Legislator Case Law & Legislation
2521/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal by one defendant against joint fraud verdict while dismissing others' appeals.

Case Number 2521/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed appeals filed by four defendants against a Council of Appeal's decision to reject their protests in a joint fraud case. While the appeals by three defendants were dismissed as inadmissible due to vague arguments and lack of specific grounds, the appeal by defendant X1 was accepted because it challenged a specific factual assessment made after the trial. The court ruled that the original verdict was substantively correct regarding the crime's nature and the defendants' professional habit, but the specific evaluation of X1's testimony required re-examination by a new panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 §1 items a, b, d of the Code of Criminal Procedure; Article 105 of the Code of Criminal Procedure: When a pre-trial investigation is conducted under Article 243 §2, the examination follows Articles 273 and 274, granting the examinee rights under Articles 103 and 104; if the examination violates these provisions, it is void and disregarded. Furthermore, vague appeals without specific identification of errors are inadmissible, whereas appeals targeting specific factual assessments made post-trial must be accepted and the case remitted for new judgment.

Keywords

AI generated
joint fraud prosecution professional habit aggravation inadmissible appeal specific factual assessment re-examination by new panel Code of Criminal Procedure joint criminal liability

Cited Legislation

AI generated
Article 484 §1 items a, b, d of the Code of Criminal Procedure
Article 105 of the Code of Criminal Procedure
Article 243 §2 of the Code of Criminal Procedure
Article 273 of the Code of Criminal Procedure
Article 274 of the Code of Criminal Procedure
Article 103 of the Code of Criminal Procedure
Article 104 of the Code of Criminal Procedure
Article 31 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 45 of the Penal Code
Article 386 paragraph 1 and 3 of the Penal Code
Article 14 paragraph 4 of Law 2721/1999
Article 13 of the Penal Code
Article 1 paragraph 1 of Law 2408/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2521 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2521/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1858/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ5.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Νοεμβρίου 2007, 30 Νοεμβρίου 2007, 29 Νοεμβρίου 2007 και 15 Νοεμβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 227/ 06.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις αιτήσεις αναιρέσεως α) από 23-11-2007 της Χ1, β) από 15-11-2007 του Χ4, γ) από 30-11-2007 του Χ2 και δ) από 29-11-2007 του Χ3, ως κατηγορουμένων, κατά του υπ' αριθμ. 1858/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής:

Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων, κατά του υπ' αριθμ. 2953/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), διά να δικασθούν δι' απάτη από κοινού, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,5 ευρώ, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια. Προβάλλουν δε, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 484§1 στοιχ. α,' β,'δ,'ΚΠΔ).

Επειδή, κατά το αρθρ. 105 ΚΠΔ, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το αρθρ. 243§2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των αρθρ. 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπ' όψη.

Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παραγρ. 2 του αρθρ. 31. Στο τελευταίο αυτό εδάφιο που αναφέρεται στην προκαταρτική εξέταση ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέση μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Η διάταξη αυτή δεν απαγγέλει ακυρότητα της κατά παράβασή της αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες ελήφθησαν, είτε κατά την διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως διά συγκεκριμένη πράξη, εφ' όσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυς, ως δράστου της διωχθείσης πράξεως.

Όμως, η λήψη υπ όψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς, εκ μέρους του δικαστηρίου ή του συμβουλίου, των μαρτυρικών καταθέσεων οι οποίες εδόθησαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερομένους στο αρθρ. 72 ΚΠΔ τρόπους, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα αρθρ. 171§1 περ.

δ' και 481§1 περ. β' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του διά "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το αρθρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α , καθώς και το δικαίωμά του, εκ του αρθρ. 223§4 ΚΠΔ, να αρνηθή την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα ηδύνατο να προκύψη η ενοχή του δι'αξιόποινη πράξη (Ολ.

ΑΠ 1/2004 και 2/1999, ΑΠ 129/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ/712). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, με το οποίο παρεπέμφθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 να δικασθή διά την ανωτέρω απάτη από κοινού εις βαθμό κακουργήματος, το εκδόν το βούλευμα αυτό Συμβούλιο Εφετών ανεφέρθη ειδικώς στο περιεχόμενο των προανακριτικών καταθέσεων της εν λόγω αναιρεσειούσης, ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, τις οποίες έλαβε υπ όψη του και συνεξετίμησε, προς ενδυνάμωση της κρίσεώς του, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αυτής, διά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.

Επομένως, κατά τα προεκτιθέμενα, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα Χ1 λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος.

Επειδή, κατά μεν την διάταξη του αρθρ. 386§1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη η παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών).Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 13 εδ.

στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.

Εξ'αλλου, κατά το αρθρ. 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Διά τον έλεγχο, υπό του Αρείου Πάγου, της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του αρθρ. 45 ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο εδέχθη ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ.

ΑΠ 50/1990,εις ΠΧ/Μ/949, ΑΠ 103/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/881). Τέλος, η υπό των αρθρ. 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό αναφέρεται, ακόμη και εξ' ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ όσον σε αυτή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 59/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/887).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ 'όψη από το συμβούλιο, διά την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/531, ΑΠ 685/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/233).

Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου (βλ.

ΑΠ 23/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Χ4, Χ2 και Χ3, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αυτή αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 861/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/408), ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος Χ3 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α, για απάτες και άλλες κακουργηματικές πράξεις και με την συμμετοχή του αδελφού του, επίσης κατηγορούμενου Χ2, κατάφερε να συγκροτήσει μια ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι δύο σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας", "HEDLEY FINANCE LTD" και των δορυφόρων εταιρειών της εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών-πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωναν.

Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσα με τους κατηγορουμένους Χ5, Χ4, και τον φυγόδικο Christian Dante (εκτός των άλλων ατόμων),και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες επενδυτές.

Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους, έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της O.V.B HELLAS, που λειτουργούσε ως "τροφοδότης", και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην ελληνική αγορά, και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών.

Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί Χ2-Χ3), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία "HEDLEY FINANCE L.T.D", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσου του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος.

Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία " HEDLEY FINANCE LTD", είχε τα γραφεία της στη Γλυφάδα (Λαοδίκης 38), εδήλωνε δε έδρα της και δραστηριότητα στις Παρθένες νήσους της Βρετανίας, από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε το αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα.

Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν. 86/67, παραβιάζοντας και την σχετική άδεια πού είχε λάβει από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (πρωτ.ΙΕ/53145/2345/ 11384/21-3-1997), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο.

Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών (off shore εταιρειών), ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη off shore εταιρεία GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, τα γραφεία της οποίας ήταν στην ίδια ως άνω οδό στη Γλυφάδα. Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοι-εκκαλούντες Χ4 και Χ1.

Βασικό στέλεχος της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", ήτο ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήτο ανύπαρκτο, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Επίσης ο εν λόγω εμφανιζόταν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "TALADIAN ΑΕΛΔΕ", συμφερόντων των αδελφών Τσιτσιρίγκου, με σκοπό ίδρυσης να "παίξουν" με το χρηματιστήριο, ιδιαίτερα δε ο Χ4 συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις παράνομες δραστηριότητες των Τσιτσιρίγκου, έχοντας μάλιστα αναλάβει και το μεγαλύτερο μέρος της διάθεσης των μετοχών της " NATIONAL ENERGY HOLDIN GS UK LIMITED", περιφερόμενος σε όλη την Ελλάδα, όπου προσέλκυε πελάτες για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας και γνωρίζοντας εκ των προτέρων για την τύχη των επενδύσεων αυτών.

Η κατηγορουμένη Χ1, κατείχε επίσης σημαντική θέση στην εταιρεία, ήτο προϊσταμένη στο λογιστήριο αυτής, και στα πλαίσια αυτής της θέσεώς της, εκτελούσε τις εντολές των Χ2-Χ3, και εν γένει καθοδηγείτο και συντονιζόταν από αυτούς, όπως και τον Χ4, επίσης προϊστάμενο της. Προκειμένου να επιτύχουν οι κατηγορούμενοι Χ2-Χ3, μεγαλύτερη αύξηση και προσέλκυση πελατών, συνεργάσθηκαν με το παράρτημα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας "O.V.B", στην Ελλάδα, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το δίκτυο των ασφαλιστών της, για την προώθηση του αμοιβαίου κεφαλαίου.

Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ορισμένα εκ των οποίων έφεραν το διακριτικό OVB και ενημερωτικά φυλλάδια, πού εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η ως άνω εταιρεία HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι τόσο αυτή, όσο και η ΟVB είχαν νόμιμη άδεια για τη διάθεση του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήταν αναμφισβήτητες, διότι εκτός από το εγγυημένο ετήσιο, ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, τουλάχιστον 10%, το εν λόγω πρόγραμμα παρείχε και ασφάλιση, τόσο του επενδυμένου κεφαλαίου, όσο και των τόκων αυτού από την ασφαλιστική εταιρεία LLOYDS του Λονδίνου και ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήτο η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND.

Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό των επιχειρήσεων τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης.

Έτσι πείσθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα Α, η οποία ενημερώθηκε για το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή εργαζόμενο στην OVB, Γ, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της "HEDLEY", όπου ήλθε σε επαφή με την Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η μηνύτρια και να προβεί την 27-7-2001 σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο 8%.

Έτσι η μηνύτρια παρέδωσε στην εν λόγω κατηγορουμένη, παρουσία και του κατηγορουμένου Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, τις υπ' αριθμ. ..... και ..... της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δρχ. η κάθε μία, και την υπ' αριθμ. ..... της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 14.000.000 δρχ. Μετά ταύτα η ίδια κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσης της.

Μέχρι και τον Απρίλιο 2002 ελάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές, στις οποίες αναγραφόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυση της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά, να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο την 27-7-2002 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμα έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη Χ1, την 17-9-2002, της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 ευρώ, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσης της (Ιούλιος 2002 - Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντας αυτή να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης.

Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο 2003 οι κατηγορούμενοι Χ2-Χ3, έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη ... και εξαφανίσθηκαν, όπως και οι συνεργάτες-συμμέτοχοι Χ5 και Χ4, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα.

Έτσι σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Σ.Δ.Ο.Ε, τα χρήματα που απέκτησαν από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία GOLDSMITH, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην 15-12-2004 πορισματική αναφορά του εν λόγω σώματος δίωξης.

Για την εξαπάτηση της μηνύτριας και την διεκπεραίωση της κρινόμενης επένδυσης χρησιμοποίησαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι ως "όργανο", την κατηγορουμένη Χ1, η οποία είχε και την προσωπική επαφή με αυτή (μηνύτρια) όπως τούτο έχει συμβεί και με άλλους υπαλλήλους, (15 συνολικά) πού είχαν και αυτοί αναλάβει και εξυπηρετήσει επενδυτές-θύματα, στα πλαίσια των οικείων καθηκόντων, έχοντας έτσι εκθέσει αυτούς τους υπαλλήλους, σε άμεσο κίνδυνο ποινικής εμπλοκής των, ολοκληρώνοντας με το ενδεχόμενο αυτό, τον καλοσχεδιασμένο μηχανισμό.

Τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην μηνύτρια ήσαν ψευδή και κατασκευασμένα από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές δήθεν στο Λονδίνο, που δίδονταν από την εταιρεία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρείας στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, μάλιστα στις αναγραφόμενες στα έγγραφα δ/σεις στο Λονδίνο, επρόκειτο όχι για γραφεία, αλλά οικόπεδο, η εταιρεία "HEDLEY" δεν ήτο φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο 2002, ενώ επιβλήθηκε από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθμό ....., απόφασης της, πρόστιμο 10.000.000 δρχ., στην εταιρεία O.V.B ΕΛΛΑΣ, για την παράνομη διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND.

Οι κατηγορούμενοι, δημιούργησαν εκτός των πιο πάνω εταιρειών (οι Χ2-Χ3), και δεκάδες άλλες εταιρείες υπεράκτιες, με έδρα τις Παρθένες νήσους της Μ. Βρετανίας (B.V.Ι), όπως τις DEAL F.X A.E., ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ, NATIONAL ENERGY AE, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, με σκοπό την συγκέντρωση κεφαλαίων από ανυποψίαστους επενδυτές, μέσω των οποίων αυτά κατέληγαν και ιδιοποιούντο από τους εν λόγω κατηγορουμένους και τους συνεργάτες.

Μάλιστα επέλεγαν ως ιδρυτικά μέλη διάφορα πρόσωπα, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν καμία ουσιαστική ή εμπορική σχέση με τις εν λόγω εταιρείες, ακόμη χρησιμοποίησαν συνιδρυτικά μέλη-μετόχους και υπαλλήλους του. Έτσι στην εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ", με αντικείμενο εργασιών συστήματα πληροφορικής, χρησιμοποίησε σαν ιδρυτικό μέλος την Χ1, με φερομένη καταβολή της στο μετοχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ χωρίς τούτο να έχει στην πραγματικότητα καταβληθή από την ίδια, μάλιστα όλα τα χρήματα πού χρησιμοποιούσε ο Χ3 για τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής, ήσαν των επενδυτών, από δε το λογαριασμό .....

της ALPHA BANK Γλυφάδας, έχει μεταφέρει όλα τα ποσά. Ομοίως και η εταιρεία "MATRIX ASSET MANAGEMENT L.T.D", κατασκευάσθηκε από το γραφείο OVERSΕAS MANAGEMNTE TRUST (B.V.L)" είναι το γραφείο που κατασκευάζει όλες τις υπεράκτιες εταιρείες των αδελφών Τσιτσιρίγκου, και φέρεται να εκπροσωπείται και από την κατηγορουμένη Χ1, στην πραγματικότητα όμως ιδρύθηκε από τον Χ3 για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία και η νομιμοποίηση του παράνομου χρήματος.

Το ποσό των 90.000 ευρώ που κατατίθεται στον λογαριασμό 486124 επ' ονόματι της κατηγορουμένης αυτής, όπως και ποσά άλλων λογαριασμών πού αφορούσαν την εταιρεία αυτή, χρησιμοποιήθηκε, μέσω επιταγών σε διαταγή Χ3, για ιδικές του αγορές και της συζύγου του. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση της εγκαλούσης και πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Β και Γ, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, ιδιαίτερα όμως η συνημμένη στην ανακριτική δικογραφία από 15-12-2004 πορισματική αναφορά των υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε., βοά σε βάρος των κατηγορουμένων Χ3, Χ2, Χ5 και Χ4, για την συμμετοχική δράση και εμπλοκή, στην κακ/κή απάτη και σε βάρος της μηνύτριας.

Την πράξη αυτή ετέλεσαν από κοινού, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, ταυτόχρονες ή διαδοχικές με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσης, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ, ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων.

Ιδιαίτερα προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, ο δελεασμός με πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης που αποστέλλοντο στους πελάτες-επενδυτές, η θέση σε λειτουργία ανύπαρκτων χρηματοοικονομικών προϊόντων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, το άνοιγμα δεκάδων λογαριασμών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, με πυρήνα την "HENDLEY" η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η εκτροπή των τηλεφωνημάτων από έλληνες επενδυτές στο εξωτερικό, στα τηλέφωνα, στα γραφεία της Γλυφάδας, τα πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια των LLOYD'S του Λονδίνου, η έκδοση του περιοδικού Foreign Policy από τον Χ3, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, που διέθεταν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, ως "προκάλυμμα" για την διάλυση υπονοιών στους δύσκολους υποψήφιους πελάτες, η οργάνωση σεμιναρίων σε πολυτελή ξενοδοχεία, η οργάνωση δικτύου υπαλλήλων-πωλητών, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος.

Αξιοσημείωτο εξ άλλου είναι και το γεγονός ότι προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για ρευστοποίηση των επενδύσεων τους, προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία GLOBELEX, εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μάλιστα ο Χ3 την 13-1-2003 ίδρυσε άλλη μια εταιρεία την NATIONAL ENERGY SA, προκειμένου με την βοήθεια των υπόλοιπων κατηγορουμένων να υφαρπάξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο, που είχαν χρησιμοποιήσει με τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Κατ' ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και η ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εν λόγω αναιρεσειόντων, διά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, και απέρριψε τις εφέσεις των κατά του ως άνω παραπεμπτικού πρωτοδίκου βουλεύματος.

