252/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated252/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η λειτουργία του υποκαταστήματος εν τοις πράγμασι σταμάτησε, αφού κάθε ημέρα το επισκέπτονταν εκατοντάδες εξαπατημένων πελατών, ο Λ. Τ. συνελήφθη και προφυλακίστηκε, ανεστάλη με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η λειτουργία της ΑΧΕ, επειδή διαπίστωσε τα οικονομικά ανοίγματα της εταιρίας και παραβάσεις των § 4.3γ, 10.2.δ, 7.2 γ και 5.3 του Κώδικα δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Full text
Απόφαση 252 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. - Α. Κ. του Α. και 2. Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη .
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, και η με την από 24-3-2004 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν ήδη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4175/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4595/2006 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1486/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3386/2010 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2010 αίτησή τους. και με τις από 20-9-2012 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3386/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος με την από 10-1-2004 αγωγή του, την οποία έστρεφε, εκτός των άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και κατά των αναιρεσειόντων, ζητούσε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους να του καταβάλουν, λόγω αδικοπραξίας, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία του και για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Με την 4175/2005 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά το οριστικό αυτής μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους αναιρεσείοντες. Με την 4595/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πιο πάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή ως προς τη διάταξή της που αφορούσε τους αναιρεσείοντες, απερρίφθη η ένδικη αγωγή ως προς αυτούς ως αόριστη.
Κατά της εν λόγω απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε αναίρεση, για την οποία εκδόθηκε η 1486/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτός ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που αφορούσε την απόρριψη από την προσβαλλόμενη 4595/2006 απόφαση ως αόριστης της ένδικης αγωγής ως προς τους αναιρεσείοντες.
Ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου (αναφορικά με τους αναιρεσείοντες) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο). Με την 3386/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσιβλήτου, και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τους αναιρεσείοντες, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 32.347,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι-αναιρεσείοντες με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της από 10/1/2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αυτός ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγομένων, (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), είναι Χρηματιστηριακή Εταιρεία (ΑΧΕ), μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών ... Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων (σημ: πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα) είναι χρηματιστές, βασικοί μέτοχοι της ως άνω εταιρίας και μέλη του Διοικητικού συμβουλίου της, ο μεν πρώτος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε δεύτερος Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία είτε μαζί είτε χωριστά ο καθένας.
Ο δεύτερος εναγόμενος ήταν και διορισμένος χρηματιστηριακός εκπρόσωπός της. Η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία ίδρυσε υποκαταστήματα στη …, με υπεύθυνο υπάλληλό-διευθυντή τον Λ. Τ. για το ένα γραφείο...στην είσοδο του οποίου έφερε την πινακίδα ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ-ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Λ. Τ., τα έντυπά της δε είχαν τον ίδιο λογότυπο της εταιρίας.
Το γραφείο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση του Λ. Τ., που ήταν και μέτοχός της, τον οποίο η ΑΧΕ είχε προστήσει για τη διενέργεια και διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της στη …. Λόγω του τόπου κατοικίας του, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου 1998, (ο ενάγων) επισκέφθηκε το άνω υποκατάστημα, που διηύθυνε ο Λ.
Τ. και ...συμφώνησαν ότι η εναγομένη εταιρία θα εκτελούσε τις εντολές του για την αγορά ή πώληση των μετοχών, τέτοιες εντολές (αγοραπωλησίας μετοχών), στα πλαίσια των κεφαλαίων που θα είχε στη διάθεσή της, τα οποία θα κατέθετε στον με αριθμό ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όμως μπορούσε να διαβιβάσει και ο Λ.
Τ. με δική του πρωτοβουλία, κατ' εξουσιοδότηση που αυτός (ενάγων) είχε παράσχει. Για την έναρξη της συναλλαγής αυτής μέσω της εναγομένης εταιρίας, κατέθεσε αίτηση για τη δημιουργία μερίδας επενδυτή και την εξουσιοδότησε για το χειρισμό της μερίδας του αυτής. Κατόπιν των συμφωνιών αυτών στις 29/6/1998 κατέθεσε στον άνω λογαριασμό που του υπέδειξε, δικαιούχος του οποίου όπως φάνηκε στο αποδεικτικό που εκτυπώθηκε, ήταν ο Λ.
Τ. με τη σύζυγό του, το ποσό των 8.000.000 δρχ. για την αγορά μετοχών (όπως ανέγραψε και στο σχετικό καταθετήριο) της Εμπορικής Τράπεζας ... στις 14/7/1998 του κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό 2.000.000 δρχ. Στις 20/8/1998 του απέστειλε για ενημέρωσή του μέσω φαξ έγγραφο που ονόμαζε ΠΙΝΑΚΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ με επικεφαλίδα Α. Τ., για το χρονικό διάστημα από 29/6/1998 - 20/8/1998, στον οποίο αναγράφονταν οι παραπάνω καταθέσεις του και ότι το χρονικό αυτό διάστημα με τα χρήματα που του κατέθεσε αγόρασε 300 μετοχές της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ αντί 7.950.000 δρχ.
και 300 μετοχές ΜΑΊΛΗΣ αντί 2.004.000 δρχ. και ότι στις 20/8/1998 πώλησε τις μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας αντί 9.966.000 δρχ. ήτοι με κέρδος 2.016.000 δρχ. Την ίδια ημέρα του απέστειλε και άλλο έγγραφο, το οποίο ονόμαζε ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ με επικεφαλίδα πάλι Α. Τ., με το οποίο τον πληροφορεί ότι την ημερομηνία εκείνη αυτός (ενάγων) είχε τις 300 μετοχές ΜΑΊΛΗΣ και μετρητά χρήματα 9.833.667 δρχ.
