εκκαλούσης-εφεσιβλήτου, σημειώθη προσθήκη διαδίκου, συνιστώσα απαράδεκτο μεταβολή της αγωγής και συνεπώς, απεφάνθη, ότι, ο ενάγων δεν υπεκατεστάθη υπ’ αυτής στο δικαίωμα της καταβολής της αμοιβής. Το αυτό εκρίθη και με την υπ’ αριθ. 302/2012 απόφαση του ΑΠ επί αιτήσεως αναιρέσεως των ανωτέρω κατά της εφετειακής αποφάσεως. Ως εκ τούτου, καίτοι εσφαλμένως, εκρίθη δυνάμει δεδικασμένου ότι, ο ενάγων, παρά το ότι είχε νομίμως αναγγείλει την εκχώρηση της απαιτήσεώς του, νομιμοποιείτο στην έγερση της ανωτέρω αγωγής για το κεφάλαιο της αμοιβής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, παραστάς μόνο για το αίτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, παραιτήθη του κεφαλαίου της αμοιβής και ότι η από 13.7.2007 αγωγή ουδέποτε ησκήθη και ότι δεν διεκόπη η παραγραφή εντός εξαμήνου από της εκδόσεώς της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, δεδομένου, επιπλέον ότι, με την κατάθεση της από 2.4.2008 κλήσεως, προέβη στη διακοπή της παραγραφής, η οποία είχε επαναρχίσει από τις 18.3.2008.
Συνεπώς, η ένδικος απαίτηση δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, αλλά, ούτε και ελλείψει δεδικασμένου θα είχε υποπέσει, αφού η κυρία παρέμβαση ησκήθη στις 20.7.2011, ήτοι και πάλι εντός της εξαμήνου προθεσμίας του άρθρου 263 ΑΚ. Ως εκ τούτου, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής του καθού-εφεσιβλήτου-εκκαλούντος και οι δεύτερος και τέταρτος λόγος της υπό κρίση εφέσεώς του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως αυτού, αφού ο ενάγων δικαιούτο αμοιβής, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού περί εφαρμογής των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, καθώς ο ενάγων εξεπλήρωσε την παροχή του κατά τα συμφωνηθέντα, μη υπαρξάσης συνδρομής ειδικών συνθηκών, ούτε απροβλέπτου μεταβολής αυτών, καθώς στους διαδίκους ήταν γνωστό ότι η υλοποίηση της τιτλοποιήσεως τελεί παγίως υπό την έγκριση της Εurostat. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όσον αφορά το κεφάλαιο της οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής στην αναιρεσίβλητη ως εκδοχέα της σχετικής απαιτήσεως. Με το να κρίνει το Εφετείο ότι δεν παρεγράφη η εκχωρηθείσα στην αναιρεσίβλητη απαίτηση, διότι μεσολάβησε διακοπή της σχετικής πενταετούς παραγραφής, που άρχισε στο τέλος του έτους 2005, με την άσκηση από τον εκχωρητή της από 13.7.2007 αρχικής αγωγής του, που ασκήθηκε από αυτόν πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως, ακολούθως μεσολάβησε νέα διακοπή με την αναβολή συζητήσεως της αγωγής κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 18.12.2007, εκ νέου με την επίδοση της από 2.4.2008 κλήσεως για ορισμό δικασίμου μετά ματαίωση της συζητήσεως και τις λοιπές διαδικαστικές πράξεις που ανωτέρω αναφέρονται, στις οποίες, μόνο ο εκχωρητής ως ενάγων νομιμοποιείτο να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 225 ΚΠολΔ και τελικώς με τη δημοσίευση της 232/2011 αποφάσεως του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για τυπικό λόγο, χωρίς να έχει μεσολαβήσει παραίτηση του αρχικά ενάγοντα - εκχωρητή από το δικόγραφο της αγωγής, με τη δήλωση στο ακροατήριο, ότι υποκαταστάθηκε στην είσπραξη της αμοιβής, λόγω εκχωρήσεως από την αναιρεσίβλητη και ότι ο ίδιος ζητάει να του επιδικασθεί μόνο χρηματική ικανοποίηση, ενώ την αμοιβή ζητάει η εκδοχέας, αφού για το υποστατό τέτοιας παραίτησης, απαιτείται ρητή δήλωση υπό τους τύπους που ορίζονται στο άρθρο 297 ΚΠολΔ, και δεν αρκεί σιωπηρή (ΑΠ 1261/1989), τελικώς δε με την κυρία παρέμβαση, από την νομιμοποιούμενη προς τούτο εκδοχέα δικηγορική εταιρεία, που ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη για τυπικό λόγο της αρχικής αγωγής και αφορώσα τη μία και μοναδική απαίτηση περί δικηγορικής αμοιβής, που είχε ασκηθεί αρχικά από τον εκχωρητή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90, 93 του ν. 2362/1995, 190 του Κώδικα των Δικηγόρων (κ.