252/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 803/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2186/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Μετά την άσκηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης, εκδόθηκε η 1330/2002 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Στην συνέχεια εκδόθηκε η 1096/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Μαΐου 2004 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated252/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 252 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 252/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΛΥΒΟΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάσονα Δούμπη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παζιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 803/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2186/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Μετά την άσκηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης, εκδόθηκε η 1330/2002 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Στην συνέχεια εκδόθηκε η 1096/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Μαΐου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανάγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14 KΠολΔ.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1α, β, γ, 118 παρ.4, 111 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντος και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του εναγομένου, καθώς επίσης και ακριβή περιγραφή του επιδίκου αντικειμένου και ορισμένο (σαφές) αίτημα.
Τέλος από τα άρθρα 167, 232, 67, 68 και 70, 349 και 351 Α.Κ. και 94 του Κωδ. Δικηγόρων και των άρθρων 18 παρ. 1, 3 και 22 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη.
Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του δικηγόρου, ο οποίος έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντά του, εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας του λόγω υπερημερίας του (νομικού προσώπου). Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο δικηγόρος προσέφερε τις υπηρεσίες του και το νομικό πρόσωπο τις απέκρουσε, περιέρχεται πλέον σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες. (ΑΠ 1330/2002, 342/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ο ενάγων και τώρα αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία στις 31/3/1979 με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, ως νομικός της σύμβουλος με πάγια αντιμισθία και ότι με την ιδιότητά του αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 6/3/1998 όταν η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής, πλην όμως η γενόμενη καταγγελία έγινε από μη νομιμοποιούμενα προς τούτο πρόσωπα, αφού οι υπογράψαντες αυτή βάσει πρακτικού του ΔΣ είχαν αρμοδιότητα να καταγγείλουν συμβάσεις εργασίας μόνο του κοινού προσωπικού της εταιρείας, οπότε συντρέχει λόγος ακυρότητάς της και υποχρεώσεως της εναγομένης ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του και εις το μέλλον.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να του επιδικασθούν οι μισθοί υπερημερίας για διάστημα ενός (1) έτους από 6/3/1998 μέχρι 6/3/1999 (από γραφική παραδρομή αναφέρεται από 6/3/1997 - 6/3/1998), καθώς και τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, που ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των 11.900.000 δρχ. Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή είναι κατά τούτο πράγματι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αόριστη, αφού ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν αναφέρει στην αγωγή του αν και μετά την καταγγελία της σχέσεως έμμισθης εντολής του, από μη νομιμοποιούμενα προς τούτο πρόσωπα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, προσέφερε πράγματι, εν όψει του ανυποστάτου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του σ' αυτή, η οποία και τις απέκρουσε, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία.
Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ενώπιόν του προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση αοριστίας, για το λόγο αυτό, της αγωγής παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου και είναι βάσιμος ο πρώτος (κατά το α' μέρος του) λόγος αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον άνω λόγο, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1096/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2005.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