προφανώς από τη πώληση των μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας. Έκτοτε τον βομβάρδιζε συνεχώς με τέτοια έγγραφα, στα οποία απεικόνιζε αγοραπωλησίες μετοχών με μεγάλο κέρδος (σχεδόν με διπλασιασμένο το κεφάλαιό του ... Αρχές Ιουνίου του 1999 δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες για υπεξαιρέσεις και οικονομικά ανοίγματα της εναγομένης εταιρίας από τη δραστηριότητα του άνω υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη ...
Η λειτουργία του υποκαταστήματος εν τοις πράγμασι σταμάτησε, αφού κάθε ημέρα το επισκέπτονταν εκατοντάδες εξαπατημένων πελατών, ο Λ. Τ. συνελήφθη και προφυλακίστηκε, ανεστάλη με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η λειτουργία της ΑΧΕ, επειδή διαπίστωσε τα οικονομικά ανοίγματα της εταιρίας και παραβάσεις των § 4.3γ, 10.2.δ, 7.2 γ και 5.3 του Κώδικα δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Με την ίδια απόφαση διαπιστώθηκε ότι η οργανωτική δομή, η λογιστική κατάσταση και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 § 1 του Ν. 1806/1988, η δε λειτουργία της είναι επικίνδυνη για τους επενδυτές και την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Στη συνέχεια προφυλακίστηκαν και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων.
Αμέσως (ο ενάγων) προσέτρεξε στα γραφεία της πιο πάνω εταιρίας, από όπου πληροφορήθηκε ότι: α) δεν είχε καμία μετοχή στο χαρτοφυλάκιό του, β) όλα τα παραπάνω ενημερωτικά έγγραφα που έστελνε ο Λ. Τ. ήταν ψεύτικα, και γ) ότι ουδεμία μετοχή αγόρασε ή πώλησε και ότι δ) ουδέν ποσό είχε καταβάλει σ' αυτήν για την αγορά μετοχών.
Έτσι αποδείχθηκε το μέγεθος της σε βάρος του, αλλά και σε βάρος εκατοντάδων άλλων επενδυτών, απάτης και υπεξαίρεσης, αφού αποδείχθηκε ότι το χρονικό αυτό διάστημα και κυρίως από το Μάιο του 1998 μέχρι το τέλος του Μαΐου του 1999 τα χρήματα που του διδόταν για την αγορά μετοχών από τους πελάτες του υποκαταστήματος ο Λ.
Τ. τα υπεξαιρούσε και για την εξαπάτησή τους κατάρτιζε και τους παρέδιδε τα άνω έγγραφα, τα οποία αφενός μεν δεν απεικόνιζαν την πραγματική κατάσταση των συναλλαγών και της διάρθρωσης του χαρτοφυλακίου αφετέρου ήταν πλαστά, αφού δεν ήταν έγγραφα της παραπάνω εταιρίας. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι και σε βάρος εκείνων των επενδυτών, που διέθεταν πραγματικό χαρτοφυλάκιο, προέβαινε σε ανάλογες υπεξαιρέσεις χρημάτων και μετοχών με πλαστογραφήσεις των υπογραφών κ.λ.π.
Στην περίπτωσή του δε τον έπεισε, με την άνω ιδιότητά του, ότι μπορούσε να καταθέσει χρήματα στο λογαριασμό που του υπέδειξε και ότι αυτός με τα χρήματα αυτά θα του αγόραζε μετοχές, ενώ πρόθεση του εξαρχής ήταν η υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών, την οποία θα επιτύγχανε εξαπατώντάς τον με τη σύνταξη και αποστολή των άνω ψευδών και πλαστών εγγράφων, με τα οποία τον πληροφορούσε και διαβεβαίωνε για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών και κατοχή χρημάτων ή μετοχών, ενώ τούτο ήταν ψευδές, αφού εξαρχής αυτός είχε υπεξαιρέσει τα χρήματα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Λ. Τ. διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της υπεξαίρεσης και της απάτης και έτσι τον ζημίωσε παράνομα και υπαίτια και υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Σε ολόκληρο συνυπεύθυνοι για την αποζημίωσή του είναι και η πρώτη των εναγομένων ΑΧΕ σωρευτικά τόσο με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914) όσο και με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ αλλά και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων (αναιρεσείοντες) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 71 ΑΚ...Η εναγομένη εταιρία ... 1) Κατά απαράδεκτο και επικίνδυνο τρόπο, τόσο για τα συμφέροντα τα δικά της όσο και των πελατών της, είχε επιτρέψει την προσωποποίηση και ταύτιση του υποκαταστήματος αυτού με τον Λ.
Τ., έτσι ώστε επέτρεψε τη δημιουργία εντυπώσεων στο κοινό και σε αυτόν (ενάγοντα), ότι αυτός ταυτίζεται με την ΑΧΕ, ότι είναι χρηματιστής και όχι απλός διευθυντικός υπάλληλός της, 2) του είχε εκχωρήσει απαράδεκτα, και χωρίς ανάλογες ασφαλιστικές δικλείδες (π.χ. δεύτερη υπογραφή για την ανάληψη υποχρεώσεων, ή παρουσία και ετέρου εμπίστου σε αυτήν προσώπου) δικαίωμα εκπροσώπησης και μάλιστα υπογραφής τραπεζικών επιταγών, χωρίς να ελέγχει τον αριθμό των εκδιδομένων τραπεζικών επιταγών.
Επιπλέον του είχε παραχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και διαχείρισης των κεφαλαίων των πελατών ως επίσης και κατοχής των μετοχών των πελατών της. Το σύνολο των πληρωμών και εισπράξεων, ως επίσης της παραλαβής ή της παράδοσης των μετοχών των πελατών της, διενεργούνταν από το υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης, και όχι απευθείας από το κεντρικό κατάστημά της, χωρίς ταυτόχρονα να έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή υπεξαιρέσεων.