δ. 3026/1954), 251, 261, 263, 270 ΑΚ. Επομένως ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, αλλά και ο πρώτος κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 263 ΑΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως διακοπτικές της παραγραφής ενέργειες τις διαδικαστικές πράξεις, που άσκησε η αναιρεσίβλητη, κατά την διαδικαστική πορεία της αρχικής αγωγής που άσκησε, ο εκχωρητής, αλλά και όσες τέτοιες ενεργήθηκαν με τη δεύτερη αγωγή που άσκησε ο τελευταίος μη νομιμοποιούμενος προς τούτο, αντί να τις κηρύξει απαράδεκτες, είναι προεχόντως αλυσιτελής, αφού οι ανωτέρω αναφερόμενες στη σκέψη επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως διακοπτικές της παραγραφής ενέργειες τόσο του εκχωρητή, ενάγοντος στην πρώτη αγωγή , όσο και της παρεμβαίνουσας εκδοχέως στα πλαίσια της δεύτερης δίκης, επαρκώς στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης στην κρίση της επί της προτεινομένης παραγραφής.
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 79 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας διαδικασίας. Για το παραδεκτό της κυρίας παρεμβάσεως απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των γενικών διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την αγωγή (όπως η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κλπ.), και οι ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις δηλαδή η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, η κατά την άσκηση της παρεμβάσεως ύπαρξη εκκρεμούς δίκης και η αντιποίηση του αντικειμένου της αρχικής δίκης. Με την παραδεκτή άσκησή της, η κύρια παρέμβαση αποκτά αυτοτέλεια έναντι της κυρίας δίκης από την οποία αποδεσμεύεται και δεν επηρεάζεται πλέον από την διαδικαστική τύχη της κυρίας αγωγής (ΑΠ 649/1971). Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του ερεύνησε την κυρία παρέμβαση και την δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη, παρά την απόρριψη της κυρίας αγωγής, ακόμη και αν αυτή κακώς απορρίφθηκε ως αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο και ο πρώτος αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την κυρία παρέμβαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απαράδεκτες, αφενός μεν ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, εφόσον η αναίρεση δεν στρέφεται κατά του ενάγοντος, αφετέρου δε ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος είναι οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 929/2014, 1219/2014, 1728/2014). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής, του άρθρου 388 του ΑΚ. Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ολ ΑΠ 9/1997). Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, που ανωτέρω αναφέρονται, τούτο έκρινε ότι μεταξύ αναιρεσείοντος και εκχωρητή συμφωνήθηκε η συνολική αμοιβή του τελευταίου, για τις συνολικές υπηρεσίες που θα προσέφερε για το διάστημα από των αρχών Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου να ανερχόταν στο ποσό των 75.000 ευρώ πλέον των δαπανών, πληρωτέο σε πέντε (5) μηνιαίες δόσεις των 15.000 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από 1η Σεπτεμβρίου 2005 και μέχρι την 2α Ιανουαρίου του έτους 2006, θα ήταν δε καταβλητέα ανεξαρτήτως εάν ολοκληρωνόταν ή όχι η τιτλοποίηση, δηλαδή θα υπήρχε υποχρέωση καταβολής αμοιβής και στην περίπτωση που η Εurostat δεν ενέκρινε την τιτλοποίηση, εξέλιξη την οποία τα μέρη είχαν λάβει υπόψη και θεωρούσαν ως πιθανή, στην περίπτωση, ωστόσο, αυτήν, η δικαιούμενη αμοιβή του ενάγοντος θα εξετείνετο μέχρι του σημείου των νομικών του υπηρεσιών, που θα είχαν παρασχεσθεί, ως την ημερομηνία της διακοπής της τιτλοποιήσεως, η αμοιβή δηλαδή συμφωνήθηκε με βάση το χρόνο απασχολήσεως του εκχωρητή, στον οποίο ανταποκρίνονταν οι συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις και όχι το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα των παρεχομένων νομικών υπηρεσιών. Συμφωνήθηκε επίσης ότι, η τυχόν μη έγκριση της τιτλοποιήσεως από τη Εurostat αποτελεί λόγο δικαιολογημένης ανακλήσεως της εντολής για τη συνέχιση των υπηρεσιών στο μέλλον. Έκρινε ακόμη το Εφετείο ότι ο εκχωρητής εκπλήρωσε την υποχρέωσή του για παροχή των υπηρεσιών που συμφωνήθηκαν μέχρι την ανάκληση της εντολής, για το διάστημα