Με τις παραδοχές αυτές, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τους ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, με αναφορά, ως προς τούτους, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος προσδιορισμένα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την πρόταση αυτή, με την οποία, ως προς το παραπεμπτικό μέρος της, συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ενώ συγχρόνως ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου και, έτσι, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, διά την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, δεν ήτο απαραίτητη η αναφορά επί πλέον στοιχείων. Είναι δε αβάσιμη η αιτίαση, περί αντιγραφής του κατηγορητηρίου και του περιεχομένου του πρωτοδίκου βουλεύματος στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Εξ άλλου, οι αιτιάσεις, περί μη λήψεως υπ' όψη στοιχείων και εγγράφων, αορίστως διατυπούμενες, χωρίς να προσδιορίζονται αυτά, είναι απαράδεκτες (βλ. ΑΠ 450/2006, ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/977, 906 αντιστοιχ). Καθ' ο δε μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι επίσης απαράδεκτες. Επομένως, οι υπό των ανωτέρω τριών αναιρεσειόντων προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β',δ' ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα ανωτέρω συμβούλιο εφετών μνημονεύει σ' αυτό, ως αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψε η κρίση του περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσειούσης Χ1, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα συνημμένα στην δικογραφία έγγραφα, χωρίς μνεία της ανωμοτεί καταθέσεως της πολιτικώς εναγούσης και των απολογιών των κατηγορουμένων. Έτσι, δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι ελήφθη υπ' όψη από το συμβούλιο και συνεξετιμήθη, ως προς την εν λόγω αναιρεσείουσα, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, με αποτέλεσμα να στερήται το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς αυτήν, της υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγω αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 1946/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/531). Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει, αφ' ενός μεν να αναιρεθή, ως προς την αναιρεσείουσα Χ1, το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, μη επεκτεινομένου του αναιρετικού αποτελέσματος και στους λοιπούς κατηγορουμένους, αφού οι προβαλλόμενοι από εκείνη ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται αποκλειστικώς στο πρόσωπό της (άρθρ. 469 ΚΠΔ), λαμβανομένου υπ' όψη και ότι, ως προκύπτει εκ του προσβαλλομένου βουλεύματος, η εκτίμηση από το συμβούλιο εφετών των ανωτέρω προανακριτικών καταθέσεων αυτής έγινε μετά την κρίση του συμβουλίου, ότι οι εφέσεις των λοιπών κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν, αφ' ετέρου δε να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Τέλος, να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς προτείνω Να αναιρεθή, ως προς την αναιρεσείουσα Χ1 το υπ 'αριθμ. 1858/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Να παραπεμθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.

Να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, α) από 15-11-2007 του Χ4, β) από 30-11-2007 του Χ2 και γ) από 29-11-2007 του Χ3, κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 1858/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Να καταδικασθούν οι ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.

Αθήναι 3 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς, 269/23-11-2007, 291/30-11-2007, 290/29-11-2007 και 261/15-11-2007, κατά του με αριθμό 1858/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του με αριθμ. 2953/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για την πράξη της απάτης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, ασκήθηκαν από τους αναιρεσείοντες νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, λόγω της συνάφειας των, πρέπει να συνεκδικαστούν και να ερευνηθούν οι λόγοι, που περιέχονται σ'αυτές.

Επειδή κατά το άρθρο 105 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 κι εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104.

Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο τελευταίο αυτό εδάφιο που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας".

Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως ή της αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξετάσεως, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων.

Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 β' του Κ.Π.Δ. ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστης της διωχθείσας πράξεως.

Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ.

β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ο ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.

Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ. ΑΠ 1/2004 και 2/1999).

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα, κατηγορουμένη Χ1 να δικασθεί για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, το εκδόν το βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, αναφέρθηκε ειδικώς στο περιεχόμενο των προανακριτικών καταθέσεων της εν λόγω κατηγορουμένης, που δόθηκαν ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, τις οποίες έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προς ενδυνάμωση της κρίσεώς του, ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αυτής, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, επήλθε απόλυτη ακυρότητα και είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 484 αριθμ. 1 περ. α' προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από την αναιρεσείουσα, κατηγορουμένη Χ1.

Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε' (και ήδη στοιχ. Δ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ' αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, έστω και αν γίνεται εκ περισσού αναφορά και στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση.

Παραπέρα, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που αυτή έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση και δεκτά γενόμενα απ' αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος.

Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, κατά δε το άρθρο 13 εδ.

στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμ. 1858/2007 βούλευμα του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, που καλύπτει και την μνεία των αναφερομένων στην πρόταση αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων εξετασθέντων μαρτύρων, εγγράφων της δικογραφίας, σε συνδυασμό προς τις απολογίες των κατηγορουμένων), ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος Χ3 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α., για απάτες και άλλες κακ/κές πράξεις και με την συμμετοχή του αδελφού του, επίσης κατηγορουμένου Χ2, κατάφερε να συγκροτήσει μία ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι δύο σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας", "HEDLEY FINANCE LTD" και των διαφόρων εταιρειών της, εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών - πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωναν.

Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσε με τους κατηγορουμένους Χ5, Χ4 και το φυγόδικο Christian Dante (εκτός των άλλων ατόμων) και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό, οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες - επενδυτές.

Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της O.V.B. HELLAS, που λειτουργούσε ως "τροφοδότης" και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην Ελληνική αγορά, και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών.

Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί (Χ2-Χ3), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία "HEDLEY FINANCE L.T.D.", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος.

Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία "HEDLEY FINANCE LTD", είχε τα γραφεία της στη ....., εδήλωσε δε έδρα της και δραστηριότητα στις παρθένες νήσους της Βρετανίας, από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε το αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα.

Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν. 86/67, παραβιάζοντας και τη σχετική άδεια που είχε λάβει από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (πρωτ. .....), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο.

Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών (ORRSLOVE εταιριών), ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη ORRSLOVE εταιρεία GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, τα γραφεία της οποίας ήταν στην ίδια ως άνω οδό στη ... . Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ4 και Χ1, εξ αυτών δε των συνεργατών, άλλοι μεν εν γνώσει των συμμετείχαν στην απάτη και την ενθυλάκωση του χρήματος, και άλλοι δε εν αγνοία τους εκτελούσαν εντολές των Χ3 και Χ2, αποτελούντες έτσι την ανθρώπινη υποδομή για την επίτευξη των στόχων τους.

