252/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 252 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 252/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 252 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 252/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Φ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ... και 4) Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Ν. Μ. του Σ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8059/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2007 αίτησή τους και τους από 2-10-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 16-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων που ασκήθηκαν με το από 2-10-2008 δικόγραφο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 2 παρ. 1 και 21 παρ. 1, 2 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Τα θέματα των όρων και συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στην τελευταία περίπτωση η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Έτσι κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως. Οι κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα παραπάνω, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται µε τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών. Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματα τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη νόμου 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής. Εξάλλου, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6, 3 παρ. 1 γ, 5 και 8 παρ. 3 του τελευταίου αυτού νόμου ως και του άρθρου 12 του Ν. 1767/1988, προκύπτει ότι, και, κατά τα νυν ισχύοντα, στο δυνατό περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, η ρύθμιση σχετικά µε τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως και ο κανονισμός εργασίας και ότι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που εισήχθη το πρώτον µε τον παραπάνω νόμο, είναι η συλλογική σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως. Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955. Περαιτέρω οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται κανονισμός, που έχει ισχύ νόμου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση. Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά στη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύσει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (άρθρα 7, 10 Ν. 1876/1990). Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις. Αντιθέτως αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Για να καταστούν, όμως, συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός πρέπει να επικαλείται στη σχετική αγωγή του ότι οι όροι της προηγούμενης ΣΣΕ κατέστησαν με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής συμβάσεως και σ' αυτή να στηρίξει την αγωγή του και όχι στην καταργηθείσα ή τροποποιηθείσα προγενέστερη. Στο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί µε συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται κανονισμός, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, µε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον στον κανονισμό πρέπει να γίνεται ρύθμιση, ενώ η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά µε τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1, Ν. 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο, όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να µη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχείρισης και καταχρήσεως. Περαιτέρω, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας µε την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το Π.Δ. 156/1994, µε το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά µε τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα µε το άρθ. 2 παρ. 2 του ως άνω Π.Δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας µε αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησής της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα µε την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας ή της σχέσης εργασίας µε καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου. Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η μπορεί να γίνεται και µε παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω Π.Δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουσδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώσει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά δηλαδή την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου, αλλά έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 158/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Με την εκτέλεση δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του Π.Δ. 156/1994 γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και τη συλλογική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε.", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους για τους Διευθυντές, Υποδιευθυντές, Συμπράττοντας Υποδιευθυντές και Τμηματάρχες, β)... γ)... δ)... . Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του." Εάν ο υπάλληλος συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση παρατείνεται εωσότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα. Με πράξη του Διοικητή είναι δυνατό να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από τα παραπάνω όρια ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δυο συνολικά ετών. Για παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το ΔΣ της Τράπεζας με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας συγχρόνως και το χρόνο παράτασης, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους παραμένουν εκτός οργανικών θέσεων και η συμπλήρωση αυτή του ορίου ηλικίας βεβαιώνεται από τον υπηρεσιακό φάκελο των υπαλλήλων. Περαιτέρω, έλλειψη αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διατάξεως ουσιαστικού νόμου που εφαρμόσθηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες όμως πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Όταν, δηλαδή, υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που αναφέρονται στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια. Ο λόγος αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών δεν δημιουργείται όταν υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες, αλλ' όμως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τους όρους του νόμου όταν από την αντίφαση των αιτιολογιών δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια, ώστε να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, και όταν η αντίφαση αφορά τα νομικά επιχειρήματα της αποφάσεως ή η αντίφαση σημειώνεται μεταξύ νομικών συλλογισμών της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούντες, που γεννήθηκαν όλοι κατά το έτος 1945, προσλήφθηκαν από την εφεσίβλητη κατά σειρά στις 14-10-1963, 24-10-1964, 14-10-1963, 6-10-1964 και 1210-1962, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησαν ως υπάλληλοι του κύριου προσωπικού της τελευταίας και αφού εξελίχθηκαν στους ανώτατους και ανώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας της εφεσίβλητης, κατέχοντες το βαθμό του Διευθυντή οι τρίτος και πέμπτος (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση), το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' ο πρώτος, το βαθμό του Τμηματάρχη Α' ο δεύτερος και το βαθμό της Υποδιευθύντριας Β' η τέταρτη, αποχώρησαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία στις 1-1-2004, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ, που καταρτίσθηκε νομίμως, δηλαδή από τους εκπροσώπους της εργοδοσίας και των εργαζομένων, ήτοι από την πλευρά της τράπεζας με νόμιμα εξουσιοδοτημένα από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής πρόσωπα και από την πλευρά της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της, δηλαδή του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΕΤΕ), από νομίμως εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου εξουσιοδοτημένα πρόσωπα (βλ. άρθρο 4 παρ. 2 εδ. β και δ του ν. 1876/1990: "... Με το ίδιο έγγραφο γνωστοποιούνται τα εξουσιοδοτημένα για τη διαπραγμάτευση πρόσωπα" και "Ο ορισμός των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων για τη διαπραγμάτευση γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά", σε συνδυασμό με τις διατάξεις του των άρθρων 10-12 και 19 του προσκομιζόμενου αντιγράφου των Καταστατικού (ΣΥΕΤΕ), από τις οποίες προκύπτει ότι ο ορισμός των εκπροσώπων για τη διαπραγμάτευση και υπογραφή Επιχειρησιακής ΣΣΕ δεν ανήκει στις αρμοδιότητες τα γενικής συνέλευσης των μελών του εν λόγω σωματείου, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τους εκκαλούντες, αλλά στις ευρύτερες αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού), και τροποποίησε επίσης νομίμως, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι εντός του έτους 2003 είχαν συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας τους και τουλάχιστον τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, παρέχουσα σ' αυτούς δικαίωμα λήψεως πλήρους σύνταξης. Συγκεκριμένα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 είχαν συμπληρώσει την εξής υπηρεσία στην εφεσίβλητη, ήτοι: οι πρώτος και τρίτος 39 ετών, οι δεύτερος και τέταρτη 38 ετών και ο πέμπτος 41 ετών. Για τον λόγο αυτόν η εφεσίβλητη κοινοποίησε στους τέσσερις πρώτους εκκαλούντες τα από 10-7-2003 εμπιστευτικά έγγραφα, με τα οποία τους πληροφόρησε σχετικά με την αυτοδίκαιη αποχώρησή τους, ενώ τον πέμπτο εκκαλούντα έθεσε στη διάθεση της Διοικήσεως αυτής, δυνάμει της υπ' αριθμό 371/7-7-2003 πράξεως του Διοικητή αυτής. Το όριο ηλικίας των 62 ετών για την αποχώρηση των εκκαλούντων από την υπηρεσία και την αυτοδίκαιη λύση της συνδέουσας τους διαδίκους εργασιακής σχέσεως, που ίσχυε, όπως προαναφέρθηκε, πριν από την έναρξη ισχύος της άνω από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ, τόσο με τον Οργανισμό Υπηρεσίας όσο και με τον Κανονισμό Εργασίας, που διατήρησε η από 9-3-2001 προηγούμενη Επιχειρησιακή ΣΣΕ, είχε άμεση και αναγκαστική εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις των εκκαλούντων για όσο χρόνο ίσχυε. Το γεγονός αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι η ρύθμιση της συμπλήρωσης του 62ου έτους της ηλικίας τους για την αποχώρησή τους από την εργασία έγινε όρος των ατομικών τους συμβάσεων, δεδομένου ότι δεν ενσωματώθηκε σε αυτές, δεν αποτέλεσε δηλαδή η προηγούμενη ρύθμιση περιεχόμενο των ατομικών τους συμβάσεων, αφού δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε γίνει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτών (εκκαλούντων) και της εφεσίβλητης ότι η προηγούμενη ρύθμιση του Οργανισμού Υπηρεσίας και του Κανονισμού Εργασίας της τελευταίας, ότι δηλαδή η συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους αποτελεί όρο των ατομικών τους συμβάσεων για την αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία και τη συνακόλουθη λύση των συμβάσεων εργασίας τους, ώστε να καταστεί ο όρος αυτός περιεχόμενο της ατομικής τους σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότερος γι' αυτούς να μην μπορεί να μεταβληθεί με την ως άνω μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε, που περιέχει, κατά τους εκκαλούντες, δυσμενέστερη ρύθμιση από εκείνη της προηγούμενης. Επομένως, η νέα ρύθμιση, που έγινε με την από 5-6-2002 ως άνω Επιχειρησιακή ΣΣΕ, δηλαδή του ιδίου, όπως και η προηγούμενη ρύθμιση, επιπέδου πηγή ρύθμισης των όρων εργασίας, με αποτέλεσμα να καταργηθεί η παλαιότερη ρύθμιση, λόγω της ισχύουσας, στην προκειμένη περίπτωση, αρχής των τάξεων (αρχής της διαδοχής ρυθμίσεων), και να καθιερωθεί ότι όσοι από τους υπαλλήλους της τράπεζας καταλαμβάνονται εντός του έτους από το 58ο έτος της ηλικίας τους αποχωρούν αυτοδικαίως από την εργασία και λύεται η σύμβαση εργασίας τους την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, είχε ομοίως την ίδια άμεση και αναγκαστική ισχύ στις ατομικές σχέσεις εργασίας όλου του προσωπικού της εφεσίβλητης και συνεπώς και σ' αυτές των εκκαλούντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ενιαία ρύθμιση και ευταξία. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι από την προηγούμενη ρύθμιση είχαν θεμελιώσει δικαίωμα προσδοκίας ότι θα αποχωρούσαν από την εργασία τους στις 31-12-2007, δηλαδή με τη συμπλήρωση του 62ου έτος της ηλικίας τους, τελούσε υπό την αίρεση της μη τροποποίησής της, ακόμη και με μονομερή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης, όπως προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 32 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της τελευταίας. Το ίδιο ισχύει και με τον Κανονισμό Εργασίας, διότι ως συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούσε να τροποποιηθεί, όπως και έγινε στην πραγματικότητα, με νεώτερη όμοιας ισχύος συλλογική σύμβαση εργασίας. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι η ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ ως προς το χρόνο αποχώρησης τους από την εργασία είναι παράνομη, καταχρηστική και αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επειδή δήθεν θίγει, περιορίζει ή ματαιώνει την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, το δικαίωμά τους προς εργασία και προς περαιτέρω υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία, διότι η καθιέρωση του ορίου ηλικίας για έξοδο των εργαζομένων από την υπηρεσία μετά την συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους και παροχή τουλάχιστον 35 ετών εργασίας, δεν αποδείχθηκε ότι εμπόδισε με οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση και την ανάπτυξη των ανωτέρω δικαιωμάτων των εκκαλούντων, αφού η διαδρομή τω 38 ετών τουλάχιστον κατά τα οποία παρείχαν την εργασία τους στην εφεσίβλητη, κρίνεται αντικειμενικά ότι είναι αρκούντως ικανοποιητική για την άσκηση και την ανάπτυξη των παραπάνω δικαιωμάτων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι η ρύθμιση της άνω από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ είναι παράνομη επειδή δήθεν ρυθμίζει συνταξιοδοτικά ζητήματα και εγκυμονεί κινδύνους κατάρρευσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι η διάταξη 33 του κανονισμού Εργασίας των υπαλλήλων της εφεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της από άνω ΣΣΕ δεν ρυθμίζει οποιοδήποτε απολύτως συνταξιοδοτικό ζήτημα, αλλά αντιθέτως και μόνο ζήτημα αναφερόμενο στην έξοδο των εργαζομένων από την εργασία και στη λύση των συμβάσεων εργασίας τους, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1876/1990 και διότι η νέα ρύθμιση εξυπηρετεί διπλό σκοπό, ήτοι α) την ανανέωση του προσωπικού της εφεσίβλητης και β) την απρόσκοπτη ιεραρχική εξέλιξη των υπαλλήλων της, η οποία βεβαίως ανακόπτεται, εφόσον τις ανώτατες και ανώτερες θέσεις καταλαμβάνουν και παραμένουν σε αυτές υπάλληλοι με υπηρεσία 38, 40 και 41 ετών, όπως οι εκκαλούντες, δύο εκ των οποίων μάλιστα (οι Ι. Σ. και Ν. Μ.) έχουν εξαντλήσει πλήρως την υπαλληλική ιεραρχία, κατέχοντες τον ανώτατο βαθμό του Διευθυντή. Παράλληλα, η τροποποίηση του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας των υπαλλήλων της εφεσίβλητης εξασφαλίζει πλήρως τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των τελευταίων, δεδομένου για την αυτοδίκαια αποχώρηση αυτών και τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους, απαιτείται, πέραν της συμπλήρωσης του 58ου έτους της ηλικίας τους, και η ύπαρξη 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας, άλλως η έξοδος των υπαλλήλων από την υπηρεσία αναβάλλεται μέχρι και τη συμπλήρωση του τελευταίου χρόνου, με απώτατο όριο το 62ο έτος της ηλικίας τους. Επομένως, η ρύθμιση του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της εφεσίβλητης, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, παρέχει, στη μεν εφεσίβλητη το δικαίωμα να προχωρήσει σε νέες προσλήψεις και να μειώσει το δυσβάσταχτο ποσοστό της ανεργίας των νέων, στους δε νεοπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους, το κίνητρο να εργαστούν αποδοτικότερα (με την προοπτική συντομότερης υπηρεσιακής εξέλιξης), ενώ εξασφαλίζει παράλληλα πλήρως και τους αποχωρούντες υπαλλήλους. Όπως προαναφέρθηκε, η ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ αναφέρεται στο σύνολο του προσωπικού της εφεσίβλητης και αποσκοπεί στη δημιουργία ενιαίας και ομοιόμορφης τάξεως. Επίσης η νέα ρύθμιση δεν διαταράσσει το σύστημα των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων, όπως αυτές ρυθμίζονται από τις λοιπές διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της εφεσίβλητης και ειδικότερα αυτές που αναφέρονται στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη αυτών. Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1876/1990 παρέχει στους συμβαλλόμενους το δικαίωμα να καταρτίσουν ακόμη και νέα ρύθμιση για το χρόνο λήξεως των σχέσεων εργασίας των μισθωτών και όχι μόνο να τροποποιούν το χρόνο αυτόν, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ δεν είναι νόμιμη, επειδή δήθεν είναι αποσπασματική και δε συναρτάται με τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της εφεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι η ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ είναι καθόλα νόμιμη και ισχυρή, επέφερε επιτρεπτή τροποποίηση στον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της εφεσίβλητης και δεσμεύει αναγκαστικά τόσο την τελευταία όσο και τους εκκαλούντες, η αποχώρηση των οποίων κατά την 1-1-2004 υπήρξε επίσης νόμιμη και ισχυρή". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 5§1, 22§1 και 25§1 του Συντάγματος, 2§3 και 7§2 του ν. 1876/1990, 281 και 680 ΑΚ, 1§§2, 3, 4§2, 15§§1, 2 και 3 και 19§2 του ν. 3239/1955, όπως ο τελευταίος αυτός νόμος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν.δ. 3755/1957, 2§§6, 7 του ν. 1876/1990, 12§§1 και 4 του ν. 1767/1988 και 22§2 του Συντάγματος.
II. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ο όρος περί αυτοδίκαιης λήξης της σύμβασής τους με την εκ μέρους τους συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας, όπως είχε διαμορφωθεί υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Οργανισμού καθώς και του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας πριν την τροποποίησή του με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ περί αυτοδίκαιης λήξης των συμβάσεών τους, δεν είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας τους, αν και απέδειξαν αυτό είχε συμβεί κατά την κατάρτιση της ατομικής τους σύμβασης, άλλως κατά τη γνωστοποίηση σ' αυτούς, των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας τους, παραβίασε τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό διατάξεις και ειδικότερα των άρθρων 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 680 του ΑΚ. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνεται από τους αναιρεσείοντες, "το μόνο προς διερεύνηση θέμα είναι εάν ο όρος του Οργανισμού του 1953 πρωτίστως και της προηγούμενης ΣΣΕ είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας". Όπως, όμως, ορθώς επίσης παρατηρείται από τους ίδιους επί του θέματος αυτού "το Εφετείο απάντησε αρνητικά". Πλην όμως, συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν προκύπτει "ότι ο όρος αυτός είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης διότι ...". Ο λόγος αυτός κατά το εξεταζόμενο μέρος του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι οι "ενάγοντες δεν μπορεί να είχαν θεμελιώσει δικαίωμα προσδοκίας για την παραμονή τους στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-2007", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 4 του Π.Δ. 572/1988 και 8 του Π.Δ. 1/1990, με τις οποίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες θεσμοθετείται το δικαίωμα προσδοκίας του εργαζόμενου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η πιο πάνω κρίση του Εφετείου δεν στηριζόταν στις πιο πάνω διατάξεις, τις οποίες άλλωστε δεν εφάρμοσε (ώστε να δύναται να γίνει λόγος για παραβίαση αυτών), αλλά ήταν συνέπεια της παραδοχής του ότι η σχέση των αναιρεσειόντων με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στηριζόταν στις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις, κατά τις οποίες δεν είχε ενσωματωθεί ο επίμαχος όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας στις ατομικές συμβάσεις των αναιρεσειόντων, ώστε αυτοί να προσδοκούν ότι η λήξη της σύμβασης είχε ορισθεί για τις 31-12-2007. Ομοίως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, κρίνοντας ότι η τροποποίηση του χρόνου αυτοδίκαιης λήξης της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της ΕΤΕ με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ δεν είναι καταχρηστική, καθόσον ορθώς έκρινε σχετικώς το Εφετείο για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους. Έτι περαιτέρω τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά τα προταθέντα, όπως σε αυτό αναφέρεται, στην κατ' έφεση δίκη (ότι δηλαδή ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορούσε μόνο 39 άτομα σε σύνολο 14.000 περίπου κ.λπ.), και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταχρηστική ούτε παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
ΙΙΙ. Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα δεν συνιστά αντίφαση το ότι στη μείζονα σκέψη, της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι οι όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση μόνο σε περίπτωση που αυτό συμφωνηθεί ειδικά μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, και στην ελάσσονα σκέψη κρίνεται ότι από τις αποδείξεις δεν προέκυψε ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία στην εξεταζόμενη υπόθεση, ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω αιτιολόγηση της παραδοχής αυτής, ούτε απόκρουση της αντίθετης επιχειρηματολογίας των αναιρεσειόντων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης επί του ζητήματος αυτού διατυπώνεται σαφώς. Επίσης δεν είναι ανάγκη να απαντήσει το Δικαστήριο περαιτέρω επί των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί ματαιώσεως, με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, του δικαιώματος προσδοκίας τους για λήξη της σύμβασής τους με την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, αφού, με τις πιο πάνω παραδοχές του, έκρινε ότι ουδέποτε αυτοί είχαν τέτοιο δικαίωμα.