δε αυτό που παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες έκρινε, ότι η αμοιβή που εδικαιούτο, με βάση τη συμφωνία και τον Κώδικα των δικηγόρων ανερχόταν σε 60.000. Έκρινε τέλος ότι δεν συνέτρεξαν ειδικές συνθήκες, ώστε να απαιτηθεί αναπροσαρμογή της αμοιβής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ και απέρριψε τον σχετικό περί τούτου λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ 170 και 172 του Κώδικα των δικηγόρων. Επομένως ο τέταρτος από τον αριθ. 1 λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος αφού δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και εμμέσως κενό στη μεταξύ αναιρεσείοντος και εκχωρητή, δικαιοπραρόχου της αναιρεσίβλητης συμφωνία περί αμοιβής, ώστε να επιβάλλεται η εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών κανόνων. Περαιτέρω διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας, συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, για το ύψος της δικαιουμένης από τον εκχωρητή αμοιβής, ενόψει δε της προαναφερομένης παραδοχής ότι η αμοιβή συμφωνήθηκε με βάση το χρόνο απασχόλησης και όχι το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα των παρεχομένων νομικών υπηρεσιών, δεν απαιτείτο επί πλέον να αναφέρεται το είδος των νομικών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν μέχρι τη διακοπή της τιτλοποίησης των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος και συνεπώς ο πέμπτος από τον αριθμό19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
H νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ανεξάρτητα από το είδος της προβαλλομένης αοριστίας πρέπει στην αίτηση αναίρεσης, εκτός των άλλων στοιχείων, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη (ή απορρίφθηκε ως αόριστη), ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές αυτής, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης, διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 1672/2014, 939/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Εφετείο Αθηνών (Μονομελές) με την προσβαλλομένη 6721/2014 απόφασή του παρά το νόμο, απέφυγε να απαντήσει σε σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό του και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κατ` αυτού κυρία παρέμβαση της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρίας με αντικείμενο αμοιβές για διάφορες δικαστικές ενέργειές του δικηγόρου που της εξεχώρησε τη σχετική αξίωσή του, αφορώσες συμβουλές που παρείχε ο εκχωρητής δικηγόρος προς το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο κατά τη διαδικασία τιτλοποιήσεως, των ανείσπρακτων φορολογικών απαιτήσεών του παρά το ότι τόσο ο εκχωρητής δικηγόρος στην κυρία αγωγή του εναντίον του όσο και η αναιρεσίβλητη εταιρεία στην κύρια παρέμβαση αναφέρουν μεν ότι ο εκχωρητής Δ. - Σ. Π. παρείχε υπηρεσίες, οι οποίες συνίσταντο σε παροχή συμβουλών για την νομική μορφή της συναλλαγής, συμμετοχή στην διαπραγμάτευση των νομικών κειμένων της συναλλαγής (τα οποία χαρακτηρίζονται ως "ημιτελή" και "υπό διαπραγμάτευση") και διαθεσιμότητα δική του και των συνεργατών του για συμμετοχή σε συσκέψεις, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύεται τι είδους νομικές συμβουλές ως προς την δομή της συναλλαγής παρείχε, στην διαπραγμάτευση ποιων νομικών κειμένων συμμετείχε και ποια ακριβώς ήταν η συμβολή του καθώς και πότε έλαβαν χώρα οι συσκέψεις στις οποίες κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς συμμετείχε. Αναφέρει δηλαδή το αναιρεσείον μικρό απόσπασμα των δικογράφων της αγωγής και της παρέμβασης, και όχι ολοκληρωμένο το κείμενό τους, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι αυτά ήταν αόριστα. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.3.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 283/18.3.2015, αίτηση τoυ Ελληνικού Δημοσίου, κατά της Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Δικηγορική Εταιρεία", περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 6721/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τo αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