Έτσι βασικό στέλεχος της εταιρείας "HEDLEY FINANCE LIMITED", ήτο ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήτο ανύπαρκτο, και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Επίσης ο εν λόγω εμφανιζόταν ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "TALADIAN ΑΕΛΔΕ", συμφερόντων των αδελφών Χ2-Χ3, με σκοπό ίδρυσης να "παίξουν" με το χρηματιστήριο, ιδιαίτερα δε ο Χ4 συμμετείχε ενεργά και εν γνώσει του στις παράνομες δραστηριότητες των Τσιτσιρίγκου, έχοντας μάλιστα αναλάβει και το μεγαλύτερο μέρος της διάθεσης των μετοχών της "NATIONAL ENERGY HOLDIN GS UK LIMITED", περιφερόμενος σε όλη την Ελλάδα, όπου προσέλκυε πελάτες για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρείας και γνωρίζοντας εκ των προτέρων για την τύχη των επενδύσεων αυτών.

Η κατηγορουμένη Χ1, κατείχε επίσης σημαντική θέση στην εταιρεία, ήτο προϊσταμένη στο λογιστήριο αυτής, και στα πλαίσια αυτής της θέσεώς της, εκτελούσε τις εντολές των Χ2-Χ3, και εν γένει καθοδηγείτο και συντονιζόταν από αυτούς, όπως και τον Χ4, επίσης προϊστάμενό της. Προκειμένου να επιτύχουν οι κατηγορούμενοι Χ2-Χ3, μεγαλύτερη αύξηση και προσέλκυση πελατών, συνεργάσθηκαν με το παράρτημα της γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας "O.V.B", στην Ελλάδα, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το δίκτυο των ασφαλιστών της, για την προώθηση του αμοιβαίου κεφαλαίου.

Νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της "O.V.B.", ήτο ο Χ5, μέσω του οποίου διοχετεύθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των χρημάτων προς τα κεντρικά πρόσωπα της παρατράπεζας, από την διάθεση των χρηματοοικονομικών προϊόντων (GOLDSMITH και GLOBELEX), είχε δε ως αντικείμενο τη διαμεσολάβηση για τραπεζικά, ασφαλιστικά και επενδυτικά προϊόντα.

Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ορισμένα εκ των οποίων έφεραν το διακριτικό OVB και ενημερωτικά φυλλάδια, πού εμφάνιζαν το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η ως άνω εταιρεία HEDLEY είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι τόσο αυτή, όσο και η ΟVB είχαν νόμιμη άδεια για τη διάθεση του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήταν αναμφισβήτητες, διότι εκτός από το εγγυημένο ετήσιο, ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, τουλάχιστον 10%, το εν λόγω πρόγραμμα παρείχε και ασφάλιση, τόσο του επενδυμένου κεφαλαίου, όσο και των τόκων αυτού από την ασφαλιστική εταιρεία LLOYDS του Λονδίνου και ότι θεματοφύλακας του ως άνω προϊόντος ήτο η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND.

Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψήφιους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των Αθηνών, όπου επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό των επιχειρήσεων τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης.

Έτσι πείσθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα Α, η οποία ενημερώθηκε για το ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα από τον ασφαλιστή εργαζόμενο στην OVB, Γ, με τον οποίο, τον Ιούλιο του 2001, μετέβη στα γραφεία της "HEDLEY", όπου ήλθε σε επαφή με την Χ1, η οποία την διαβεβαίωσε για την αποδοτικότητα και την ασφάλεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος, με αποτέλεσμα να πεισθεί η μηνύτρια και να προβεί την 27-7-2001 σε προθεσμιακή για ένα έτος επένδυση κεφαλαίου ύψους 52.631,58 USD στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο GOLDSMITH, με εγγυημένο επιτόκιο 8%.

Έτσι η μηνύτρια παρέδωσε στην εν λόγω κατηγορουμένη, παρουσία και του κατηγορουμένου Χ4, τρεις επιταγές νομίμως οπισθογραφημένες, τις υπ' αριθμ. ..... και ..... της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 3.000.000 δρχ. η κάθε μία, και την υπ' αριθμ. ..... της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 14.000.000 δρχ. Μετά ταύτα η ίδια κατηγορουμένη παρέδωσε στην εγκαλούσα μερίδια μετοχών που αντιστοιχούσαν στο ποσό της επένδυσης της.

Μέχρι και τον Απρίλιο 2002 ελάμβανε τακτικές ενημερωτικές επιστολές, στις οποίες αναγραφόταν το ύψος της επένδυσης και οι υποσχεθείσες αποδόσεις του κεφαλαίου, μάλιστα εισέπραξε και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι τον Ιούλιο 2002, με συνέπεια και λόγω του ότι η επένδυση της φαινόταν να αποδίδει ικανοποιητικά, να μη ζητήσει ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, το οποίο την 27-7-2002 επανεπενδύθηκε αυτόματα για ένα ακόμα έτος με επιτόκιο τουλάχιστον 7%, η δε κατηγορουμένη Χ1, την 17-9-2002, της παρέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 1.800 ευρώ, προκαταβάλλοντας τους συμφωνηθέντες τόκους του πρώτου εξαμήνου της επανεπένδυσης της (Ιούλιος 2002-Ιανουάριος 2003), ενθαρρύνοντας και προτρέποντας αυτή να υπογράψει την αίτηση επανεπένδυσης.