Έτσι, π.χ., ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να μην έχει στη διάθεση του Λ. Τ. χρηματικά ποσά και μετοχές, μολαταύτα δεν λάμβανε τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή υπεξαιρέσεων και επέτρεπε ή ανεχόταν την καταχώρηση στα βιβλία της πληρωμών μεγάλων ποσών σε πελάτες της μετρητοίς (πληρωμή που δεν μπορούσε να γίνει πρακτικά, αφού ήταν απίθανο να διαθέτει τέτοια ποσά το υποκατάστημα) και όχι μέσω τραπεζικών εμβασμάτων ή καταθέσεων, όπως επιβαλλόταν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ήταν η πάγια πρακτική όλων των ΑΧΕ.
Άλλωστε, ο τρόπος αυτός πληρωμών (μέσω τραπεζών) εξασφάλιζε τόσο την πρώτη εναγομένη όσο και τους πελάτες της από το κίνδυνο υπεξαιρέσεων. Επίσης, ουδέποτε ήλεγξε αν οι εγγραφές πληρωμών προς τους πελάτες ήταν πραγματικές ή εικονικές και αν πράγματι οι υπογραφές για καταβολή χρημάτων ήταν γνήσιες ή όχι.
Αν πράγματι προέβαινε σε τέτοιο ουσιαστικό έλεγχο, και όχι το τυπικό που ισχυρίζεται ότι έκανε, θα διαπίστωνε το περίεργο γεγονός να αναλαμβάνονται δεκάδες εκατομμυρίων από το ταμείο της ΑΧΕ από τον Λ. Τ., για δήθεν πληρωμές σε πελάτες, μετρητοίς και όχι με τραπεζικές επιταγές, στα γραφεία του υποκαταστήματος, και μάλιστα από πελάτες όχι κατοίκους … και να υπογράφονται αποδείξεις με πανομοιότυπο τρόπο.
Η εναγομένη εταιρία, κατά παράλειψη της νομίμου υποχρέωσής της αλλά και της ακολουθούμενης πρακτικής σε τέτοιες συναλλαγές, ουδέποτε ενημέρωνε τους με το υποκατάστημα της … συναλλασσομένους πελάτες της και συνεπώς ούτε και αυτόν (ενάγοντα) για τις αγοραπωλησίες των μετοχών, ούτε για τη κίνηση του λογαριασμού, όπως δε ισχυρίστηκε εκ των υστέρων, αυτήν την υποχρέωση την είχε εκχωρήσει ανεπίτρεπτα στο άνω υποκατάστημα.
Αλλά και αν ακόμη είχε μεταβιβάσει την υποχρέωση αυτή στο υποκατάστημα, δεν ήλεγξε αν πράγματι ενημέρωνε τους πελάτες της. Αποτέλεσμα της ως άνω παράλειψής της ήταν ο Λ. Τ., εκμεταλλευόμενος την άγνοια, την απειρία ή και την αφέλεια των πελατών και της εμπιστοσύνης που ενέπνεε από τη θέση του αυτή, να προβαίνει σε πωλήσεις μετοχών χωρίς εντολές των πελατών, να υπεξαιρεί χρήματα που του εμπιστεύθηκαν οι πελάτες ή μετοχές και γενικά να ενεργεί κατά βούληση και σύμφωνα με τις εγκληματικές διαθέσεις του για απάτη και υπεξαίρεση των πελατών της αλλά και αυτού.
Άλλωστε, η εναγομένη εταιρία, οικονομικών συμφερόντων των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, έμπειρων χρηματιστών, του εμπιστεύθηκε τη θέση αυτή γιατί του είχε πλήρη εμπιστοσύνη, γεγονός που παραγνώριζε την ανησυχία και επιφυλακτικότητα και του πιο δύσπιστου και επιφυλακτικού πελάτη. Ταυτόχρονα, λόγω της έλλειψης αυτής ενημέρωσης εκ μέρους της ΑΧΕ, ο Λ.
Τ. άδραξε την ευκαιρία και από κάποιο χρονικό σημείο και μετά άρχισε να ενημερώνει τους πελάτες της και τον ίδιο (ενάγοντα), με βάση πλαστά και αναληθή έγγραφα, για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών ή διάρθρωσης δήθεν χαρτοφυλακίου του, γεγονός που θα αποδεικνύονταν πάραυτα και έγκαιρα, αν η εναγομένη τον ενημέρωνε για την μηδενική κατάσταση της χρηματικής του καρτέλας.
Ανέχθηκε την επάνδρωση του υποκαταστήματος αυτού με πρόσωπα συγγενικά, φίλους ή προσληφθέντες από αυτόν (Λ. Τ.), ενώ θα έπρεπε να έχει προσλάβει και δικό της έμπιστο πρόσωπο για τον έλεγχο των συναλλαγών, ενόψει της παραχωρηθείσης σε αυτόν ευρείας εξουσιοδότησης. Επιπλέον, δεν προέβαινε σε αιφνίδιους και απροειδοποίητους επισκέψεις και ελέγχους του υποκαταστήματος, που αν προέβαινε, σίγουρα θα διαπίστωνε τις παρανομίες του, όπως συνέβη το Ιούνιο του 1999, όταν καθ' ομολογία της ανακάλυψε τις παρανομίες στις 4/6/1999 "σε αιφνιδιαστικό έλεγχο που έγινε από την ίδια την εταιρία μέσω των νομίμων εκπροσώπων και των ελεγκτών της".