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του ότι ο όρος 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, με βάση τον οποίο η σύμβασή τους έληγε με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας τους μη δυνάμενος να τροποποιηθεί δυσμενώς με νεότερο Κανονισμό Εργασίας ή ΕΣΣΕ, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις από 29-6-1998 και 3-4-1995 γνωστοποιήσεις ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας (Ε. Κ. και Β. Μ.), καθώς και τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων. Τούτο προκύπτει από το συνδυασμό της άνω διαβεβαίωσης και της παραδοχής ότι "... δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε γίνει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτών (εκκαλούντων) και της εφεσίβλητης ότι η προηγούμενη ρύθμιση του Οργανισμού Υπηρεσίας και του Κανονισμού Εργασίας της τελευταίας, ότι δηλαδή η συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους αποτελεί όρο των ατομικών τους συμβάσεων ...". Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα άνω έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Οι αναιρεσείοντες με τους παραδεκτώς υποβληθέντες προσθέτους λόγους τους επαναλαμβάνουν κατά βάση όσα υποστήριξαν και με τους διαλαμβανόμενους στο κυρίως δικόγραφο. Ειδικότερα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο, προβάλουν ότι η προσβαλλόμενη, δεχόμενη ότι δεν παραβιάστηκαν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα έσφαλε, ενώ αν έκανε τους αναφερόμενους στο δικόγραφο ορθούς υπολογισμούς θα διαπίστωνε ότι αυτοί υπέστησαν συνταξιοδοτικές απώλειες. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και κατά ποιό τρόπο (στον πρόσθετο αυτό λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ο Ν. 2084/92 χωρίς όμως να μνημονεύονται οι συγκεκριμένες διατάξεις αυτού που τυχόν παραβιάστηκαν και κατά πιο τρόπο). Ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτής είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού η επίμαχη 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ δεν ρυθμίζει συνταξιοδοτικά θέματα, αλλά θέματα έχοντα σχέση με τη λήξη της σχέσης εργασίας του προσωπικού της ΕΤΕ. Εξάλλου το Εφετείο δεν εφάρμοσε διατάξεις του πιο πάνω νομοθετήματος, η δε αναφορά του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες έλαβαν κατά την αποχώρησή τους πλήρη σύνταξη, έγινε ως επιχείρημα του ότι η γενόμενη με την ΣΣΕ επίμαχη ρύθμιση δεν είναι καταχρηστική και αντίθετη με τις διατάξεις του των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος καθώς δεν μειώνει τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση. Δηλαδή η ισχύς των συνομολογηθέντων όρων σε Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τη σχέση εργασίας (και όχι συνταξιοδοτικά θέματα) και ειδικότερα ρυθμίζουν τον τρόπο που λήγει η σχέση αυτή, δεν εξαρτάται από την επίδραση που τυχόν έχουν οι όροι αυτοί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων. Επίσης το ζήτημα αν από την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ εμποδίστηκε ή όχι η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η εξέλιξη αυτή δεν εμποδίστηκε δεν είναι ζήτημα το οποίο έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεχομένη ότι με την Επιχειρησιακή αυτή ΣΣΕ δεν εμποδίστηκε η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή τους είναι αβάσιμος. Τέλος ο τρίτος, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση "της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1876/1990" καθώς, όπως οι αναρεσείοντες αναφέρουν, και τις "καταστατικές διατάξεις του Ταμείου μας και τη συναφή νομοθεσία", άλλως "και εκ πλαγίου τις διατάξεις που εφαρμόζονται από το Ταμείο μας", είναι απορριπτέος ως αόριστος, κατά το μέρος που αφορά τις μη ειδικώς προσδιοριζόμενες διατάξεις που παραβιάστηκαν, και οι οποίες εφαρμόζονται από το Ταμείο των αναιρεσειόντων. Κατά το μέρος δε που αφορά παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, είναι απορριπτέος, διότι, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή.
VI. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2007 αίτηση αναιρέσεως (αρ. καταθ. 1419/13-12-2007) των αναιρεσειόντων Ε. Κ., Φ. Π., Ι. Σ. και Μ. Τ. και τους από 2-10-2008 (αρ. κατ. 186/2-10-2008) προσθέτους αυτών λόγους, για αναίρεση της 8059/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