Ενώ η εγκαλούσα ανέμενε την αποστολή των σχετικών ενημερωτικών επιστολών, τον Ιανουάριο 2003 οι κατηγορούμενοι Χ2-Χ3, έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας στη ... και εξαφανίσθηκαν, όπως και οι συνεργάτες-συμμέτοχοι Χ5 και Χ4, ιδιοποιούμενοι παράνομα τα χρήματα εκατοντάδων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και της μηνύτριας, τα οποία δεν έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα.

Έτσι σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του Σ.Δ.Ο.Ε., τα χρήματα που απέκτησαν από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου με την ονομασία GOLDSMITH, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην 15-12-2004 πορισματική αναφορά του εν λόγω σώματος δίωξης.

Αρχές Φεβρουαρίου του 2003, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύσθηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ2-Χ3, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία τον πρώτο, ενώ ακολουθούν κατά σειρά ιεραρχίας οι Χ2, Χ4 και Χ5, μαζί βέβαια και με άλλους ήδη ποινικά εμπλεκόμενους.

Στην πραγματικότητα οι ORRSLOVE εταιρείες HEDLEY FINANCE LIMITED και GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών (CANYON FINANEE, HAVERFORD, CARMEL, MATRIX, MATRIX ASSET, ELOBELEX, ROYALIS SHIP), ήσαν εταιρείες "μαϊμού", δημιουργήματα των παραπάνω τεσσάρων κατηγορουμένων, με πρωτεργάτη τον Χ3, μέσω αυτών δε των εταιρειών, ακολουθώντας μεθοδολογία εξειδικευμένη για την απόκρυψη και μετατροπή των πάσης φύσεως κεφαλαίων σε "νόμιμες" επενδύσεις, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδικασίες, για να επιτύχουν την ολίσθηση των κεφαλαίων των θυμάτων, στα ιδικά των θυλάκια, κατόρθωσαν να εξαπατήσουν εκτός από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες, δήμους, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εξαπλώνοντας το δίκτυο και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, της μηνυτρίας Α, προέβαλαν απατηλά επενδυτικά προϊόντα, όπως το GOLDSMITH FUND, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου της αντίστοιχης ORRSLOVE εταιρείας GOLDSMITH INVESTMENT LIMITED, το οποίο ήτο ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα και χωρίς αντίκρυσμα, διαβεβαίωσαν την εν λόγω παθούσα ότι η ως άνω εταιρεία είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος, και συνεργάζεται με εταιρείες διεθνούς φήμης, ότι είχαν τις νόμιμες άδειες, όπως και η O.V.B.

για τη διάθεση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND, ότι η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήτο αναμφισβήτητη, και ότι θεματοφύλακας του εν λόγω προϊόντος, ήτο η Τράπεζα της Αγγλίας ROYAL BANK OF SCOTLAND. Για την εξαπάτηση της μηνύτριας και την διεκπεραίωση της κρινόμενης επένδυσης χρησιμοποίησαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι ως "όργανο", την κατηγορουμένη Χ1, η οποία είχε και την προσωπική επαφή με αυτή (μηνύτρια) όπως τούτο έχει συμβεί και με άλλους υπαλλήλους, (15 συνολικά) πού είχαν και αυτοί αναλάβει και εξυπηρετήσει επενδυτές-θύματα, στα πλαίσια των οικείων καθηκόντων, έχοντας έτσι εκθέσει αυτούς τους υπαλλήλους, σε άμεσο κίνδυνο ποινικής εμπλοκής των, ολοκληρώνοντας με το ενδεχόμενο αυτό, τον καλοσχεδιασμένο μηχανισμό.

Τα έγγραφα που παραδόθηκαν στην μηνύτρια ήσαν ψευδή και κατασκευασμένα από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι δε τηλεφωνικές γραμμές δήθεν στο Λονδίνο, που δίδονταν από την εταιρεία HEDLEY FINANCE στους επενδυτές εκτρέπονταν στα γραφεία της εταιρείας στη ... και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των επενδυτών, εγένοντο από τους ίδιους τους υπαλλήλους της εταιρείας, μάλιστα στις αναγραφόμενες στα έγγραφα δ/σεις στο ..., επρόκειτο όχι για γραφεία, αλλά οικόπεδο, η εταιρεία "HEDLEY" δεν ήτο φερέγγυα και απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γι' αυτό και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της τον Ιούλιο 2002, ενώ επιβλήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθμό ....., απόφασης της, πρόστιμο 10.000.000 δρχ., στην εταιρεία O.V.B.

ΕΛΛΑΣ, για την παράνομη διακίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND. Οι κατηγορούμενοι, δημιούργησαν εκτός των πιο πάνω εταιρειών (οι Χ2-Χ3), και δεκάδες άλλες εταιρείες υπεράκτιες, με έδρα τις Παρθένες νήσους της Μ. Βρετανίας (B.V.Ι), όπως τις DEAL F.X A.E., ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ, NATIONAL ENERGY A E, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, με σκοπό την συγκέντρωση κεφαλαίων από ανυποψίαστους επενδυτές, μέσω των οποίων αυτά κατέληγαν και ιδιοποιούντο από τους εν λόγω κατηγορουμένους και τους συνεργάτες.

Μάλιστα επέλεγαν ως ιδρυτικά μέλη διάφορα πρόσωπα, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν καμία ουσιαστική ή εμπορική σχέση με τις εν λόγω εταιρείες, ακόμη χρησιμοποίησαν συνιδρυτικά μέλη-μετόχους και υπαλλήλους του. Έτσι στην εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ", με αντικείμενο εργασιών συστήματα πληροφορικής, χρησιμοποίησε σαν ιδρυτικό μέλος την Χ1, με φερομένη καταβολή της στο μετοχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ χωρίς τούτο να έχει στην πραγματικότητα καταβληθεί από την ίδια, μάλιστα όλα τα χρήματα πού χρησιμοποιούσε ο Χ3 για τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής, ήσαν των επενδυτών, από δε το λογαριασμό .....

