Legislator Case Law & Legislation
252/2010 AI generated

252/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 252/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Προσαυξήσεις επιδόματος για οικογενειακά βάρη και για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης. Οικ κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του μν.419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν.2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουδιοδοτικούς νόμους, όπως σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Legislator headnote

AI generated

252/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1351/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4179/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-9-2007 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 252 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Προσαυξήσεις επιδόματος για οικογενειακά βάρη και για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης. Οικ κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του μν.419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν.2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουδιοδοτικούς νόμους, όπως σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και είναι ανίσχυρες. Η ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ, που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και, συνεπώς, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού.

Η 083/ΕΥΑ/ΑΣ.11254/22-1-2001 ΚΥΑ δεν επέφερε μεταβολή για το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου και το οποίο, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν.419/1976, διατηρεί το συμβατικό καθεστώς του, και εξακολουθεί να αμείβεται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2594/1998.

Αίτηση αναίρεσης υπαλλήλου Πρεσβείας που προσλήφθηκε το 1992 ως κλητήρας, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και του οποίου η αγωγή για την επιδίκαση των πιο πάνω προσαυξήσεων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τον από 559.1 λόγο. Βάσιμος ο από το αρ.559.1 λόγος ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη και αβάσιμος, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης.

Λόγοι αναίρεσης από τους με αρ. 558.-9.8 (αλυσιτελής) και 19(δεν προβάλλεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη). Αναιρεί εν μέρει

Αριθμός 252/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, υπαλλήλου πρώην Κλητήρα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Εξωτερικών και ήδη μόνιμου υπαλλήλου του ΥΠΕΞ σε θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης, υπηρετούντος ως συμβασιούχος υπάλληλος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Κουβέϊτ (Κουβέϊτ) και νυν στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Ναϊρόμπι (Κένυα). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1351/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4179/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-9-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι λοιποί.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.

Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν.

Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν.419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14%για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ ότι : "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας.

Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ.

Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψη τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.

ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (αρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 1256/1982, Α'65) όπου, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως, (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια.

Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής ή κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1953 κοινή υπουργική απόφαση.

Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο.

Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 παρ. 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητος, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ.14/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος , την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε ότι την 28-11-1991 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Κουβέϊτ, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Επιτετραμμένου Πρέσβη της Ελλάδος στο Κουβέϊτ.

Ότι ο ενάγων είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε στις 9-8-2001, ότι το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 για επίδομα στέγασης και από 9/8/2001για επίδομα τέκνου έως 21/1/2003, (ημερομηνία κατά την οποία έχει καταταγεί σε μόνιμη θέση διοικητικών υπαλλήλων), κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για οικογενειακά βάρη (ένα ανήλικο τέκνο), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαύξησης για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, αφού ο ενάγων δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083 - 13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη, για το ως άνω χρονικό διάστημα, παραβίασε τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος τους, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προτείνεται η παραπάνω παραβίαση.

Αντίθετα το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 419/1976, 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του εναγομένου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του ενάγοντος δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λ.π.) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων και 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 παρ.3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά.

Επομένως, οι αντίθετοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ανωτέρω λόγοι αναίρεσης(πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), κατά το σκέλος τους που αφορά το προαναφερθέν κονδύλιο, των δαπανών στέγασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενοι στον πρώτο από το άρθρο 559.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προμνημονευθείσα ΚΥΑ ίσχυε μέχρι την 31/12/2000 και συνεπώς δεν καταλαμβάνει το τμήμα της απαίτησής του για το επίδομα στέγασης από 1-1-2001 και μετά, ( για το τμήμα της απαιτήσεως του για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε με την, από 27/12/2005.

έφεση του), δεν στηρίζονται στον νόμο. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει ότι από την 1-1-2001 ισχύει η 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, η οποία καθόρισε την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και όρισε ότι το επίδομα στέγασης, που αποτελεί προσαύξηση και παρακολούθημα του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, δικαιούνται όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στην αλλοδαπή, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, μη θέτοντας καμία περαιτέρω προϋπόθεση και, επομένως, το εν λόγω επίδομα το δικαιούνται όλοι οι υπάλληλοι ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο υπηρετούν στο εξωτερικό, αν δηλαδή υπηρετούν βάσει απόσπασης, μετάθεσης ή με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.

Επομένως, ο αναιρέσεων θα εδικαιούτο την επίμαχη προσαύξηση και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), μόνο αν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την εδικαιούτο. Αυτό όμως δεν συνέβη, αφού , σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσείων, που δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν εδικαιούτο, κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), την προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, που χορηγήθηκε με την ισχύουσα, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ, σε αντίθεση με τα προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη ( τέκνων).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό του εσωτερικού διοικητικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις, που παρέχονται βάσει των προαναφερομένων διατάξεων.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ.2 του ν.3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την 4179/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.- Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