Η εναγομένη ΑΧΕ υποχρεούται να τον αποζημιώσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, αφού, συνεπεία των προαναφερομένων πράξεων και παραλείψεων της, ενόψει και της φύσης της δραστηριότητας, τον ζημίωσε, δεδομένου ότι ο Λ. Τ., με την άνω ιδιότητά του, υπεξαίρεσε το ποσό των 15.000.000 δρχ., που εισέπραξε από αυτόν για την αγορά των μετοχών, που δεν αγόρασε.
Υποχρεούται επίσης να τον αποζημιώσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ, αφού ο προστηθείς από αυτήν Λ. Τ. ήταν υπάλληλός της και διευθυντής του υποκαταστήματος, τον είχε προσλάβει για την εκπλήρωση του σκοπού της και συνεπώς υπήρχε κατά το χρόνο διάπραξης των αδικοπραξιών-υπεξαιρέσεων σε σχέση εξάρτησης από αυτήν, αφού είχε τη νομική δυνατότητα και έδιδε εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.
Τις υπεξαιρέσεις αυτές τις έκανε υπό την ιδιότητά του αυτή, εντός του καταστήματος και ήταν συναφής με το κύκλο εργασιών της εταιρίας που ήταν η αγοραπωλησία μετοχών. Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κύριοι μέτοχοι της εναγομένης εταιρίας, υπό την άνω ιδιότητα των εκπροσώπων της και υπευθύνων σύμφωνα με το νόμο για την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, επέδειξαν αν όχι ανοχή, τουλάχιστο όμως βαρεία αμέλεια.
Συγκεκριμένα, δεν επέδειξαν την επιβαλλομένη, από το επάγγελμά τους, το αντικείμενο των εργασιών της εναγομένης εταιρίας και τις περιστάσεις, επιβαλλόμενη επιμέλεια κατά την άσκηση της διαχειριστικής εξουσίας που τους ανατέθηκε, αφού δεν άσκησαν το δέοντα έλεγχο και εποπτεία στο υποκατάστημα της …, όπου είχαν ορίσει διευθυντή τον Λ.
Τ. και προέβησαν στις υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις που αναφέρονται παραπάνω.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων έχουν αυτοτελή, πρόσθετη και σε ολόκληρο με την πρώτη εναγομένη υποχρέωση να τον αποζημιώσουν για την αυτήν ως άνω ζημιά του. Επομένως, οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, είναι σε ολόκληρο υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της άνω θετικής του ζημίας που ανέρχεται συνολικά σε 15.000.000 δρχ.
ή 44.020,54 ευρώ." Με βάση το ιστορικό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας, νομιμοτόκως, το ως άνω ποσό των 44.020,54 ευρώ, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, αναφορικά με τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση.
Ειδικότερα, αναφέρονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής με επάρκεια τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και αμελή συμπεριφορά των ως άνω εναγομένων-αναιρεσειόντων, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας, άλλωστε, είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, και γίνεται εξειδίκευση των παραλειφθέντων (εκ μέρους αυτών) μέτρων και ελέγχων, στην έλλειψη των οποίων ανάγεται αιτιωδώς η επικαλουμένη (και επαρκώς προσδιορισμένη) ζημία του ενάγοντος.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 71, 298, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, όπως η έννοια αυτών αναλύεται ειδικότερα παρακάτω, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων λόγω αδικοπραξίας, ενώ δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως όφειλε κατά τους αναιρεσείοντες, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού τους.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι εσφαλμένα δέχθηκε, (με την κύρια αιτιολογία), ότι η ένσταση αοριστίας, που αυτοί πρόβαλαν, είναι απορριπτέα για το λόγο ότι κρίθηκε δεσμευτικά το ορισμένο της ένδικης αγωγής με την προαναφερθείσα 1486/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η πιο πάνω (επάλληλη) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση, που στηρίζει το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.
3.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δε βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ. δ', του Ν 3632/1928 περί χρηματιστηρίων αξιών, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2341/1940 περί συμπληρώσεως των περί χρηματιστηρίων αξιών διατάξεων: "Ο χρηματιστής θεωρείται έμπορος, ασκών δημόσιον λειτούργημα. Ο χρηματιστής τηρεί ... βιβλιάριον τριπλοτύπων πινακιδίων, προωρισμένων όπως εξ εκάστου πινακιδίου το ...
πρώτον τμήμα παραδίδεται εντός 24 ωρών από της συνάψεως της συναλλαγής υπό του χρηματιστού εις τον εντολέα ...". Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 1806/1988 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις: "Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών γενικώς αναφέρεται η λέξη "χρηματιστής", από την ισχύ του νόμου αυτού νοείται ως χρηματιστής και η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία.
Οι χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι υπόκεινται στις ίδιες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις με τους χρηματιστές". Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του αυτού Νόμου: "Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία διορίζει εκπροσώπους της, οι οποίοι ονομάζονται χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του αυτού Νόμου, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2324/1995 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια αξιών: "Η χρηματιστηριακή εταιρία ...
πρέπει ... να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες της, των οποίων διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον υπάρχει μεταβολή ...". Κατά την Απόφαση ΥΠΕΘΟ 12263/Β.500/11-4-1997: Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997): "Οι βασικές αρχές δεοντολογίας είναι οι εξής: (α) Πρώτη Αρχή:
Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (άρθρο 3 παρ. 2α) ... . Για την εκπλήρωση υποχρεώσεων των εταιριών, που απορρέουν από την πρώτη αρχή θα λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε (α) να διασφαλίζεται η ορθολογική διοικητική οργάνωση της εταιρίας, (β) να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας ... (δ) να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα (άρθρο 4 παρ. 2) ...
