Legislator Case Law & Legislation
252/2011 AI generated

252/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 252/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4346/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7706/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Απριλίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

252/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 252 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252 / 2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. θυγ. Θ. Γ. - Λ. συζ. Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανούρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4346/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7706/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Απριλίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 575 εδ. α και 226 § 4 εδ δ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη, όταν η υπόθεση αναβάλλεται μετά από αίτηση του Εισηγητή ή και αυτεπαγγέλτως, δεν χρειάζεται κλήση των παρισταμένων διαδίκων για εμφάνιση στη μετ' αναβολή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υποθέσεως ορίσθηκε να εκδικασθεί αρχικώς την 1.3.12010. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η αναιρεσείουσα παραστάθηκε μετά του υπογράφοντος το δικόγραφο της αναιρέσεως πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθηνών Πάνου Μπούμη, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσης, διατάχθηκε δε η αναβολή αυτή αυτεπαγγέλτως, γιατί δεν είχε κατατεθεί έκθεση του εισηγητή αρεοπαγίτη. Κατά την εν λόγω μετ` αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, παρέστη ο αναιρεσίβλητος, δεν παρέστη δε η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1329/1983, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης, στο ακροατήριο συζητήσεως της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της προθέσεως για διάσταση, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά.

Συνήθως η διάσταση συνοδεύεται και από την διακοπή του να κατοικούν ή διαμένουν οι σύζυγοι στην ίδια οικία, είναι ωστόσο νοητή αυτή (η διάσταση) έστω και αν συνεχίζουν εκείνοι να κατοικούν ή διαμένουν στην ίδια οικία, σε διαφορετικούς βέβαια χώρους της. Ουδόλως δε ελλείπει η διάσταση όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ' άλλων λόγων που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διασπάσεως του συζυγικού δεσμού.

Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ` την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης και με αριθ. 7706/2007 απόφασης του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η 436/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεπεία της απορρίψεως της από 13.11.2006 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης, λόγω της ερημοδικίας της τελευταίας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην Αθήνα στις 16.7.1992.

Η συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι τον Ιούλιο 2001, οπότε η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε. Από τότε (Ιούλιος 2001) και μέχρι της συζήτησης της αγωγής (9.1.2006) οι διάδικοι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση, χωρίς πρόθεση επανασύνδεσης.

Συνεπώς, εφόσον η διάσταση αυτή είναι συνεχής και υπερβαίνει η διάρκειά της τα τέσσερα χρόνια, ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα ότι επήλθε, χωρίς να ερευνάται ο λόγος και το πρόσωπο του συζύγου που τον προκάλεσε ...". Οι διαλαμβανόμενες στις αποφάσεις αυτές αιτιολογίες είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, καθιστούν δε εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοστέα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1439 του Α.Κ.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙIΙ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας στην παραδοχή του για τη βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα του ενάγοντος κλπ.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι’ αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθ. 9 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφ' ενός μεν γιατί δεν καθορίζονται οι αιτήσεις που επιδικάστηκαν επί πλέον αυτών που είχαν ζητηθεί με την αγωγή, αφ' ετέρου δε γιατί δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν επιτρέπονταν από το νόμο και παρ’ όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.4.2008 αίτηση της Ι. Γ.-Λ., συζ. Σ. Σ., για αναίρεση της 7706/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