της ALPHA BANK Γλυφάδας, έχει μεταφέρει όλα τα ποσά. Ομοίως και η εταιρεία "MATRIX ASSET MANAGEMENT L.T.D", κατασκευάσθηκε από το γραφείο OVERSΕAS MANAGEMENT TRUST (B.V.L)" είναι το γραφείο που κατασκευάζει όλες τις υπεράκτιες εταιρείες των αδελφών Χ2-Χ3, και φέρεται να εκπροσωπείται και από την κατηγορουμένη Χ1, στην πραγματικότητα όμως ιδρύθηκε από τον Χ3 για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία και η νομιμοποίηση του παράνομου χρήματος.

Το ποσό των 90.000 ευρώ που κατατίθεται στον λογαριασμό ..... επ' ονόματι της κατηγορουμένης αυτής, όπως και ποσά άλλων λογαριασμών πού αφορούσαν την εταιρεία αυτή, χρησιμοποιήθηκε, μέσω επιταγών σε διαταγή Χ3, για ιδικές του αγορές και της συζύγου του. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση της εγκαλούσης και πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Β και Γ, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, ιδιαίτερα όμως η συνημμένη στην ανακριτική δικογραφία από 15-12-2004 πορισματική αναφορά των υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε., βοά σε βάρος των κατηγορουμένων Χ3, Χ2, Χ5 και Χ4, για την συμμετοχική δράση και εμπλοκή, στην κακ/κή απάτη και σε βάρος της μηνύτριας.

Την πράξη αυτή ετέλεσαν από κοινού, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, ταυτόχρονες ή διαδοχικές με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσης, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,5 ευρώ, ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων.

Ιδιαίτερα προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, ο δελεασμός με πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης που αποστέλλοντο στους πελάτες-επενδυτές, η θέση σε λειτουργία ανύπαρκτων χρηματοοικονομικών προϊόντων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, το άνοιγμα δεκάδων λογαριασμών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, με πυρήνα την "HENDLEY" η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η εκτροπή των τηλεφωνημάτων από έλληνες επενδυτές στο εξωτερικό, στα τηλέφωνα, στα γραφεία της ..., τα πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια των LLOYD'S του Λονδίνου, η έκδοση του περιοδικού Foreign Policy από τον Χ3, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, που διέθεταν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, ως "προκάλυμμα" για την διάλυση υπονοιών στους δύσκολους υποψήφιους πελάτες, η οργάνωση σεμιναρίων σε πολυτελή ξενοδοχεία, η οργάνωση δικτύου υπαλλήλων-πωλητών, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος.

Αξιοσημείωτο εξ άλλου είναι και το γεγονός ότι προκειμένου να ανεύρουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τους πελάτες του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου GOLDSMITH FUND οι οποίοι είχαν αρχίσει να πιέζουν για ρευστοποίηση των επενδύσεων τους, προσπάθησαν να διαθέσουν στην αγορά με τον ίδιο τρόπο, άλλο ανύπαρκτο χρηματοοικονομικό προϊόν, με την ονομασία GLOBELEX, εξαπατώντας τους ανυποψίαστους επενδυτές, μάλιστα ο Χ3 την 13-1-2003 ίδρυσε άλλη μια εταιρεία την NATIONAL ENERGY SA, προκειμένου με την βοήθεια των υπόλοιπων κατηγορουμένων να υφαρπάξει τα χρήματα των ανυποψίαστων επενδυτών, με τον ίδιο τρόπο, που είχαν χρησιμοποιήσει με τα ανωτέρω ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Κατ' ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και η ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος [τούτο διερευνήθηκε ενδελεχώς και περιγράφεται στην πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ). Στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2002, Ο Χ3 δηλώνει εισόδημα ποσού 681.500.000 δρχ., ως δήθεν προερχόμενο από δάνειο του εξωτερικού και μάλιστα επισυνάπτει δανειακή σύμβαση με την εταιρεία "ANDAMAN κλπ" η οποία όμως απαντώντας σε σχετικό έγγραφο του ΣΔΟΕ, αρνείται οποιονδήποτε δανεισμό διευκόλυνσης προς τον Χ3.

Οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ3, Χ5 και Χ4, συμμετείχαν ενεργά στην εξαπάτηση της μηνυτρίας, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των, οι οποίοι στερούνται παντελώς ουσιαστικής βασιμότητος, εν όψει του προεκτεθέντος αποδεικτικού υλικού. Ειδικώτερα ο Χ3 απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή, διατείνεται ότι ήταν απλός υπάλληλος στη HEDLEY, με σύμβαση παροχής υπηρεσιών αορίστου χρόνου, στην δε κρινόμενη έφεση, επιγραμματικά αιτιάται κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ο Χ2 ότι δεν συμμετείχε στην όλη δραστηριότητα, ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα πραγματικά περιστατικά και ότι ο ίδιος αποκάλυψε την απάτη του αδελφού του και των συνεργατών του, και ότι μη νόμιμα το εκκαλούμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημά του, για αντικατάσταση του εντάλματος συλλήψεώς του (16/2005), με περιοριστικούς όρους.

Ο Χ5, απολογούμενος αιτιάται ότι επίστευε απόλυτα στη νομιμότητα του ανωτέρω, προωθούμενου από την O.V.B. ΕΛΛΑΣ, αμοιβαίου κεφαλαίου, ο δε Χ4, ότι υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "TALADIAN ΑΕΛΔΕ", δεν είχε καμμία σχέση με την εταιρεία "HEDLEY". Όμως, όπως έχει σαφώς προεκτεθεί ο Χ3 ήτο ο εγκέφαλος και εμπνευστής της οργανωμένης απάτης και σε βάρος της μηνυτρίας, συνεπικουρούμενος από τους υπόλοιπους, άπαντες δε συμμετείχαν ενεργά στις παράνομες δραστηριότητες.

Περαιτέρω ο Χ5, ως εκπρόσωπος της OVB ΕΛΛΑΣ, διαμεσολαβούσε για την προώθηση του ανύπαρκτου αμοιβαίου κεφαλαίου, διαδραματίζοντας, καθοριστικό ρόλο στη διάθεση και διοχέτευση του προϊόντος αυτού στην ελληνική αγορά, λαμβάνοντας, με τη μορφή προμήθειας, μέρος των χρημάτων των επενδυτών, για τους οποίους είχε μεσολαβήσει.

Ο Χ4 εξ άλλου πράγματι εκπροσωπούσε την TALADIAN ΑΕΛΔΕ, η οποία όμως όπως προαναφέρθηκε ανήκε στους Χ2-Χ3, είχε ως έδρα την ....., και προωθούσε και αυτός ενεργά το ως άνω ανύπαρκτο κεφάλαιο της GOLDS SMITH. Ομοίως κατά την ίδρυση της εταιρείας "NATIONAL ENERGY S.A.", την 13-1-2003, ανέλαβε και αυτός τον ρόλο της προσέλκυσης πελατών, τυπώνονται μάλιστα και συμπληρώνονται ξενόγλωσσα έντυπα προς το σκοπό αυτό.

Η τακτική που εφαρμόσθηκε στα χρηματοοικονομικά προϊόντα GOLDSMITH και GLOBELEX, εφαρμόσθηκε από αυτόν και στη συγκεκριμένη δραστηριότητα της NATIONAL. Ήτο ο πρωτεργάτης της υλοποίησης για την διάθεση μετοχών της εν λόγω εταιρείας ο οποίος εξεύρε και τους συνεργάτες πώλησης των μετοχών οργάνωσε σεμινάρια, και εν γένει εφάρμοσε την ίδια στρατηγική για να εξαπατήσει ότι "μπαίνοντας οι μετοχές τους στο αγγλικό χρηματιστήριο θα υπερδεκαπλασίαζαν τα χρήματά τους".

Κατά την πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ (15-12-2004)"... επαναλαμβάνεται η ίδια μεθοδολογία... ίδια υλοποίηση από τους ίδιους ανθρώπους που έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο και στο GOLDSMITH και GLOBELEX με τους ίδιους πάντα αποδέκτες των χρημάτων... οικογένειας Χ3 και επιφανών στελεχών, όπως ο Χ4 ...".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινεν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναίρεσε ιόντων κατηγορουμένων Χ2, Χ3 και Χ4, στο ακροατήριο και κατόπιν τούτου απέρριψε τις εφέσεις αυτών και επικύρωσε το πρωτόδικο με αριθ. 2953/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την από κοινού τέλεση απ' αυτούς του εγκλήματος της απάτης, από την οποία η προξενηθείσα στην παθούσα Α ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (και των 14.673,5 Ευρώ), τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατά τα άνω φερόμενη ως τελεσθείσα από κοινού από τους κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι κατηγορούμενοι, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινεν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο για να δικαστούν για την από κοινού τέλεση απ' αυτούς της ως άνω αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης, η οποία προβλέπεται από τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ αντικαταστάθηκε από την ευμενέστερη και εκ τούτου εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και από τη διάταξη του εδαφ.

Στ' του αρθρ. 13 του ΠΚ, όπως το εδάφιο τούτο (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, τις διατάξεις δ' αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. δ') και β' του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης.

Ειδικά και με πληρότητα κατά τα άνω αιτιολογούνται: α) η από κοινού κατά τα άνω από τους κατηγορούμενους τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της απάτης, β) η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης απ' αυτούς του άνω εγκλήματος της απάτης και γ) ο κακουργηματικός χαρακτήρας της απάτης και λόγω της ως άνω ζημίας της παθούσας, που υπερβαίνει το ποσό των 14.673, 5 ευρώ.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά επί πλέον στοιχείων, η αιτίαση δε των κατηγορουμένων ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αντέγραψε το κατηγορητήριο και το πρωτόδικο βούλευμα είναι αβάσιμη. Εξάλλου οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στη μη λήψη υπόψη εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, αορίστως διατυπούμενες και δίχως ειδικότερο προσδιορισμό, είναι απαράδεκτες.

Τέλος και κατά το μέρος που οι αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς την αναιρεσείουσα Χ1, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο τμήμα της, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, δίχως όμως να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στους λοιπούς κατηγορουμένους, αφού ο προβαλλόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, όπως προκύπτει από το βούλευμα το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται, η εκτίμηση των προανακριτικών, ως άνω, καταθέσεων της έγινε μετά την κρίση του που αναφέρεται στην απόρριψη των εφέσεων των λοιπών κατηγορουμένων.

Αντίθετα πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις των λοιπών αναίρεσε ιόντων και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την υπ'αριθμ. 269/23-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 και αναιρεί το υπ'αριθμ. 1858/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς αυτήν.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς νέα κρίση, κατά το αναιρούμενο τμήμα της, στο ίδιο συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που συμμετείχαν στην έκδοση του παραπάνω βουλεύματος.

Απορρίπτει τις υπ'αριθμ. 291/30-11-2007, 290/29-11-2007 και 261/15-11-2007 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους Χ2, Χ3 και Χ4 κατά του παραπάνω βουλεύματος και καταδικάζει καθένα απ'αυτούς στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