Οι εταιρίες θα λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία πελατών, τα οποία κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται ... για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, η εταιρία θα εξασφαλίζει ότι ...
θα τηρούνται λογαριασμοί αξιών και μετρητών ανά πελάτη της και ότι θα ενημερώνονται αμέσως ως προς οποιαδήποτε μεταβολή (άρθρο 4 παρ. 3) ... Χωρίς αυτό να περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την ευθύνη των εταιριών και των καλυπτομένων προσώπων) για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης, που απορρέει από την δεύτερη αρχή, συνιστάται ενδεικτικά η λήψη μέτρων, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στα ακόλουθα: (α) να εξασφαλισθεί η ορθολογική οργανωτική διάρθρωση της εταιρίας, με στόχο: (α) την ελαχιστοποίηση των ενδιάμεσων πράξεων μεταξύ εντολής και εκτέλεσης ... (γγ) τον περιορισμό, κατά το δυνατό, της χρησιμοποίησης άλλων ενδιαμέσων, εντός της εταιρίας, για την εκτέλεση της εντολής (δδ) την τήρηση ασφαλών και αποτελεσματικών εσωτερικών διαδικασιών υλοποίησης των παρεχόμενων εντολών (άρθρο 5 παρ. 1.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω προς την αρχή ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, συνάγεται ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις ήτοι:
Να αποστέλλουν απευθείας στους εντολείς-πελάτες των εταιριών το οικείο αντίτυπο πινακιδίου περί πώλησης ή αγοράς μετοχών στο όνομά τους, να ενημερώνουν απ' ευθείας αυτούς περιοδικώς ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και να αποδίδουν απευθείας στους δικαιούχους τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησαν για λογαριασμό τους ή το τίμημα που εισέπραξαν, από την εκποίηση αυτών, πιστώνοντας τον -τηρητέο κατά τα ανωτέρω- ειδικό λογαριασμό εκάστου.
Ανεξαρτήτως τούτων, σύμφωνα με γενική δικαιϊκή αρχή, αν κάποιος εξουσιάζει μια πηγή κινδύνων για τους τρίτους, και ειδικότερα αυτός που με προηγούμενη θετική ενέργειά του δημιούργησε κατάσταση επικίνδυνη για τους τρίτους, έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα αποτροπής των ζημιών, που μπορεί να προκληθούν από την κατάσταση αυτή σε τρίτους.
Συνιστά δε τέτοια πηγή κινδύνων και η ανάθεση ή ανοχή ανεξέλεγκτης διαχείρισης ξένων περιουσιών, και ιδίως χρημάτων και συναφών κινητών αξιών, επ' ονόματι οικονομικών φορέων που, λόγω του θεσμικού τους ρόλου, παρέχουν πίστη στο ευρύ κοινό ως προς την ηθική και οικονομική φερεγγυότητά τους, όπως είναι και οι χρηματιστηριακές εταιρίες και, γενικότερα, οι εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 1071/2009, ΑΠ 748/2008, ΑΠ 1398/2007, ΑΠ 846/2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", που είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, λειτουργεί με έδρα την … και έχει σκοπό τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών και τη σύναψη χρηματιστηριακών συμβάσεων, που καθορίζονται στο Ε' κεφάλαιο του ν. 1806/1988.
Σύμφωνα δε με το νόμο 1969/1991, έχει τη δυνατότητα, για την εξυπηρέτηση του άνω σκοπού της, να ιδρύει καταστήματα, υποκαταστήματα και παραρτήματα σε πόλεις της Ελλάδος και του εξωτερικού. Στο πλαίσιο αυτό, ίδρυσε υποκατάστημα στη …, όπου όρισε και απασχόλησε, μέχρι τις αρχές Ιουνίου 1999, ως υπεύθυνο υπάλληλο και διευθυντή, τον Λ.
Τ., στον οποίο ανέθεσε πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία και πρωτοβουλία δράσης, σχετικώς με πράξεις που γίνονταν στο υποκατάστημα, αλλά και τη διενέργεια κάθε υλικής πράξης που σχετιζόταν με την λειτουργία του υποκαταστήματος αυτού. Ο Λ. Τ. τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της προστήσασας αυτόν άνω ανώνυμης εταιρίας, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.
Στα πλαίσια αυτών των αρμοδιοτήτων του, πραγματοποιούσε επαφές με τους πελάτες, εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας, παρείχε συμβουλές στους πελάτες, κατάρτιζε τις με αυτούς συμβάσεις, διαβίβαζε τις εντολές τους για τη διενέργεια των συναλλαγών και τους παρέδιδε κάθε έγγραφο που εξέδιδε η εταιρία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.
Ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, δικηγόρος Λάρισας, το καλοκαίρι του έτους 1998 ήλθε σε επαφή με τον Λ. Τ. και μέσω αυτού, συνήψε με την πιο πάνω εταιρία, σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, με την οποία ανέθεσε στην τελευταία, έναντι αμοιβής, να ενεργεί στον όνομα και για λογαριασμό του χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή αγορά και πώληση μετοχών ανώνυμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο.
Από 29-6-1998 μέχρι και 22-7-1999, είχε ανοίξει μερίδα επενδυτή με αριθμό ... και είχε εξουσιοδοτήσει την πιο πάνω εταιρία για τον χειρισμό της. Στις 29-6-1998, ο εκκαλών, μετά από σχετική υπόδειξη του άνω διευθυντή της ανώνυμης εταιρίας, Λ. Τ., ο οποίος του ανακοίνωσε ότι ήταν σε θέση, λόγω της εμπειρίας του, να του εξασφαλίσει επωφελείς τοποθετήσεις των κεφαλαίων του στο χρηματιστήριο, κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό του τελευταίου, με τη σύζυγο του, το ποσό των 8.000.000 δραχμών και περαιτέρω, στις 14-7-1998, κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό, το ποσό των 2.000.000 δραχμών.
Με τις πληρωμές των άνω ποσών ο εκκαλών προσδοκούσε να αποκτήσει επικερδείς μετοχές και να αυξήσει τα χρήματά του. Ο Λ. Τ., τον ενημέρωνε σχετικώς με τις επενδύσεις, ότι δηλαδή είχε δήθεν αγοράσει μετοχές και του απέστειλε κατά καιρούς, καταστάσεις, που ετιτλοφορούντο "Πίνακας Συναλλαγών" και "Διάρθρωση Χαρτοφυλακίου" με το όνομά του και την επωνυμία της άνω ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας.
Στις καταστάσεις αυτές εμφανιζόταν η αγορά των εν λόγω μετοχών και η ένταξή του στο συνολικό χαρτοφυλάκιο του εκκαλούντος, έτσι ώστε ο τελευταίος έμενε με την εντύπωση ότι είχαν υλοποιηθεί οι εντολές του και το χαρτοφυλάκιό του περιείχε τους αναφερόμενους στα άνω έγγραφα τίτλους. Αρχές Ιουνίου του έτους 1999 όμως, ο εκκαλών διαπίστωσε ότι ουδεμία μετοχή είχε αγοράσει ο Λ.
Τ. για λογαριασμό του, αλλά αντιθέτως τα χρήματα που του είχε καταβάλει, των 10.000.00 δραχμών (ήδη 29.347,03 Ευρώ), τα είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί παράνομα, ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του. Με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά, έχει πλέον κριθεί αμετάκλητα, δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, ήτοι της 4175/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των 4595/2006 του Εφετείου Αθηνών και των 686/2008 και 1486/2008 του Αρείου Πάγου, ότι η προαναφερόμενη εταιρία, ως προστήσασα τον Λ.
Τ., υποχρεούται, λόγω της ανωτέρω αδικοπραξίας του σε βάρος του εκκαλούντος, να του καταβάλει ως αποζημίωση το άνω ποσό των 29.347.03 ευρώ και επί πλέον 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, εξάλλου, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα. Οι δεύτερος και τρίτος των εφεσίβλητων και ήδη πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου της πιο πάνω εταιρίας, είναι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, όπως και δεν αρνούνται.
Οι τελευταίοι, επίσης, αποδείχθηκε, ότι ευθύνονται εις ολόκληρον με την εν λόγω ανώνυμη εταιρία για την άνω παράνομη πράξη που διέπραξε σε βάρος του εκκαλούντος ο Λ. Τ.. Ειδικότερα, μολονότι είχαν υποχρέωση από το καταστατικό, το νόμο αλλά και τα συναλλακτικά ήθη να ασκούν έλεγχο στο προσωπικό, στους υπαλλήλους, όπως και στους διευθυντές και αντιπροσώπους της άνω εταιρίας, (ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με αυτή πελατών της), κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επέδειξαν βαριά αμέλεια, λαμβανομένου υπόψη, ότι αποδείχθηκε πως οι εφεσίβλητοι αυτοί, με την άνω ιδιότητά τους είχαν παραχωρήσει στον Λ.
Τ. πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία και πρωτοβουλία δράσης, δεσμεύουσα την εταιρία, αφήνοντάς του ανεξέλεγκτη τη διαχείριση του υποκαταστήματος στη …, καθιστώντάς τον έτσι πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των συναλλασσομένων με την εταιρία που οι ίδιοι εκπροσωπούσαν. Από την αμέλεια τους δε αυτή; κατέστη δυνατή η τέλεση από τον Λ.
Τ. της άνω παράνομης και υπαίτιας πράξης της υπεξαίρεσης σε βάρος του εκκαλούντος. Πιο συγκεκριμένα, οι δεύτερος και τρίτος των εφεσίβλητων από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος να εξασφαλίζει την επαρκή επίβλεψη και εποπτεία των υπαλλήλων της άνω εταιρίας και στη συγκεκριμένη περίπτωση του Λ.
Τ., ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος των συμφερόντων των πελατών της απ' αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας και κατ' ακολουθία και του εκκαλούντος αφού, κατά παράβαση των ρηθεισών υποχρεώσεών τους δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο διασταύρωσης και επιβεβαίωσης αν οι εγγραφές πληρωμών προς τους πελάτες ήταν πραγματικές ή εικονικές και αν πράγματι οι υπογραφές για καταβολή χρημάτων ήσαν γνήσιες ή όχι και σε τελική ανάλυση αν η φερόμενη καταβολή χρημάτων τοις μετρητοίς μεγάλων ποσών σε πελάτες της, από το υποκατάστημα της … ήταν πραγματική, ούτε αν οι νομίμως επιβεβλημένες περιοδικές ενημερώσεις των πελατών τους έφθαναν όντως στον προορισμό τους, αλλ' ούτε αν είχαν συναφθεί με τους πελάτες της εκπροσωπούμενης απ' αυτούς εταιρίας, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, οι επιβαλλόμενες από τον κώδικα Δεοντολογίας του ΕΠΕΥ, έγγραφες συμβάσεις.
Αν οι εφεσίβλητοι είχαν προβεί στην εξασφάλιση αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου και είχαν φροντίσει για την υπογραφή έγγραφων συμβάσεων, κατά τα ειδικότερα προεκτεθέντα, θα είχε αποτραπεί η ζημία του εκκαλούντος αφού, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στον Λ. Τ. να τον ενημερώνει με αναληθή έγγραφα για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών του και δήθεν διάρθρωση του χαρτοφυλακίου του, ούτε να του υποδεικνύει την κατάθεση των χρημάτων του σε κοινό (με τη σύζυγο του) λογαριασμό, κάτι που ο εκκαλών έπραξε, όπως έχει προαναφερθεί και τελικώς, θα είχε αποτραπεί η ιδιοποίηση από τον Λ.
Τ. του χρηματικού ποσού των 29.347,03 ευρώ του εκκαλούντος, κατά τα προεκτεθέντα...Αντίθετο συμπέρασμα, εξάλλου, ότι δηλαδή, οι δεύτερος και τρίτος των εφεσίβλητων είχαν λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα ελέγχου της απ' αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας, δεν μπορεί να εξαχθεί από το ότι η τελευταία: 1) Συνεργάζονταν με τον ελεγκτή Ε.
Σ., 2) τελούσε υπό τον ετήσιο τακτικό οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο του Ορκωτού ελεγκτή Σ.Ο.Λ. Θ. Π., 3) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε αναθέσει στην εταιρία Deloitted Touch τη διενέργεια ελέγχου στην εταιρία, 4) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε εγκρίνει την πρόσληψη ως υπευθύνου υπαλλήλου του υποκαταστήματος της εταιρίας στη … τον Λ.
Τ., 5) ο Κανονισμός Λειτουργίας του υποκαταστήματος αυτού, ο οποίος προέβλεπε ρητώς τα καθήκοντα του τελευταίου, αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης εργασίας του και 6) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε ελέγχους που διενεργούσε στην εταιρία δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα στις εγγραφές της ή στις συναλλαγές της με τους πελάτες της, όπως υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι.
Συγκεκριμένα, οι επικαλούμενοι από τους τελευταίους άνω έλεγχοι αποδείχθηκε ότι περιορίζονταν στις λογιστικές κυρίως εγγραφές, ενώ όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούν την πλήρως, κατά τα άνω, αποδειχθείσα, παντελή έλλειψη μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας. Η αναφορά στην άνω 21/222/31-7-01 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι δεν εμφανίσθηκαν άλλες περιπτώσεις, εκτός από το υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, από τις οποίες να συνάγεται ότι η εταιρία αντιμετωπίζει γενικότερο πρόβλημα οργάνωσης και διοίκησής της και οι βασικοί μέτοχοι κρίνονται άτομα χαίροντα εκτίμησης στη χρηματιστηριακή αγορά, αφενός μεν αφορούν μεταγενέστερο του επίδικου χρονικό διάστημα, αφετέρου δε, δεν αναιρούν το ήδη προαναφερόμενο περιεχόμενο της ίδιας απόφασης, από το οποίο σαφώς προκύπτει η έλλειψη αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.
Η έλλειψη αυτή δεν αναιρείται βεβαίως από το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι, όταν μεταγενεστέρως διαπίστωσαν την παράνομη δράση του Λ. Τ. κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας του, έκλεισαν το υποκατάστημα … και υπέβαλαν σε βάρος του μήνυση για απάτη, υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, ούτε από την αναφορά στο 141/01 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ότι "οι εφεσίβλητοι τελούσαν σε πλήρη άγνοια της παράνομης δραστηριότητας του Λ.
Τ., δεδομένου ότι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές ορισμένων από τους εκκαλούντες διεξάγονταν αποκλειστικά από τον προαναφερθέντα χωρίς τη μεσολάβηση της ΑΛΚΗ ΑΧΕ ...", κάτι που αφορά τη μη δεσμεύουσα το παρόν Δικαστήριο, ποινική έκβαση άλλων παθόντων από την παράνομη συμπεριφορά του Λ. Τ.. Περαιτέρω, το υποστηριζόμενο από τους εφεσίβλητους ότι ουδεμία προσωπική ευθύνη έχουν, αφού για τις παράνομες πράξεις του Λ.
Τ., ευθύνεται μόνο η προστήσασα αυτόν ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία την οποία οι ίδιοι εκπροσωπούν, δεν είναι νόμιμο. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1, 2 του ν. 1806/1988, του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο 3 παρ. 1, διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2324/1995, της απόφασης ΥΠΕΘ &12263/.500/11-4-1997 (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), με εκείνη του άρθρου 71 ΑΚ, οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις του και ενσαρκώνεται η βούλησή τους.
Επομένως, οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις, ήτοι, μεταξύ άλλων να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας και να λαμβάνουν τα προεκτεθέντα μέτρα.
Επομένως, οι εφεσίβλητοι, που κατά τα άνω αποδείχθηκε ότι από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν του άνω μηχανισμούς, όπως ώφειλαν κατά το νόμο, το καταστατικό της απ' αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας, αλλά και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, ενόψει του ότι, κατά τα ήδη εκτενώς προλεχθέντα, οι τελευταίοι, είχαν ανεχθεί ανεξέλεγκτη διαχείριση ξένων περιουσιών εκ μέρους του Λ.
Τ., καθιστώντας τον "πηγή κινδύνου" είχαν προσωπική ευθύνη για την άνω αδικοπραξία του τελευταίου. Το συνεχώς επαναλαμβανόμενο, εξάλλου, από τους εφεσίβλητους, ότι δηλαδή δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της όποιας δικής τους αμέλειας, την οποία αρνούνται, και του ζημιογόνου για τον εκκαλούντα αποτελέσματος, για το λόγο ότι ο τελευταίος κατέθεσε τα χρήματά του που ιδιοποιήθηκε ο Λ.
Τ. σε προσωπικό λογαριασμό αυτού, δεν είναι βάσιμο. Και αυτό γιατί, αποδείχθηκε; ότι αν οι εφεσίβλητοι είχαν φροντίσει να λάβουν τα επιβαλλόμενα και απαραίτητα μέτρα που θα εξασφάλιζαν ύπαρξη αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου, όπως ώφειλαν και αμελώς φερόμενοι παρέλειψαν, δεν θα είχε τη δυνατότητα ο Λ.
Τ. να υποδείξει τον τρόπο αυτό της συναλλαγής στον εκκαλούντα και θα αποτρεπόταν η ζημία του, κατά τα διεξοδικώς προεκτεθέντα. Το ότι υπάρχουν ποινικές αποφάσεις που απαλλάσσουν τους εφεσίβλητους από αξιόποινες πράξεις που τους αποδόθηκαν σε σχέση με τις απάτες και υπεξαιρέσεις που διέπραξε ο Λ. Τ.; τις οποίες οι τελευταίοι προσκομίζουν και επικαλούνται, δεν αναιρεί την άνω αποδειχθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους.
Όλες οι άνω αποφάσεις που αφορούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων και όχι την αποδειχθείσα αδικοπραξία των εφεσίβλητων, λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται μαζί με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Συνακόλουθα, οι εφεσίβλητοι πρέπει να αποζημιώσουν τον εκκαλούντα καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση το ποσό των 29.347,03 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η θετική του ζημία, όπως έχει πλέον αμετάκλητα κριθεί, κατά τα ήδη προαναφερόμενα.
Περαιτέρω, από τη τέλεση της άνω αδικοπραξίας, ο εκκαλών υπέστη ηθική βλάβη, ως χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να του καταβληθεί, λαμβανομένων υπόψη της ζημίας του, του βαθμού της υπαιτιότητα των εφεσίβλητων, των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η άνω αδικοπραξία και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το ποσό των 3.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσειόντων είναι νόμιμη και κατ' ουσίαν εν μέρει βάσιμη και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ως μη νόμιμη, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 32.347,03 (29.347,03+3.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο: 1) Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 71 ΑΚ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 297, 298, 922 και 330 ΑΚ, δεχόμενο ότι είναι δυνατή υπό τους όρους του άρθρου 914 Α.Κ. η παράλληλη και εις ολόκληρον με την προστήσασα εταιρία (υποκειμενική) ευθύνη των αναιρεσειόντων οργάνων της για την πράξη του προστηθέντος, την οποία δέχθηκε ως αποδειχθείσα και δεν επεξέτεινε την αντικειμενική ευθύνη του νομικού προσώπου της εταιρίας στα φυσικά πρόσωπα.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, υπό στοιχ.1-1, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι τα Εφετείο κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου επεξέτεινε την ευθύνη της εταιρίας στους αναιρεσείοντες ως καταστατικών οργάνων της, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέδειξαν οι ίδιοι παράλληλη αδικοπρακτική συμπεριφορά, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση. 2) Δεν δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ως εξουσιαζόντων την πηγή κινδύνου από την οποία επήλθε η ζημία και ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, υπό στοιχ. 1-1 και 1-2, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση των άρθρων 914 και 2 παρ.1, 5 παρ. 1 και 3 και 25 παρ.2 του Συντάγματος δέχθηκε ότι μπορεί να αποτελέσουν πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα τρίτων και πρόσωπα ενήλικα και ικανά προς δικαιοπραξία, όπως ο διευθυντής του υποκαταστήματος της χρηματιστηριακής εταιρίας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αντικειμενικής ευθύνης για τους εναγομένους που δημιούργησαν την πηγή αυτή του κινδύνου και δεν έλαβαν μέτρα αποτροπής πρόκλησης ζημίας σε τρίτους, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Εφετείο δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη των εναγομένων, ενώ πράγματι δέχθηκε υποκειμενική τους ευθύνη.
Ως πηγή δε κινδύνου το Εφετείο δε δέχθηκε αυτό καθ' εαυτό το πρόσωπο του προστηθέντος Λ. Τ., αλλά δέχθηκε (και ορθώς) την προηγούμενη επικίνδυνη κατάσταση που δημιούργησαν οι αναιρεσείοντες με την ανάθεση και ανοχή ανεξέλεγκτης διαχείρισης από τον Λ. Τ. ξένων περιουσιών. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως ανωτέρω, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 298 του ΑΚ, εφόσον με τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες ως όργανα της προστήσασας χρηματιστηριακής εταιρίας από βαριά αμέλειά τους δεν άσκησαν τον επιβαλλόμενο από το καταστατικό της εταιρίας και τα συναλλακτική ήθη έλεγχο και εποπτεία επί του προστηθέντος από την εταιρία διευθυντή του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο είχαν καταστήσει πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των επενδυτών με την εκτιθέμενη στην απόφαση ευρεία ανάθεση σ' αυτόν αρμοδιοτήτων και εκπροσώπησης της εταιρίας, χωρίς τη θέσπιση των αναγκαίων μηχανισμών ελέγχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διαπράξει την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (κατ' εξακολούθηση), την οποία δεν θα μπορούσε να διαπράξει αν οι εναγόμενοι τηρούσαν τις άνω υποχρεώσεις τους, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και καταφάσκεται η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εφόσον τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το Εφετείο συνιστούν παράνομη και υπαίτια κατά το άρθρο 914 ΑΚ συμπεριφορά των εναγομένων-αναιρεσειόντων, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τις ανέλεγκτες κατά τούτο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ευθύνη τους προς αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας του αναιρεσιβλήτου είναι ταυτόχρονα υποκειμενική και αντικειμενική, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι συναφείς δεύτερος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τρίτος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2010 αίτηση των Σ.-Α. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 3386/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